Χρήστος Μαρτίνης, “αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες” -ποίηση [2015]

Αρχείο 17.9.2015

fav-3

Στον Φάνη

”για χάρισε και με, 
μπιρμπιλομάτα μου σε κλαίν τα μάτια μου,
για χάρισέ και με, ένα απ τα παιδιά μου”
Παραδοσιακό Τραγούδι Χρυσόβιτσι Μαντινείας

 

Αποβραδύς κατάραχα μέσα στη μαύρη ελάτη    εστρατοπέδεψε στρατός     πενήντα σπαθαρέοι

όλοι χορεύουν τραγουδούν κι ένας μιλιά δε βγάζει     μονάχα το τουφέκι του βαστά και συγυρίζει,     πάνω στο γιαταγάνι του περνά την άσπρη πέτρα

Τι ‘ναι ωρέ πολεμιστή και σύ μιλιά δε βγάζεις    έχουμε τρία τέρμινα που βγήκαμε στη στράτα

κι όσα χωριά κι αν κάψαμε, ‘συ καίγεις άλλα τόσα     κι όσα κεφάλια πήραμε δε βγαίνουν στα δικά σου

Κι έδωκεν την απόκριση χωρίς να τους κοιτάζει     μονάχα η σπάθα νάστραφτε απ’τις πυρές μπροστά του

Αφήστε ‘μένα να κρατώ τη λάμα τροχισμένη     κι άμα θα βρίσκω χριστιανό ευτύς να τον θερίζω     κι άμα θα μπαίνω σε αυλή τη φλόγα να φυτεύω

Γιατί περνούσαν οι οχτροί κι απ’ τα δικά μας μέρη   όταν τους είδε το χωριό μαντάλωσε τις πόρτες

αυτοί κινούσαν κι έκαιγαν πετροχτισμένες στάνες     με τ’ άλογα ξεπάτωναν το φυτεμένο κάμπο

Ύστερα ‘στείλαν μπιστικό να δώσει το μαντάτο     κι  αυτός εστάθηκε ορθός στη μέση της πλατείας    φέρνοντας το παράγγελμα τον οργισμένο λόγο

πως αν δε θέλαν να κάει στη ρίζα το χωριό τους     άμα δε θέλαν να χυθεί το αίμα μες στις στέρνες

να μείνουν μάνες έρημες δίχως μωρά στα χέρια     τότες να δώσουνε εννιά αμούστακα αγόρια     για να τα πάρουνε μαζί να γένουν σπαθαρέοι.

Απόμειναν οι προύχοντες κοιτώντας την πλατεία     τα μάρμαρα τα γιασεμιά τις βρύσες από πέτρα

το πρώτο το πλατάνι τους τις άγιες εικόνες     και στα κρυφά μετρούσανε τ’ αγόρια του χωριού τους

Κι ήταν μια μάνα έρημη με άντρα πεθαμένο     μ’ ενννιά αμούστακα παιδιά κορίτσι ούτε ένα   μαζεύονται οι προύχοντες και βγάζουνε μια γνώμη     απ΄το να κλαίν μάνες εννιά κάλλιο να κλαίει μία

Της παίρνουν τα εννιά παιδιά τα δένουν και τα στέλνουν     τα οκτώ τα δέσαν με σκοινιά τα στείλαν με τα πόδια     το ένατο που ‘σαν μωρό το στέλνουν με γαιδούρι     και δένουν τα χεράκια του μ’ένα κλαδάκι δυόσμο

Τρέχει ξοπίσω η μάνα τους αχολογάει κλαίει     κράζοντας κόρακα φωνή με άσπρα ξέπλεκα μαλλιά    στης εκκλησιάς το πρόθυρο σκύφτει γοργά και μνέει:

Χαροντα Πικροχάροντα και άρχοντα του τόπου    χαλάλι σου ο άντρας μου γονιοί κι όλα τα αδέρφια    χαλάλι σου και τα παιδιά που παίρνεις μακριά μου

Μονάχα κράτα την ευκή και βάλτη να δουλέψει     μια μέρα ο μικρότερος να ‘ρθει ξανά σαν Χάρος

σαν θεριστής και σαν σεισμός σαν Άρης σαν τυφώνας     για να τσαπίσει το χωριό μέχρι την πρωτη ρίζα     και να σκορπίσει ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος ν’ απλωθεί απάνω στ’ όνειρό τους

Είπεν αυτά ξεψύχησε και τα παιδιά πηγαίναν.

Ο πρώτος πέθανε οφτίς το άλλο μεσημέρι     ο δεύτερος μαγκώθηκε στου Παρνασσού τα δίχτυα     του τρίτού θρόισε η ψυχή στης Λάρισας τα στάχυα     τον τέταρτο τον ρούφηξαν οι λάσπες της Χαλάστρας     ο πέμπτος επλακώθηκε μες στ’ αγιασμένα Τέμπη    ο έκτος και ο έβδομος ξυλιάσανε στη Θράκη     ο όγδοος επνίγηκε μέσα στον Μαύρον Έβρο

Κι έμεινα εγώ ο ένατος ο θεριστής ο Χάρος     που θα τσαπίσω το χωριό από τη πρώτη ρίζα    και θα σκορπίσω ολόγυρα θειάφι και μαύρη πίσσα

Στάχτη και ζόφος θ’ απλωθώ απάνω στ’όνειρό τους”

Αυτά ‘πε και σταμάτησε

Κανείς δε έβγαλε μιλιά δεν τόλμησε κουβέντα     Μονάχα η πέτρα τρόχιζε απά στο γιαταγάνι.

*

©Χρήστος Μαρτίνης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Post box -Antw