Ασημίνα Λαμπράκου, Ιάνα* [2015]

Αρχείο 13.11.2015

fav-3

Να τον ονοματίζεις κόλπο κι από τη μεριά που τον βλέπεις
μονάχα γλώσσα να σου θυμίζει που σαλιώνει τα χείλη
της γης όπως φουσκώνει από γαλάζιο και κύμα από άνεμο
απρόσκλητον εκείνη την ώρα του δειλινού ενός φθινοπώρου
που κλέβει πράσινο από καλοκαίρι κι άνοιξη.

Η θάλασσα κι ο νόστος και πέρα μακριά τα αχ που ταξιδεύουν
στο πέλαγο· τ’ αλμυρίκι στο προσκέφαλο κι η λεύκα μικρή·
οι ελιές στο πράσινο του Τέτση κι η συκιά στο μέσον του
χωραφιού· ο άνεμος στα μαλλιά της κι η άμμος των κρυμμένων
κοχυλιών· ο βράχος και το νερό που τον μαδάει.

Τα νέφη λαμπυρίζοντα κι οι ακτίνες του ήλιου στη βρεγμένη γη·
ένα βελανίδι στο βλέμμα της κι η σκιά του πεύκου στα σκαλάκια
της αυλόπορτας· το άλογο που χρεμετίζει μέσα στο χωράφι
με τις ελιές και τη συκιά δίπλα στη θάλασσα· το μικρό αγόρι
κρατημένο ελαφρά από το χέρι του πατρός.

Το φόρεμα της μάννας ο κήπος του μεσημεριού στις αυλές μας
και τα στήθη της γλώσσες παλλόμενες καμπάνας στ’ εκκλησάκι τ’ Α’ Γιαννιού·
Ιάνα! Ιάνα! φωνάζει το αγόρι και το άλογο τρέχει να το συναντήσει
πίσω από το φράχτη και το σώμα του ανασκιρτά ολόκληρο και τα πόδια
του έσκαψαν τη γη κι η μύτη του υγράνθηκε.

Τ’ αγόρι μπαίνει γαλάζιο στη θάλασσα κι εκείνη γέλασε και φάνηκε
ο βράχος και μετά σκεπάστηκε κι η άμμος μίλησε όπως σύρθηκε
απ’ το κύμα· το άλογο μένει να βλεφαρίζει μεγεθύνοντας τις εικόνες
κι η κοιλιά του άγουρο μωβ δαμάσκηνο στον ήλιο του μεσημεριού
κι ιδρωμένο από τη δροσιά της συκιάς.

Δυο κάστανα τα μάτια του κι η γραμμή τους σαν πλοκός στο πέριξ
των βλεφάρων· Ιάνα το κάλεσμα του αγοριού πάλι και ρύακες δίψας
ανοίγουν στο σώμα του αλόγου κι η συκιά κι οι ελιές του χωραφιού
εμέριασαν στον άνεμο να τους γλυκάνει μ’ εκείνο ακίνητο έμενε στον
φράχτη κι ο ήλιος έκαιγε τη γη και τη θάλασσα.

Η γραμμή των λόφων πέρα μακριά και τα σπίτια ροδόλευκα σα κοχύλια
της θάλασσας ξενιτεμένα κι άλλα στο χρώμα της λάσπης· κι οι ελιές πριν
τα πεύκα προβάλουν το φόντο στο προσκήνιο κι οι άνθρωποι κατάπληκτοι
στου δειλινού αυτή την ώρα· μαγεμένοι θαρρείς κι ήμεροι σιωπώντες
σαν τους έρωτές των να καλούν στο τοπίο.

Η θάλασσα κι ο νόστος και πέρα μακριά τα αχ που ταξιδεύουν
στο πέλαγο· τ’ αλμυρίκι στο προσκέφαλο κι η λεύκα μικρή·
οι ελιές στο πράσινο του Τέτση κι η συκιά στο μέσον του
χωραφιού· ο άνεμος στα μαλλιά της κι η άμμος των πεθαμένων
κοχυλιών· ο βράχος και το νερό που τον μαδάει ._

 

_____________
*Ηλεάνα, το όνομα του αλόγου – Ιάνα, στη γλώσσα του αγοριού

*
©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos, “Travessa dos Teatros”, Chiavo, Lisboa 2015