Μαρίλια Γιακουμή, Κάποιο απόγευμα σ’ ένα παγκάκι [2016]

Αρχείο 02/02/2016

fav-3

Ήταν απόγευμα όταν εκείνη, ακολουθώντας την κλασική της διαδρομή μέσα από το συνοικιακό πάρκο, τον είδε. Δεν ήταν πρώτη φορά που τον έβλεπε, θες όμως από το τρομαχτικό παρουσιαστικό του, θες προκατειλημμένη από τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, δεν του είχε μιλήσει ποτέ ως τώρα. Σήμερα όμως, ήταν αλλιώς. Κάτι την τράβαγε να κάτσει δίπλα του. Αμίλητος και ακίνητος, καθισμένος στο παγκάκι κοίταγε πέρα στο βάθος. Οι εκφράσεις του προσώπου και το βλέμμα του γαλήνιο. Κάπου την τρόμαξε η τόση του ηρεμία. Μήπως ήταν υπερβολική? Στο μυαλό της ήρθαν τα λόγια των γειτόνων. Για όλους ήταν ο τρελός της περιοχής. Ζούσε μόνος του, δεν είχε ούτε συγγενείς, ούτε φίλους, τα πρωινά συνήθιζε να κάνει βόλτες στη γειτονιά και τα απογεύματα καθόταν στο ίδιο παγκάκι. Τόσα χρόνια ζούσε από τις ευεργεσίες διάφορων ανθρώπων και τόσο η μορφή του όσο και η αβάσταχτη μοναξιά του κάπου κάπου δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό του τρελού. Τουλάχιστον, έτσι όπως, συμβατικά, τον έχουμε πλάσει στο μυαλό μας.

Αυτά σκεφτόταν και σηκώθηκε διακριτικά να φύγει, όταν γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε.

-Μη φεύγεις, κάτσε! Πρώτη φορά στέκεσαι, μπορεί να είναι τυχαίο, δεν ξέρω, αλλά οι διαδρομές μας κάπου ενώθηκαν σήμερα. Μόνο γι’ αυτήν την στιγμή γίνε κομμάτι του κόσμου μου και άσε με να γίνω μέρος του δικού σου.

Γιατί όχι, σκέφτηκε? Τι χειρότερο μπορούσε να της συμβεί σήμερα? Άλλη μια άθλια ημέρα στη δουλειά, ένας ακόμη καβγάς με τον φίλο της, η αίσθηση ενός γενικότερου αποπροσανατολισμού που βίωνε εδώ και μέρες και τώρα έπιασε και φιλίες με τον πιο περίεργο άνθρωπο που γνώριζε. Μάλλον όχι, δεν πάει χειρότερα.

-Ωραία, έκατσα. Και τώρα? θα μείνουμε στη σιωπή?

– Σιωπή δεν είναι πάντα όταν δεν μιλάς. Εγώ περνάω τον περισσότερο μου χρόνο στη σιωπή αλλά οι σκέψεις ουρλιάζουν στο μυαλό μου. Άκου γύρω σου. Το θρόισμα των φύλλων, η πνοή του ανέμου, οι φωνές των ζώων, αν είσαι τυχερή μπορεί ν’ ακούσεις και τον σπόρο που τρυπάει το έδαφος και βλασταίνει. Η φύση, μικρή μου, δεν σιωπά ποτέ.

Λίγα λεπτά μετά, άκουγε ήχους που ποτέ πριν δεν είχε ακούσει. Κάθε μέρα διέσχιζε το ίδιο πάρκο και δεν άκουγε τίποτα.

– Έχεις τόσο δίκιο. Η φύση δεν σιωπά ποτέ. Να σε ρωτήσω κάτι?

– Ό,τι θες.

– Δεν μιλάς ποτέ με κανέναν. Γιατί μίλησες σε μένα, δεν με ξέρεις καν.

– Και; Πρέπει να σε ξέρω για να σου μιλήσω; Στον δικό μου κόσμο, εγώ βάζω τους κανόνες.  Στον δικό σου κόσμο η φωνή μου δεν ακούγεται, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Και δεν χρειάζεται να σε ξέρω, μόνο να θέλω να σου μιλήσω. Κάθε μέρα σε βλέπω να τρέχεις με τ’ ακουστικά σου. Σήμερα, χωρίς αυτά, μου φάνηκε πως είχες ανάγκη να κάτσεις σ’ αυτό το παγκάκι. Βλέπεις οι άνθρωποι, συνηθίζουν να προχωράνε σε επόμενο παγκάκι αν δουν κάποιον να κάθεται σε αυτό που ήθελαν. Νιώθουν άβολα να κάτσουν με άλλον, με κάποιον ξένο. Εσύ όμως, σήμερα, ήρθες μόνη σου. Σήμερα για σένα, ο μόνος πραγματικά ξένος ήταν ο εαυτός σου. Εγώ απλά σε καλωσόρισα.

– Ναι, ίσως σήμερα δεν υπήρχε κάποιος πιο ξένος από εμένα την ίδια. Τις τελευταίες μέρες νιώθω πως αλλάζω. Άλλα θέλω κι άλλα κάνω εν τέλει. Δεν ξέρω πια ποια είμαι. Εσύ ζεις ελεύθερος, εγώ όχι τελικά. Στο μυαλό σου είναι όλα απλά, στο δικό μου είμαι παγιδευμένη ανάμεσα σε επιθυμίες και πρέπει, συμβατικούς κανόνες που δεν σπάνε. Και κάπως έτσι φτάνεις σ’ ένα σημείο που τα πάντα σε τρομάζουν, τι είναι αλήθεια και τι ψέμα δεν ξέρεις.

Την άκουγε αμίλητος, κοιτώντας την να μπλέκει και να ξεμπλέκει τα δάχτυλά της νευρικά.

-Όλοι έχουμε κάποια φυλακή μέσα μας . Άλλοι πιο μεγάλη, άλλοι πιο μικρή. Άλλοι συνειδητά και άλλοι όχι. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να την ανακαινίσεις. Μπορείς αν θες να της αλλάξεις κάγκελα. Να είναι από πλαστελίνη, όχι από σίδηρο. Στο μυαλό σου είναι, ότι θες την κάνεις.

– Μάλλον. Πολλές φορές όμως οι φυλακές σου, επηρεάζουν τις αποφάσεις σου, σε ρίχνουν σε αβυσσαλέα διλήμματα και μετά σε πετούν στο χάος.

– Στο χάος όμως μπορείς να πετάξεις, στη γη όχι τόσο εύκολα.

-Στη γειτονιά, σε λένε τρελό. Εγώ όμως στα λόγια σου δεν βρίσκω τίποτα παράλογο. Μήπως τελικά εγώ είμαι τρελή και εσύ όχι; Και τι διάολο είναι τελικά η τρέλα; Ποιός την ορίζει;

– Ζούμε σ ’έναν κόσμο με πληθώρα αγαθών και εκατοντάδες ανθρώπους που πεθαίνουν από την πείνα την ίδια στιγμή που άλλοι πεθαίνουν από το πάχος, γυναίκες που βάφονται και βάζουν πάνω τους ψεύτικα πράγματα για να είναι όμορφες, παιδιά που φοβούνται και κλαίνε αντί να παίζουν και να γελάνε. Σ ‘έναν κόσμο που κάποιοι αποφασίζουν πόσοι θα ζήσουν και πώς, που κάποιοι καίνε τα δάση, πατάνε τα λουλούδια και σκοτώνουν τον ήλιο αντί να αγκαλιάζουν το φως και τη ζέστη του. Σ‘ έναν κόσμο που με λέει τρελό γιατί καλημερίζω τους αγνώστους, που με πετάει γιατί γελάω χωρίς λόγο και γιατί προσπαθώ να κοιτάξω κατάματα τον ήλιο.  Η τρέλα του κόσμου μικρή μου, δεν είναι τίποτα μπροστά στη δική μου. Η δικιά του λογική είναι παράλογη για μένα. Η φωνή μου είναι ανυπόστατα λόγια στ’ αφτιά του και για μένα η «τρέλα» μου, είναι το μόνο καταφύγιό μου.

-Σήμερα και για κάθε ώρα από εδώ και πέρα, τα λόγια σου θα είναι η μόνη λογική για μένα, είπε εκείνη και του έτεινε το χέρι της.

– Σήμερα και για κάθε ώρα από εδώ και πέρα , το πρόσωπο σου θα είναι η γλυκιά ανάμνηση ενός όμορφου και διαφορετικού απογεύματος, είπε εκείνος και προσπερνώντας το χέρι την πήρε αγκαλιά.

*

©Μαρίλια Γιακουμή
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Parc sportif des Trois Tilleuls — Watermael-Boitsfort, 2009″