Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων

Αρχείο 08/12/2014 – Απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο, μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης

fav-3

Αν απλά και μόνο ηχούσαν οι σάλπιγγες, αν είχαν ακουστεί μονάχα τα εμβατήρια, αν είχαν φτάσει ανησυχητικά μηνύματα από το βορρά, αν ήταν μονάχα αυτά, ο Ντρόγκο θα είχε φύγει. Τον είχε, όμως, κυριεύσει κιόλας η νάρκη της συνήθειας, η στρατιωτική κενοδοξία, η αγάπη γι’ αυτά τα τείχη που έβλεπε καθημερινά. Τέσσερις μήνες ήταν αρκετοί για να τον παγιδέψουν στο μονότονο ρυθμό της υπηρεσίας του.

Συνήθεια ε’ιχε γίνει γι’ αυτόν η βάρδια που τις πρώτες φορές του φαινόταν ανυπόφορη. Με τον καιρό έμαθε καλά τους κανόνες, τις μικρές μανίες των ανωτέρων του, την τοπογραφία των φυλάκιων, τις θέσεις της φρουράς, τις γωνίες όπου δεν φυσούσε πολύ ο άνεμος, τη γλώσσα της σάλπιγγας. Το ότι είχε μάθει τα πάντα για την υπηρεσία του, τον ικανοποιούσε ιδιαίτερα, έτσι όπως διαπίστωνε καθημερινά το αυξανόμενο κύρος που αποχτούσε μεταξύ των στρατιωτών και των υπαξιωματικών• ακόμα και ο Τρονκ είχε καταλάβει πόσο σοβαρός και μεθοδικός άνθρωπος ήταν ο Ντρόγκο• θα μπορούσε, μάλιστα, να πει κανείς πως τον είχε συμπαθήσει.

Συνήθει;α είχαν γίνει οι συνάδελφοί του• τώρα πια τους γνώριζε όλους τόσο καλά έτσι που ακόμα και τα πιο έμμεσα υπονοούμενά τους δεν τον έβρισκαν ποτέ απροετοίμαστο: μαζί τους καθότανε τα βράδια και συζητούσανε όλι μαζί για την πόλη, η οποία, χάρη στην απόσταση και στον καιρό που περνούσε, αποκτούσε γι’ αυτούς δυσανάλογα μεγάλο ενδιαφέρον. Συνήθεια το καλό φαγητό και το άνετο εστιατόριο, το φιλόξενο τζάκι στο σαλόνι των αξιωματικών που ήταν αναμμένο μέρα και νύχτα. Συνήθεια η περιποίηση της ορντινάτσας του, ενός φτωχοδιάβολου με το όνομα Τζερόνιμο, που έτρεχε να προλάβει κάθε ιδιαίτερη επιθυμία του.

Συνήθεια οι εκδρομές που έκανε κάθε τόσο με το Μορέλ στο λιγότερο μακρινό χωριό: δυο ώρες γεμάτες πάνω στο άλογο, μέσα σε μια στενή κοιλάδα που τώρα πια είχε μάθει απ’ έξω την κάθε της λεπτομέρεια, συνήθεια το πανδοχείο όπου έβλεπε επιτέλους κάποια καινούργια φάτσα, όπιυ ετοίμαζαν μεγαλοπρεπή γεύματα και ακούγονταν τα δροσερά γέλια των κοριτσιών με τα οποία μπορούσε κανείς να κάνει έρωτα.

Συνήθεια τα ξέφρενα τρχαλητά με το άλογο πάνω κάτω στο οροπέδιο, πίσω από το Οχηρό, όταν με τους συνάδελφούς το έκαναν αγώνες, στα ελεύθερά τους απογεύματα, για να βρουν ποιος ήταν ο καλύτερος, και οι παρτίδες σκάκι το βράδυ, που κέρδιζε συχνά ο Ντρόγκο (ο υπολοχαγός Όρτιζ, όμως του είχε πει: «Έτσι συμβαίνει συνήθως, οι νιοφερμένοι στην αρχή κερδίζουν πάντα. Σε όλους συμβαίνει αυτό, όλοι πιστεύουν ότι είναι πραγματικά ανίκητοι, όμως κερδίζουν απλά γιατί είναι καινούριοι• τελικά, όμως, οι υπόλοιποι μαθαίνουν το σύστημά τους και και μια ωραία μέρα σταματούν οι πολλές νίκες»)

Συνήθεια είχαν γίνει για τον Ντρόγκο το δωμάτιο, τα ήσυχα βραδινά διαβάσματα, η σχισμή στο ταβάνι, πάνω απ’ το κρεβάτι, που θύμιζε κεφάλι τούρκου, οι σταλαγματιές της στέρνας που με τον καιρό έγιναν φίλες του, το στρώμα του που είχε πάρει το σχήμα του κορμιού του κι έμοιαζε με τάφρο, οι κουβέρτες του οι τόσο αφιλόξενες τις πρώτες μέρες και τώρα έτοιμες να το εξυπηρετήσουν, η ασυνείδητη κίνηση που πέκανε κάθε βράδυ για να σβήσει τη λάμπα ή για να αφήσει το βιβλίο του στο τραπεζάκι. Ήξερε πια πώς έπρεπε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη για να ξυριστεί, ώστε το φως να φωτίζει το πρόσωπό του από τη σωστή γωνία, πώς να ριξει το νερό από τη στάμνα στη λεκάνη χωρίς να το χύσει έξω, πώς να ανοίγει τη δύσκολη κλειδαριά ενός συρταριού πιέζοντας το κλειδί λίγο προς τα κάτω.

Συνήθεια το τρίξιμο της πόρτας όταν είχε υγρασία, το φεγγάρι που φανερωνόταν στο παράθυρο και η αργη κίνησή του με το πέρασμα των ωρών, τα βογκητά από το δβμάτιο που ήταν κάτω από το δικό του, κάθε νύχτα, στη μία και μισή ακριβώς, όταν το παλιό τραύμα στο δεξί πόδι του αντισυνταγματάρχη Νικολόζι ξυπνούσε και του διέκοπτε τον ύπνο.

Όλα αυτά τα πράγματα είχαν γίνει πια δικά του κι αν προσπαθούσε να τα εγκαταλείψει θα ένιωθε άσκημα. Ο Ντρόγκο, όμως, δεν το ήξερε, δεν υποψιαζόταν ότι μια πιθανή αναχώρησή του θα τον έθλιβε, ούτε ήξερε ότι η ζωή στο Οχυρό καταβρόχθιζε τις μέρες τη μια μετά την άλλη, όλες ίδιες, με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το χτές και το προχτές ήταν ίδια, ο Τζιοβάνι δεν θα μπορούσε πια να ξεχωρίσει• ένα γεγονός που συνέβη πριν τρεις μέρες ή πριν είκοσι μέρες του φαινόταν το ίδιο μακρινό. Έτσι, χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, ο χρόνος πετούσε μακριά.

*

Από: Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Τατάρων
Μετάφραση © Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αστέρι, 1982

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati, 1906-1972): Ιταλός μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν επίσης δημοσιογράφος για την Corriere della Sera. Ξεκίνησε να γράφει το 1933 και τα έργα του περιλαμβάνουν πέντε μυθιστορήματα, θεατρικά και ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέττα και πολυάριθμες μικρές ιστορίες και ποιήματα.

vintage_under2