Σταυρούλα Γάτσου, του έρωτα και του θανάτου (η επιστροφή)

Αρχείο 08/10/2014

fav-3

Επί τόπου

θάλασσα απούσα κορμί λειψό
« αναπνοή μου » λες μα κοιμάσαι μισός,
άερα μου, τι να τα κάνω τα φτερά
επάνω στο κατάστρωμα σπέρνουμε,
και γεωργός
χτίζω τα ονόματα των τάφων τους.

fav-3

Ο αυγερινός

« Θερμή ακάνθινη νύχτα »
το σώμα απαντά στην ένωση
μεγαλώνοντας έτσι πλατύτερα
την ιστορία.
Όχι δεν θα σου πω.
Εσύ χορεύεις
εγώ κοιτώ.

fav-3

Ο ήχος του κορμιού σου

Ο ήχος του κορμιού σου,
η σκιά σου η γαλανή,
περιπατώ μ ’αγκαλιάζει
δροσίζομαι.
Ένα ποίημα στο γόνατο
μια απόχη ωδών και πιάστηκα στο δίχτυ σου
βόλτες σε κήπους ατέλειωτες.
Ω, και είναι τέτοια η μορφή σου.
Μου φωνάζει στην προκυμαία
με τα χέρια στο στόμα κολλημένα
λόγια μεγάλα και δυνατά
π’ αγγίζουν την σάρκα μου
με τα χέρια κολλημένα στο στόμα δυνατά,
« το κορμί σου μου μιλά για όλα τα κορμιά
το σπαθί σου, που μιλά για όλα τα σπαθιά »
Ω, είναι τέτοια η φωνή,
μία εσύ κι εγώ ο κανένας
με μια σχεδία πλεούμενα στο πουθενά
Πάντα στις επάλξεις.
Εισπνοή εκπνοή
του κορμιού σου
το τραγούδι,
την σκιά
την γαλανή.

fav-3

Το τραγούδι της βροχής

Πέφτει η βροχή τσικ τσικ
επάνω στο παράθυρο
κι ακούω τον πόνο σου
της ημέρας το βαθύ καημό
τη νίκη και την κόπωση.
Ήρθε από μέρη μακρινά, σμιλεύτηκε
στον ήλιο το πετσί σου,
ανάσανες και
πέταξες ψηλά.
Στον ουρανό χιόνι έγινε,
σε περιβόλι.
Το κεφάλι σηκώνω ψηλά
κοιτώ το φεγγάρι που κοιτάς.
Καταιγίδα ξεσπάει
κι ο χορός της βροχής ξεκινά.
Τσικ τσικ τραγούδα η βροχή.

fav-3

Του έρωτα και του θανάτου
(περί πάτρις)

Η καλημέρα σου υπερηχητικό υπερωκεάνιο ταξίδι
διασχίζει μαύρα σύννεφα.

Δεν ρωτώ απαντάς.
Χορεύω. Ένα μπροστά
και δύο ακολουθώ
ανταπαντώ.

Μέλι και γάλα και καφέ πικρό.
Κείνες τις ώρες σαν σε συναντώ.
Στο περιβόλι, στον ύπνο, στον κήπο,
Εκεί στον ύπνο εκεί στον ξύπνιο.

Πέφτει στα σκουριασμένα μου χείλη η ανάσα
δάκρυ το δάκρυ
καλημέρα την καλημέρα
ξημερώνει δυο χελιδόνια
θάλαττα θάλαττα
δυο κούκοι λένε
πως φέρνουν την άνοιξη.

Η ψυχή μας ανταμώνει
σπάει η πέτρα αναδύεται κορμί
ενώνονται.;

Με το χαμόγελο στα χείλη
αιώνες τώρα σπέρνουν οι γεωργοί
Στα περιβόλια των μουσών
Το κορμί αναδιπλώνεται. Τι μπόι!

Πως μιλώ για σένα και για μένα τώρα πια το ξέρεις.
Στους λογισμούς μου ξημεροβραδιάζεσαι.

Εσύ η όμορφη οπτασία του τόπου μου
Ω, Ελευθερία, Ειρήνη,
όμορφη Νύμφη,
Ελευθερία, Δικαιοσύνη,
Σεβάσμια ευτυχία,
Έμμορφη Μαρία των ωκεανών.
Που στο νησί μας έχεις τώρα δά στεριώσει.

Γαλήνεψε η περιοδεύον των άνεμο,
υποτάσσου στην πανδαισία του κόσμου
στους βράχους σου
βασανισμένη μου ψυχή
που πάντοτε επιστρέφεις.

« Από ποιόν τόπο σε ποιόν χρόνο που ποτέ δεν υπήρξες; »

Πάντα, πάντα να με κοιτάς,
Πάντα εγώ πάντα εσύ,
Πάντα στη θάλασσα.
Βήμα και βήμα αργό δεν είναι

Πάντα. Οσο χύνεται μελάνι η θάλασσα λιγοστεύει
Αγριο περιστέρι μου, χαρά μου
και σου χαρίζω, κεντώ για σε πατρίδα μου
σεντόνι με τα μάτια κλειστά.

Με τα μάτια κλειστά εσένα πάντα θα διαλέγω,
με τα μάτια κλειστά μες το σκοτάδι
πάντα τυφλός σκυφτός μ’ένα λυχνάρι
πάντα εσένα νύχτα στο δρόμο

πάντα για σε χαρταετός,
πάντα εσέ να συναντώ,

Τα είδα όλα στ’ όνομά σου
στα πέρατα των θαλασσών
στην βρύση ξεδίψασα.

Ελεύθερα στον ύπνο ή στον ξύπνιο.
Στα στήθη μου επάνω φτερουγίζεις.
Αίνιγμα πότε δεν υπήρξε
όμορφα χωριά ναοί του μέλλοντος
μοναστήρια του παρελθόντος

πάντα εκεί μεγάλη μητέρα,
νήσος που καλεί τους ναύτες
ένας που τρέχει σιωπηλά
ένας στον χώρο λειτουργεί
με κόπους και με τόνους
το μόνο που μπορεί.

Ο που θράφηκε στη νύχτα
και στ’ακρογυάλι πάτησε,
με κόπους και σε τόπους θα σου πει

ω, Ελπίδα Ελευθερία πάντα νέα πάντα
όμορφη κι εκστατική

πως περιοδεύεις στον άνεμο
μες τη σιωπή,
ω, πατρίδα
πατρίδα δικιά μου,
πατρίδα μου γυμνή.

*

©Σταυρούλα Γάτσου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Ρόδος 2014

 

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε