Μάνος Ελευθερίου, “κι ακόμη εκείνοι που έμειναν κλεισμένοι έξω από τη δική τους πόρτα”… [2014]

Αρχείο 25.12.2014


fav-3

Ίδιος με μια φωτογραφία

Κι έτσι θα μοιάζεις, το λοιπόν, σαν τα χαρτιά
ενός συνταξιούχου
με εξοφλημένα γραμμάτια, τακτικές αποδείξεις,
με υπογραφές παραλαβής και παραδόσεως,
παλαιά εισιτήρια θεάτρων, πλοίων και σιδηροδρόμων –
τόσων πραγμάτων, τόσων πραγμάτων μιας ζωής.

Γι’ αυτό, πέρα από το σώμα μου υπάρχει το άλλο
σώμα μου, —- ίδιο με απόμερο παλαιικό ξενοδοχείο
με βαριές κουρτίνες, αγάλματα και πολύφωτα,
με πόρτες μυστικές ή πόρτες που δε βγάζουν πουθενά,
με κήπους και με εξώστες και με μαρμαρένιες σκάλες,
που ορκίζεσαι πως δε δουλεύει πια, πως το έκλεισαν
ή το κατάσχεσαν για χρέη, κάτι τέτοιο.

Κι όμως καμιά φορά το βλέπεις φωτισμένο.
Περνάς επίτηδες, να βλέπεις, να το χαίρεσαι.
Ποτέ δε σ’ άρεσαν οι ξεπεσμοί, ή κάποιοι
που εγκαταλείφθηκαν κι ακόμη εκείνοι που έμειναν
κλεισμένοι έξω από τη δική τους πόρτα.

Λέξεις και λέξεις, θα μου πεις, με τα φιλιά
στον ουρανίσκο και τους λυγμούς μές στους λειμώνες,
Στέλλα ή Δέσποινα,
με τόσα περιστατικά που με παιδεύουν εδώ στη μεθόριο
———-της ψυχής
περνώντας από την περιπέτεια της ζωής μου
στην περιπέτεια της σκέψης μου.

fav-3

Κρυφά ένα όνειρο

Τι χρώματα βλέπουν οι τυφλοί στον ύπνο τους;
Αυτά που εγώ δε βλέπω πια.
Μήτε τα διάβασα να ξεδιαλύνω τα σημάδια,
σύμβολα μιας χαράς παράξενης, όπως όταν μπαίνεις
σε σπίτια παλαιά που έχουν φύγει όλοι από χρόνια
και σκέπτεσαι πως ανασαίνει κρυφά ένα δέντρο
——-ανάμεσα στους τοίχους
κι αρχίζεις να γκρεμίζεις και δεν υπάρχει τίποτα

και σκέπτεσαι πως ανασαίνει κρυφά μια βρύση
——-ανάμεσα στους τοίχους
κι αρχίζεις να γκρεμίζεις και δεν υπάρχει τίποτα.

Αυτό που σε πηγαίνει σε άλλα χρόνια
μέσα στο σώμα σου, μέσα στο σώμα σου.
Κι όμως πρέπει να το στηρίξεις,
να το υπερασπιστείς το σώμα σου.

*

©Μάνος Ελευθερίου -πρώτη δημοσίευση, περιοδικό “λέξη” τ.13- Μάρτης-Απρίλης 1982