Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Τσάι κεράσι [2016]

Αρχείο 18/02/2016

favicon

Σήμερα το απόγευμα ο καιρός ήταν βροχερός. Η πόλη μύριζε πεθαμένο ψάρι. Βγήκα στη βεράντα κι έστησα το μεγάλο κάδρο με τη φωτογραφία σου στην πολυθρόνα. Εκείνο το μεγάλο, που το έβρισκες τερατώδες, κι έλεγες πως ένα τόσο μεγεθυμένο πρόσωπο δεν είναι πρόσωπο αλλά εφιάλτης. Μπροστά σου έβαλα ένα μεγάλο βάζο με λουλούδια. Κλάρες κερασιάς, ξέρεις. Θα τις φωτογραφίσω κάποια στιγμή.

Κάθισα δίπλα σου κι άναψα ένα τσιγάρο. Το τραπέζι της βεράντας έχει ξεφτίσει. Κάποτε θα το περάσω ένα χέρι πλαστικό. Το μέταλλο έχει αρχίσει και σκουριάζει. Μ΄αρέσει το χρώμα της σκουριάς κάτω από την χακί λαδομπογιά. Μόλις φύσηξε ένας αέρας δυνατός, που τίναξε τα άνθη της κερασιάς και το τραπέζι γέμισε ροζ πέταλα. Με ενέπνεαν όλα αυτά τα χρώματα μπροστά μου. Και η φωτογραφία σου στην πολυθρόνα, πολύ εμπνευστική. Σκέφτηκα πως αν ήσουν εκεί θα σε τάιζα καραμέλες κεράσι, από κείνες τις ζαχαρωτές που προτιμάς, με τη μαλακή σάρκα, που θα σε έβαζα να τις δαγκώνεις σιγά σιγά, να τις μασάς και μετά να μου ανοίγεις το στόμα να δω αν το κατάπιες όλο.

Ο ουρανός ήταν μολυβένιος. Σαν στρατιώτης που ετοιμάζεται να λιώσει. Στην απέναντι ταράτσα κάποιος είχε απλώσει μια σειρά κοντές, λευκές κάλτσες. Βαμβακερές, υποθέτω. Σκέφτηκα πως θα ήταν όμορφο δίπλα τους να είχε κρεμάσει κι ένα πράσινο κιμονό με χρωματιστά λουλούδια. Τότε θα είχα κάθε λόγο να περιμένω πως στην άκρη της σκηνής, από στιγμή σε στιγμή, θα φαινόσουν κι εσύ. Ήξερα πως δεν επρόκειτο να συμβεί.

Μετά σηκώθηκα και κρεμάστηκα στο γείσο της βεράντας. Είχε υγρασία και τα χέρια μου βράχηκαν με το που άγγιξα το τσιμέντο. Κάτω, χαμηλά, στην άκρη του δρόμου διέκρινα ένα χαμάλη που κουβαλούσε μια γριά κι ένα κοριτσάκι στο καρότσι του. Η γριά κρατούσε μια λαχανί ομπρέλα με ιβίσκους. Ήταν τόσο μεγάλοι που διακρίνονταν εύκολα από ψηλά. Δεν είχε νυχτώσει ακόμα, όλα ήταν υπαρκτά. Λίγο πριν στρίψουν στο στενό με τα μπλε σπίτια, είδα πως στο πεζοδρόμιο ήταν παρατημένος ένας διθέσιος κόκκινος καναπές που δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ μου.

Φαντάστηκα ένα ανήλικο αγόρι με ξυρισμένα φρύδια που μόλις ασπάστηκε τον Σιντοϊσμό να κάθεται πάνω του με διπλωμένα πόδια και να μασουλάει την ουρά από τον σταχτί σιλικονένιο δράκο του. Ήταν λυπημένο, επειδή ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα έμπαινε στο μοναστήρι και το αγαπημένο παιχνίδι του θα έπρεπε να το αποχωριστεί. Και αφηρημένο, φυσικά, όπως είναι όλα τα ανήλικα αγόρια με ξυρισμένα φρύδια που κάθονται σταυροπόδι πάνω σε έναν κόκκινο καναπέ στην άκρη του δρόμου.

Κοίταξα το ρολόι μου, είχε πάει επτά. Έσκυψα πάνω σου και σου φύσηξα μέσα στα ρουθούνια λίγη ανάσα. Ύστερα μπήκα μέσα, άναψα το φως κι έβαλα να φτιάξω ένα τσάι κεράσι.

*

©Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Bxl 2010_A”