Λίνα Φυτιλή, Παράξενο καλοκαίρι -απόσπασμα [2016]

Αρχείο 10/03/2016

ΔιηγήματαΚυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Τα πράγματα που μας συντροφεύουν

Τη μέρα που μου έκαναν έξωση από το διαμέρισμα, κατέβηκα στο κέντρο. Με τα πόδια από το Σύνταγμα ως την Καραγιώργη Σερβίας κι ύστερα καρφί στην Πατησίων, ψάχνοντας για δουλειά. Μια οποιαδήποτε δουλειά. Γύριζα σαν μετανάστης στην ίδια μου την πόλη. Ήταν ένας παγερός Δεκέμβρης, μια μέρα μουντή, κρύσταλλο. Ένα γκρίζο φως διαχεόταν παντού εκείνο το πρωινό, που μετέβαλε την ατμόσφαιρα της πόλης κι έφερνα στο νου μια άλλη εικόνα της, αγνώριστη και εχθρική. Οι άνθρωποι, σκυμμένοι μέσα στα παλτά τους, προσπερνούσαν τους διπλανούς τους, με καχυποψία στο βλέμμα. Μάλλον βιάζονταν να  πάνε στα σπίτια τους με τέτοιο κρύο, να ζεσταθούν δίπλα σε κάποιο αναμμένο καλοριφέρ – οι πιο τυχεροί – κι οι υπόλοιποι, κοντά σε ένα  φτηνό θερμαντικό σώμα,  που θα απόδιωχνε προσωρινά την παγωμάρα του δωματίου. Τους παρατηρούσα και παρακαλούσα κρυφά να έβρισκα μια δουλειά, να έβαζα λίγα χρήματα στην άκρη, ώστε να ζούσα πάλι σε ένα σπίτι αξιοπρεπής, χορτάτος και ήσυχος

Ένιωθα ότι μια λεπίδα μάτωνε ό, τι καλό είχε απομείνει μέσα μου, δεν ξέρω, μάλλον έφταιγε η κουβέντα της Λένας, μια φράση, που ξεστόμισε τη στιγμή που τακτοποιούσε τα τρόφιμα, στα ράφια της κουζίνας. Τα στοίχισε σαν τουβλάκια μέσα στο ντουλάπι κι ύστερα πέταξε το μπουφάν της πάνω στην καρέκλα. «Πάντα πρέπει να σκεπάζουμε τα πράγματα που μας συντροφεύουν. Ακόμη κι αν είναι για λίγο…» είπε και με κοίταξε με νόημα.

Βρήκα μια γωνιά σε ένα γιαπί. Ένα δωμάτιο δικό μου. Μισοχτισμένο βέβαια, έμπαζε από παντού. Πήρα ό,τι μπορούσα από το παλιό μου σπίτι: ένα ράντζο, δυο καρέκλες, το γκαζάκι και μια μοκέτα. Η Λένα μου έδωσε ένα τραπεζάκι μικρό, την παλιά της ντουλάπα, ένα ράφι με ροδάκια και δυο μάλλινες κουβέρτες.

Από το καταφύγιό μου, κοίταζα πρωί – βράδυ, τους γείτονες που μπαινόβγαιναν στα σπίτια και στ΄ αυτοκίνητά τους. Στην πραγματικότητα ήμουν τυχερός, επειδή οι εργασίες στην οικοδομή είχαν διακοπεί.

«Η Ακάλυπτη Βίλα είναι το κεραμίδι σου» μου έλεγε καμιά φορά η Λένα κι έβαζε τα γέλια, όχι τόσο για να υποστηρίξει το αστείο της αλλά για να σπάσει την αμηχανία της λύπης.

Πέρασα πολλές ώρες στην Ακάλυπτη Βίλα, με το φεγγάρι συντροφιά, ν’ ακουμπάει την άκρη του κρεβατιού και να χαϊδεύει τα λιγοστά μου υπάρχοντα. Παρατηρούσα το φως που γλιστρούσε, πότε πάνω στους τοίχους, πότε  στα γειτονικά διαμερίσματα κι άλλοτε πάνω στα υγρά πεζοδρόμια, όπου περπατούσαν οι τελευταίοι ξενύχτηδες, λίγο πριν τρυπώσουν στα σπίτια τους και καπνίσουν ένα τελευταίο τσιγάρο.

Τα πρωινά στεκόμουν στο μπαλκόνι κι έβλεπα τη βροχή ενώ ψέκαζε την πόλη, τις πολύχρωμες ομπρέλες των περαστικών, τις δεκαοχτούρες που γουργούριζαν στα διπλανά υπόστεγα κι έπιναν το νερό, που έτρεχε μέσα από τα στενά αυλάκια. Κι όταν είχε καμιά χειμωνιάτικη λιακάδα, παρατηρούσα τον ήλιο που έκανε ακόμα και την Ακάλυπτη Βίλα να λάμπει ανάμεσα στα ξερόχορτα και τα πεταμένα μπάζα.

*

©Λίνα Φυτιλή