Γιώργος Μπίζας, Τι μέσα, τι έξω;

Αρχείο 07/10/2014

fav-3

Λευτέρη, τι έκπληξη! Δεν έπρεπε να έρθεις. Βέβαια και χαίρομαι που σε βλέπω. Μόνο που ντρέπομαι να  με βλέπεις μέσα στο κρατητήριο. Σε ευχαριστώ για τα  τσιγάρα και τις σοκολάτες που έφερες, δεν ήταν ανάγκη. Με συγκινείς πραγματικά. Ο Θεός να σε έχει πάντα καλά.

Το έμαθες από τον Τάρεκ. Κατάλαβα. Τι συνέβη; Προχθές, την Κυριακή, βγήκα να πάω για βάψιμο σε μια δουλειά. Ακριβώς έξω από το σπίτι με σταμάτησαν δύο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά μου. Τους τα έδωσα και μου είπαν πως έπρεπε να τους ακολουθήσω, γιατί είχε λήξει η διάρκεια τους. Έτσι με φέρανε εδώ.

Άγνωστο το πόσο θα με κρατήσουν. Αν τους φέρω χαρτιά με ανανεωμένη ημερομηνία, από την Αίγυπτο,  θα με αφήσουν έτσι λένε. Αλλιώς θα μείνω εδώ και άκουσα πως θα μας πάνε σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πως;  Χώρους κράτησης τους λένε; Έχεις δίκιο μπέρδεψα τα λόγια μου. Παρόλο που τα Ελληνικά μου είναι καλά, ακόμα κάνω λάθη. Εξάλλου αυτά συμβαίνανε  παλιότερα στην ιστορία …

Το έχει αναλάβει ο δικηγόρος το θέμα μη φοβάσαι. Θα αργήσει φαντάζομαι αλλά δε γίνεται και αλλιώς. Μέχρι τότε υπομονή, εδώ στο κελί με τους συγκρατούμενους. Ο ένας είναι Πακιστανός και ο άλλος  από τη Λιβύη, και οι δύο τους χωρίς χαρτιά. Ο τρίτος είναι πρεζόνι, Έλληνας, τον πιάσανε για ληστεία. Χθες το βράδυ φώναζε να πάει τουαλέτα, δεν του έδωσε σημασία κανείς και έτσι κατουρήθηκε πάνω του. Ευτυχώς πήρε την μάνα του τηλέφωνο το πρωί να του φέρει ρούχα να αλλάξει.

Ναι ξέρω είναι χάλια εδώ μα τι να κάνεις.  Πως; Ξέρεις  τον αρχιφύλακα και του είπες να με προσέξει; Με υποχρεώνεις πραγματικά. Ακόμα και εδώ θέλει γνωστό για να περάσεις καλά. Η αλήθεια είναι πως φοβάμαι μη φάω καμιά ξώφαλτση φάπα. Ο Ομάρ ο Λίβυος έχει αρπάξει μερικές σφαλιάρες. Διαμαρτύρεται συνέχεια θέλει νερό, τουαλέτα, τραγουδάει  δυνατά στιχάκια. Λέει πως έχει πολεμήσει στο αντάρτικο της χώρας του. Μα τον Θεό τον πιστεύω, είναι σκληρός χαρακτήρας. Ίσως αυτό να βλέπουν οι αστυνομικοί και θέλουν να του λυγίσουν τον τσαμπουκά. Τις προάλλες το παράκανε με το τραγούδι και τους έσπασε τα νεύρα, κατεβήκανε και τον γυμνάσανε. Έτσι το λένε το ξύλο. Εγώ δεν αντέχω το σωματικό πόνο.

Θυμάσαι, τότε στη δουλειά που μου έπεσε το κομοδίνο στο πόδι; Καλά που δεν το έσπασα. Αχ… η δουλειά! Ποιος θα σε βοηθάει τώρα στις μεταφορές με το φορτηγό; Πώς να μη στεναχωριέμαι ρε συ Λευτέρη. Για αυτό το μεροκάματο  κάνω υπομονή, να ζήσω τη γυναίκα και το παιδί μου πίσω στην πατρίδα. Να δες εδώ την φωτογραφία που είμαστε όλοι μαζί. Δεν είναι κούκλα; Πάνω από χρόνο έχω να τους δω. Μου λείπουν Λευτέρη, μου λείπουν.

Τα βράδια για να κοιμηθώ, κλείνω τα μάτια και τις σκέφτομαι. Θυμάμαι το Σουάν, το γλυκό ήχο από το ποτάμι του Νείλου. Καταγόμουν από τίμια και εργατική οικογένεια. Μακάρι να με έβλεπες όταν τα πράγματα ήταν καλά. Το μαγαζί με τα υφάσματα, το σπίτι με τον καταπράσινο  κήπο. Τα έχασα όλα Λευτέρη με την κρίση, γύρισα στο σπίτι των γονιών μου στο χωριό. Μα μεροκάματο πουθενά, πώς να ζούσα τρία στόματα μαζί και την ανήμπορη μάνα μου; Έτσι ξεκίνησα για να έρθω εδώ, από ανάγκη για μια καλύτερη ζωή.

Ανέβηκα με τα πόδια βόρεια της πατρίδας και πέρασα στο Ισραήλ. Διέσχισα Λίβανο, Συρία και βρέθηκα εφτά μήνες μετά στην Τουρκία. Έκατσα τρείς μήνες περίπου εκεί, κάνοντας κάθε λογής δουλειά. Έπρεπε να μαζέψω χίλια δολάρια για να πάω απέναντι. Τόσο ήθελε ο έμπορος για να με βάλει στη βάρκα για τη Μυτιλήνη. Τα κατάφερα τελικά και έφτασε το βράδυ που θα περνούσαμε στο νησί. Δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.

Φλεβάρης του 2010. Νύχτα,  είχε πολύ κρύο. Το όνομα του έμπορα δεν το έμαθα ποτέ. Είχε μια πλαστική βάρκα με μια παλιά μηχανή. Ζήτημα να χωρούσε εφτά άτομα. Εμείς ήμασταν δώδεκα. Μας είπε πως η διαδρομή είναι μια ώρα και να μη φοβόμαστε. Τι περιθώρια είχαμε εξάλλου; Ξεκινήσαμε, είχε κύμα και τα νερά μας βρέχανε. Μόλις φάνηκε η ακτή και τα φώτα αναθαρρήσαμε. Τότε ξαφνικά μας πλησίασε στο σκοτάδι ένα σκάφος του λιμενικού.

Με μια γρήγορη κίνηση ο καπετάνιος έσκισε τη βάρκα και βρεθήκαμε στο νερό. Δεν κατάλαβα γιατί, μετά μου είπαν πως αλλάζει το περιστατικό για τις αρχές από λαθρομετανάστευση σε … επιχείρηση διάσωσης, ακριβώς όπως το λες. Φωνές, πανικός, πάλη με τα κύματα -πίστεψα πως θα πεθάνω. Μας μάζεψε το λιμενικό και βρεθήκαμε στο νοσοκομείο σε κακή κατάσταση. Καταστράφηκε το διαβατήριο και όλα μου τα χαρτιά. Δύο ψυχές χαθήκαν εκείνο το βράδυ, μια μάνα μαζί με το παιδάκι της. Ο Θεός να τις έχει κοντά του. Μετά μας πήγαν στο καταυλισμό. Τη συνέχεια λίγο πολύ, την ξέρεις.

Είχα την ελπίδα μέσα μου Λευτέρη, για ένα καλύτερο αύριο για την οικογένεια μου, την κόρη μου. Αυτό με κρατάει ζωντανό. Παλεύω, το ξέρω, αν και δε τα καταφέρνω καλά. Τι θα κάνω τώρα; Χάνω το κουράγιο μου και απελπίζομαι, μα πιο πολύ με στεναχωρεί που η πλειοψηφία του κόσμου με κοιτά καχύποπτα, με φόβο, νιώθοντας απειλή – γιατί εδώ είμαι ο ξένος , ο εχθρός. Πάντα θα είμαι. Για αυτό σου λέω αδερφέ μου τι μέσα τι έξω; Για μένα πια δε κάνει διαφορά.

Σε ζάλισα όμως και πέρασε η ώρα, πήγαινε να ξεκουραστείς είσαι από τη δουλειά. Ναι εντάξει δεν στενοχωριέμαι, κάτι θα γίνει. Σε ευχαριστώ που ήρθες. Ο Θεός να σε φυλάει. Στο καλό Λευτέρη, γεια…

*

© Γιώργος Μπίζας
φωτο©Νεφέλη Φουντούλη, Βρυξέλλες 2007

*

Ο Γιώργος Μπίζας είναι 37 χρονών γεννήθηκε και ζει  στην Αθήνα. Σπούδασε ως ειδικός διαχείρισης τουριστικών εκδηλώσεων στο ΙΕΚ Αργυρούπολης και εργάζεται στα παιδικά χωριά SOS Ελλάδας. Τα τελευταία 2 χρόνια έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και ασχολείται στον ελεύθερο του χρόνο με το γράψιμο.

 

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε