Κυριακή Βυρίνη, “κι άκουγα ψίθυρο χλωρό τη φωνή σου” -ποίηση [2015]

Αρχείο 8.4.2015

fav-3

Αναπόκριτα

(VI)

3 ξημέρωμα…
Σας ονειρεύομαι! Να τι έπαθα Κύριε! Σας ονειρεύομαι! Κι ας το
ομολογήσουμε… θρασύς σταθήκατε κι ας μη το ξέρατε κι ούτε
πως το επιδιώξατε εξ αρχής, όταν, πριν καν σας γνωρίσω, Πάνας
θεός ήρθατε με το σκούρο στα μαλλιά φίλημα στο δεξί μου ώμο
όπως χέρια σταυρό άνοιγα και δέρμα έφηβο μπρούμυτα ξαπλωμένη
στη μέση ενός ονείρου.
Έκτοτε, πνεύμα ή νόημα, με κατακυριεύατε

κι εγώ σας ζαλωνόμουν στον ύπνο και το ξύπνιο μου και στους έρω-
τές μου στη σκοτεινιά της μέρας σας γλεντούσα μ’ άλλους. Όμως,
κοιτάξτε! Θάρρος πήρατε νομίζω, αφού στο όνειρο μέσα και το σκύ-
λο σας φέρατε και την όψη σας… μ’ αρέσει μα υπάρχει και κάτι που
με συνταράζει κι είναι που κι η πεθαμένη μάνα μου, να συναινεί
μοιάζει σαν, αυστηρή μεν όπως αρμόζει, δίπλα σας στέκεται και μου
γνέφει να συγκατανεύω πως πρέπει. Και το πράττω. Δίχως δεύτερη
λέξη και μ’ όλα τα ρίσκα, το πράττω.
Γι αυτό είναι που την ώρα αυτή σας γράφω… επειδή σας ονειρεύτηκα
φίλημα τ’ ανέμου στη σιωπή της νύχτας, στο γυμνό από όλα, χνούδια,
αιδώ κι ενδύματα σώμα μου, να σας το δείχνω. Εννοώ τα χάδια σας και
κύμα τρέμουλο και τρικυμία σας αντιγυρίζω στο όνειρο που τολμώ.

Ένα πουλί ξεκίνησε το τραγούδι της ημέρας.

Θα βγάλω μια φέτα ψωμί να ξεπαγώνει για πρωινό.

fav-3

(LXXX)

πως παίρνει ένα παιδί αγκαλιά
το παιχνίδι ή τη μάνα; έτσι στην
αγκαλιά σου με τράβηξες
κι άρχισες εκείνα τα φιλιά
αχ! τα φιλιά εκείνα!
χείλη με χείλη
γλώσσα με γλώσσα
και τ’ αναμεταξύ τους
μόνο κι η αγκαλιά φωλιά κι η γλύκα κι η τρυφεράδα σου
μάτια σκούρα φωτιά παρακλητικά κι η φωνή υγρή βραχνή σιγαλή
κι ούτε που το πίστεψα
κι έμενα αμήχανη με μάτια ανοιχτά απορημένα στη γεύση
της γλώσσας το τερτίπι των χειλιών
τη γλύκα την αψάδα
“φίλα με”, είπες ή το φαντάστηκα;
κι άκουγα ψίθυρο χλωρό τη φωνή σου
κι έκανα όλο έκανα όπως έλεγες
και γευόμουν όλο γευόμουν χείλη
φιλιά παχιά ρούφαγα κι άφηνα δάγκωνα
κι έγλειφα φίλαγα και σε κοιτούσα βαθειά
μάτια βαθειά φιλιά όλο απόγνωση και πόθο
δικό μου δικό σου έλασμα γλώσσα
καραμελίτσα να τη ψάχνω μ’ ολοστρόγγυλη
αφή να γλιστρά να εμφανίζεται και να χωνεύει
κάτω απ’ τη δική μου φίλα με κι άλλο έλεγες
ή μήπως το φαντάστηκα; κι όπως αυτό που
ζήταγες έκανα δεμάτι στάχυα στην ωρίμανση
τόσο μαλακό το τραχύ σου δάχτυλο έψαξε
στ’ ανάμεσα των ποδιών της σάρκας μου τη δόξα
κι ως οι γλυκασμοί να με πνίξουν κάμε κι εσύ το ίδιο
ζήτησες κι ευθύς τη παλάμη μου οδήγησες στη δύναμή σου
ψάρι με ραφές να ξεχωρίζουν στην αφή
πλατύ τη παλάμη να γεμίζει όπως γύρω κλείνανε τα δάχτυλα
άνω κίνηση κάτω κι επιμονή γλυκεία απ’ τις ψίχες τους
στη κορυφή και τη βάση “πιο αργά πιο απαλά”, ζήταγες κι έπραττα
όπως έλεγες και στην αφή μου κάθετα οι χόνδροι σου αυλάκια
και το αίμα που έπηζε τη σάρκα κι η λαχτάρα να σφύζει δάκρυ
η μια άκρη να δίνει σφαίρες ρώμης η άλλη να σκληραίνει κι
όπως οι γλυκασμοί να μας ενώσουν έφταναν “όχι άλλο”, είπες
“ως εδώ” κι ήταν η φωνή σου που με σταμάτησε και το χάδι σου
που ανόρεχτη για φυγή με άφησε κι έστειλες ψίθυρο παράκληση
φωτιά στα σωθικά μου “θα σε ξεχάσω, αλλιώς θα σε ξεχάσω” κι
ήθελα τα μάτια να φιλήσω και την ανάσα των λόγων σου το ξεψύχισμα
μα στάθηκα τη προσμονή τη προσδοκία να διαφυλάξω για το επόμενο

με φίλησες κι ήταν όνειρο
κι εγώ
έτσι φιλημένη
πρώτη φορά μπήκα και βγήκα
από όνειρο απόνετη.

*

©Κυριακή Βυρίνη
Φωτο©agrimologos.com