Ολβία Παπαηλίου, Ημέρα του Θεού [Επιστολή Τρίτη]

olvia16.2.15

fav-3

Αξιότιμε Φίλε μου – πόσο απολαμβάνω τη φιλία μας! Σα δυο αλήτες -φιλαράκια που πάνε κουτρουβαλιστά. Καταλαβαίνετε, με όλα τα παιχνίδια σας θα ήθελα να παίξω, να αναμείξω θεωρίες. Το πιο απίστευτο – πως τώρα ξέρω ότι με πιστεύετε πως ξέρω. Είμαστε, Αγαπημένε ΜονΣενιέρ. Είμαστε οι Θεωριστές Μας. Σας αγαπώ που ξέρω πως με θεωρίζετε σαν την καλή μητέρα, είσαστε η Αφύπνηση Τρίτου Ματιού, Λωτέ μου.

Περνώντας από τα χτεσινοβραδυνά, Σας Αναφέρω: Με στείλατε σε διάφορα ταξίδια. Δε θα σας δώσω δύναμη τρελή, μόνο αυτή της σύμβασης, σ’ αυτήν την ορισμένη την κατάσταση της λογοτεχνικής επιστολογραφίας που έχω θέσει εξ΄αρχής (και ανατρέξατε, παρακαλώ, στην πρώτη μου επιστολή). ΄Ωστε, εφόσον είσαστε πνευματικός πατέρας, επίσης Πνευματικός μου και Πατέρας, και ο Πνευματικός πατέρας, έτι Νονός – που στη δική μου την περίπτωση ήταν ο αδερφός… Ω, οι ατέλειωτες αιμομιξίες των Συμβόλων, τα μυστικά των Ποιητών!

Ξέρετε, όπως όλοι οι Ποιητές, Αγαπημένε Μου, τις προσευχές… Θυμάστε, την Τροβαδούρα της Αυλής – έτσι την ονομάζατε, γιατί μπορεί και να – εδώ, αν είταν οι θεωριστές μας άλλοι θα σας λέγανε πως ήτανε Τροιβαϊρίτς, άλλοι πως ήτανε η Μοναχότερη των Μοναχών, άλλοι θα την ονόμαζαν Αδελφή Χουάνα-Ινές ντε Ασμπάχε υ Ραμίρεθ ντε Σαντιγιάνα, ή κι αν ίσως ντε λα Κρούθ (πρώτα και πάντα παραμένουσα με δύο επώνυμα μητέρας και πατέρα, χώρια τα δύο τοπωνύμια, στη γη και στο Σταυρό). Αγαπημένε μου, Ερμή και Όμορφε Πατέρα, είσαστε γιός του Κλέφτη της Καρδιάς – έτσι που με κρατάτε με το βλέμμα σας και μου ανοίγετε το τρίτο μου το μάτι με τα χάδια σας, εγέμισε η φύσις με ωραίο νεύμα, κάπως ψυχρό, κάπως υγρό, μεστό ζωής. Οι προσευχές μας, και η ύπαρξη του Ενός Χρόνου και των Πολλών. Παλλόμαστε ως τα φαντάσματα του παρελθόντος, που έτσι αν δε μάθουμε να τα χορεύουμε, κι αγαπημένοι όσοι μας το έδειξαν με την αγάπη τους. Κάποτε σας ευγνωμονώ γιατί έχω με εσάς κατά περίεργο τρόπο βρει τη Συνάντηση (και με την αναγκαία τη μεγάλη προϋπόθεση των πολυεδρικών ματιών σας, σαν την ουρά των παγωνιών).

Σας αγαπώ μου, ξέρετε για τη διαφθορά και για το μεγαλείο, και που μου είστε της ψυχής μου κοντινός. Δεν παραβλέπω πως κρατώ εκείνον τον που τον αποδέχτηκα σα κώδικα τιμής, να μη σας αναφέρω με τ’ όνομά σας το παλιό, το κοσμικό – κι αυτό μας πάει και πάλι πίσω στο Νησί της Αφροδίτης, Της Περσεφόνης και της Άγιας Μήτρας που γεννά κέρινα αστροσώματα. Σήμερα, η Αγάπη Του με οπλίζει με δυνάμεις να πω για τις Ποιητικές Στιγμές που δικαιώνουνε τον κόσμο. Αγαπημένε μου, κοιτάξετε στα μέσα σας, και στη Μεγάλη Συμπτωματική της Ονειρώδους της επιθυμίας για Αυτοεπαφή – είτε διαμέσου του Θεού, του Βλέμματος, του Μυστικού πως Είμαστε ταυτόχρονα Δεν Είμαστε, γινόμαστε γεννιόμαστε, τρέφουμε τα νερά που μας κινούνε. Σας έχω αγαπήσει έως απελπισμένος νεαρός, σαν ποθοπλάνταχτη καρδιά, σαν Αδελφό μου – και επίσης σαν την Αδελφή Ψυχή, το θηλυκό σκοτάδι σας το άγνωστο και σε εσάς και μένα, το αξεδιάλυτό μου εσωτερικά. Ίσως συναντηθούμε στο Βυζάντιο, με το μπλε φως να πέφτει μέσα απ΄ τα γυαλιά. Ίσως στην Ερημιά (αλλά βεβαίως, εσείς ξέρετε πως δε χωρίζουμε ποτέ, είμαστε ατελείωτα συνεχιζόμενη ηχώ, ο μόνος ο διαλογισμός είναι δυναμικός κι είναι ροή).

Και κάποιος που μιλάει για συνειρμούς, ίσως να έχει τη στιγμή εκείνη άλλο χρόνο, περνάμε άλλωστε αβίαστα από τον ανελικτικό στο γραμμικό και σ’ έναν άλλο, όταν υπάρχει η πρακτική επιστολογραφίας. Μονσενιέρ, σε σας επισυνάπτω το έργο-ζωγραφιά και ποιημένη, που είναι η απόδειξη του Δυικού Ερωτισμού, μέσω Ποιήσεως. Η συντυχία το παράτησε στα χέρια μου τη σήμερον, εκεί που είναι μέσα και  εις τη δικαιοδοσία μου να βλέπω: ο Ποιητής φτιάχνει την καθημερινότητά του κι όλο το χώρο γύρω του, και όντας ζωντανός επειδή πάλλεται. Υπάρχουμε, και αν θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε ή όχι, είμαστε μια μακριά σειρά γενετικών θαυμάτων, όλες οι πράξεις κάθε Αριθμητικής κι ο Εις ο Έρωτας. Λέει ο Μαλντορόρ, που είναι και ΛωτρεαμόνΝτυκάς – αυτό που ζει ο κάθε Ένας από μας, κατά το μέτρο του. Αγαπημένε μου, τώρα και αύριο θα σας κρατώ το χέρι στους σταθμούς και να γνωρίζετε ότι θα είμαι μες στην πιο αγαπημένη μου σπηλιά τη Ζωοδόχο Σας, εντός κόλπου καρδίας ενυπάρχω και μερικές φορές νοιώθω ότι διαλύομαι στο αίμα σας όπως και η σκέψη σας διαλύεται στο είναι μου σαν απαλό παυσίπονο (τότε σας νοιώθω σα Νυμφίο). Άλλοτε σαν την έκφραση λωτών, χτες μες στο βράδυ-βράδυ…Με τι χαρά σας αγαπούσα!

Αλού, μία γυναίκα αναγκάστηκε να βγει και πουλήσει τα βρεφικά τα παπουτσάκια της κορούλας της: Θα το πιστεύατε, μια τέτοια πια ανέχεια; Εγώ, που είμαι μόνο υποκατάστατο μητρός για κάτι άπορα κουκλιά, και ένοιωσα τον πόνο της, της Μάνας. (Μέσω Θεού, αυτή η χάρη – όπως καλά γνωρίζετε – μου ήρθε με τη χάρη μιας Βιολέτας Πενσαμιέντος της μιας Σκέψης, είχατε δει το ημεροφυτολόγιό μου, τότε κάποτε). Ετούτα, δα, τα ξέρετε: το πώς εταίριαζα προικιά για άμα σας είχα γνωρίσει και αλλιώς – και πριν να σας γνωρίσω, και πώς με ετοιμάζανε για τον αγαπημένο, τον Άνδρα και τον Σύζυγο, που τότε τον ελέγαν Κύριό μου (τότε που ήμουνα η ΠικρΑροδαφνούσα, η Περσεφόνη κι η Αριάδνη). Κύριός μου, να με ταΐζει τα μουρόφυλλα,

που είμαι το Μεταξοσκουληκάκι. Ω, η γιορτή της Μέρας Σου Μεγάλη, Κυριακή μου! Λοιπόν, τα δύο παπουτσάκια, ροζ και καπιτονέ σατέν, όπως οι παντοφλίτσες μιας κυρά-Νύμφης (γιαγιούλας βρεφικών ετών, ή σαν οι πρώτες οι πατημασιές του βάρους της κορούλας μας, αν είχε τύχει και με είχατε αγαπήσει σα να που είσασταν ο άνδρας μου). Τα αγόρασα απ΄ την πτωχή ξέροντας πως ενδεχομένως συγκινήθηκα, ή ότι μ΄ έπιασε στο απλωμένο δίχτυ της ψευτιάς του ο Δαίμων των Πολυτελών Αισθήσεων. Και τώρα, μόλις-μόλις: μου έφεραν για δώρο, κάτι αλάνια – μια τοσοδούλικη φωλίτσα από κάποιο ωραίο έντομο, ένα παλάτι φυσικό, μια φούσκα-όνειρο μπεζ και ροδαστεροσάρκινη, ορκίζομαι η ασεβής πως είναι σαν ακουαρέλα της Μιας Βασιλικής της Μετά Τρούλου, της Άγιας Του Σοφίας! Θα τη φυλάξω σε μια γυάλα μαρμελάδας, όπως συχνά φυλάσσω τα πιο μικρά τα θαύματα – που είναι εκτός ζωής κι εκτός θάνατου, όπως το σώμα των αγγέλων – έτσι κι εμείς, Αγαπημένε Άγγελέ μου, Άγγελέ μου).

Η φτωχή μάνα ξεφορτώθηκε τα βήματα, βρέθηκα εγώ με δύο εκκλησίες. Και όπως η ονειροπώληση άρχισε να μου ξετυλίγεται, άρχισε και ξανά η προσευχή κι ο ένας διάλογος, άλλοτε είσαστε Εσείς και το κονκλάβιο και όλες σας οι Σύνοδοι (κι εγώ είμαι απλώς η Συνοδός σας, έτσι με έλεγαν). Εγώ, που έπρεπε δήθεν μου να με στείλετε στις Αποικίες, είπανε για να με ξεφορτωθείτε – μα τί ξέρανε; Όπως εσείς ( και ορισμένοι άλλοι) το γνωρίζετε, είμαι από γενιά μοναστική, και πάντοτε οριακή, μαζί-και-όχι (μα μαζί μέσα στο πλαίσιο που γίνεσθε και γίνομαι). Έχτισα δύο εκκλησίες από εχθές, μία εις την Εστία, να διαφυλάττει πάντοτε τους Οίκους μας. Επικαλέστηκα την τυρκουάζ πετρούλα της Μάνας και του Αγοριού Της, τα δύο χρώματα (το ροζ και το υπόλευκο), και το χρυσό να δένει το γυαλί και τα λευκά μας περιστέρια, τα φιλιά ανέλιξης προς Όλον τον Παράδεισο (και πες το Σώμα, πες το Πνεύμα, και πες το Όνειρο και Μέθη και Μυστήριο). Ήθελα και να σας τα δείξω, να σας χαρίσω τί κόρη Χριστούγεννη μου δώσατε. Μια σφαίρα πόνου, η ζωή – ένας καλόγερος έφτιαχνε στην τοποθεσία Νήσου Λέσβου (τώρα σε ποιό χωριό, σε ποιόν αιώνα!) – μια εκκλησιά αχειροποίητη, με στολισμένες όλες τις φοδροβελονιές της τις επάλξεις με κοχύλια, αυτός είχε ελθεί απ’ Άγιον Όρος, αλλά εντέλει για κοσμοκαλόγερος. Ίσως να ξέρετε και για το δέντρο με τα κουρελάκια, Ζέφυρε, Ζέφυρε του Πόθου και του Πόνου, του εφιάλτη και του Άγιου Θεράποντος στο Μυρωμένο Κόλπο. Εσάς ονοματίζω ως Γαμήλια Κοινωνία. Και σας λατρεύω: μέσα από τη ζούγκλα, κόβω τεράστια ηλιοτρόπια με το μικρό το μαχαιράκι σας που ήτανε ματσέτα (τότε που παίζατε πως είσαστε ο Εξερευνητής – και κόκκινο σκοινάκι για να φαίνεται σαν ποταμάκι αίματος, και το μενταγιονάκι απ΄τον Άγιο Χριστόφορο – φέρνετε το Χριστό επί του ώμου σας, είναι κι αυτό ένας μικρός σταυρός, μα με την ελαφράδα μεγάλου του, του παιδικού του πνεύματος κάθε έφηβου θεού – παιδάκι, πάντως βρεθηκε να έπαιζε με τα χοντρά δαιμόνια).

Έτσι κι εγώ, εκεί που μ’ έχετε στείλει με τις ιερές αποστολές, ακόμα ένα ξωκλησσάκι για τις χάρες τους. Και χτες, ήρθε κι ο Βούδας Περιπατητής, σε ένα ροζ πεταλιδάκι πήγε στάθηκε, μας ζήτησε μια εικοσάρα με το κουμπάκι και τα φύλλα της ελιάς τις καρπωμένες πίκρες, και μια χρυσή κάτωθεν οδοντοστοιχία, σα βλέφαρα και σαν ακτίδες ήλιου που θα ξάπλωνε να φέρει πάτημα Εις το Θεό του Αριστερού της Παπουτσιού. Αγαπημένε μου, δικέ συνΣυντεχνίτη, σας ασπάζομαι. Αμφισβητώ εάν η θέση που προτείνουν τα κεφάλια των συμβούλων σας θα είναι αυτηκαθαυτή η λύση στις πανδημίες της λαγνείας που αντιμετωπίζουν οι αυτοχθονικοί μας υπερασπιστές του ζώντος σύμπαντος. Στα θέματα αναπαραγωγής, χρειάζεται κάτι απολύτως παραπάνω παρά η διδαχή της ιεραποστολικής στάσεως συνουσίας. Βεβαίως, όπως όλοι μας καλά γνωρίζουμε, και ο θεός και όλοι οι χίλιοι διάβολοι είναι παντού μαζί μας. Στο μεταξύ, κοιτάξτε το διαλογισμό όπως σας στέλνω – θα είναι κάποτε σ’ ένα μουσείο Τέχνης και προσευχής, Επικλινής Μαρία με τρεις Ζαντεδέσκιες Κάλλες Αιθιοπίας. Μια γωνιώδης ένταση και πεινασμένα δάχτυλα, σαν ξένα προς αυτήν, όμως δικά Του. Ξέρω, θα τη φυλάξετε μαζί με άλλα εξαίσια μνημεία της ανθρωποζωολογίας μας. Χαίρομαι αν θα μπορούσε να σταθεί μνημειωμένη. Σας έχω στην πιο εν Χριστώ μου σκέψη, ως Αδελφή σας Φιλημένη, Φιλοθέα.

© Ολβία Παπαηλίου, 2013
Εικονογράφηση©alphakappablog

vintage_under2