Δημήτρης Τσίτος, Πως γνωρίστηκα με τον Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι (Ιωσήφ Στάλιν)

Αρχείο 18/03/2016

favicon

Την 5η Μαρτίου συμπληρώθηκαν 62 χρόνια από το θάνατο του Στάλιν. Με αφορμή αυτή την επέτειο μου ήρθε στο νου η γνωριμία που έκανα μαζί του την άνοιξη του 1951.

Η συνάντηση έγινε στο σπίτι μας στην Ξάνθη, στη Λεωφόρο Καβάλας 156 – δίπλα στην κλινική του Πετρόχειλου και κολλητά στο τρίτο δημοτικό σχολείο. Το σπίτι αυτό ήταν του παππού μου – Οικονόμος και Πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Ξάνθης, ο Παπα-Δημήτριος Τσίτος – ο οποίος είχε πεθάνει στην κατοχή στην Αθήνα, κυνηγημένος από τους Βουλγάρους (είχε προηγούμενα μαζί τους από τον πρώτο πόλεμο) όταν μπήκαν στην Ξάνθη με τους Γερμανούς στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα, όταν τα πράγματα τακτοποιήθηκαν, το 1954 το Ελληνικό Δημόσιο έκανε κατάσχεση στο σπίτι μας και για ένα διάστημα λειτούργησε ως το Υγειονομικό Κέντρο της Ξάνθης.

Όταν τον πρωτοείδα, τον Στάλιν, θυμούμαι ότι ήμουνα σε ένα δωμάτιο του ισογείου.

Αμέσως, μου έκαναν εντύπωση τα μεγάλα του μουστάκια. Ήταν ένα χαρακτηριστικό που κυριαρχούσε στο πρόσωπό του. Κάλυπταν μεγάλο μέρος του προσώπου του και είχαν μια περίεργη αρχιτεκτονική τοποθέτηση στο σύνολο των υπολοίπων χαρακτηριστικών. Δεν ξέφευγε ούτε μία τρίχα –προφανώς χρησιμοποιούσε μαντέκα- και ήταν καλοσχηματισμένα και με μεγάλη ακρίβεια. Δεν μπορούσες, όμως, να πεις, με ασφάλεια, αν προσέθεταν ή αν αφαιρούσαν από τα υπόλοιπα στοιχεία της έκφρασης. Πάντως, ήταν εξόχως επιβλητικά με εκείνο το μαύρο – γκρι χρώμα τους. Ήταν το πρώτο σημείο όπου έπεφταν τα μάτια σου.

Αφού καρφώθηκα για ένα διάστημα εκεί, στα μουστάκια, το βλέμμα μου κινήθηκε στα μάτια του. Τα μάτια του είχαν κάτι το περίεργο, κι αυτά. Σκουρόχρωμες κόρες, με μια έντονη έκφραση, πολύ δυναμική και διαπεραστική –όσο κι αν δεν ήθελες να σε ψάξουν-, και δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν ένα υπομειδίαμα ότι ένιωθε ευχαρίστηση που σε έβλεπε, ή μια απειλή για το τι θα μπορούσες να πάθεις. Ένιωθες, όμως, αμέσως και τα δύο αυτά συναισθήματα χωρίς να είναι δυνατόν να απομονώσεις το ένα από το άλλο.
Τα μαλλιά του γκρι, από μαύρα ζινάτα και ασημιά, ήταν χτενισμένα προς τα πίσω και χωρίς χωρίστρα. Ήταν ίσια μαλλιά, γερά, ατίθασα και εύκολα καταλάβαινες ότι ήθελαν να ξεφύγουν από τη φόρμα που τους είχαν δώσει, όμως κάτι τα κρατούσε στη θέση τους.

Η μύτη του μεγάλη αλλά όχι ενοχλητική, κρατούσε σε ισορροπία όλα τα άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου.

Το ντύσιμό του ήταν, κι αυτό, εντυπωσιακό. Κάπως κλασσικό χακί χρώμα με κουμπωτό γιακά απ όπου φαινόταν στο μέσα μια άκρη από ένα άσπρο πουκάμισο. Στην αριστερή μεριά ήταν καρφιτσωμένο ένα χρυσό αστέρι με μια κόκκινη κορδέλα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η απλότητα, μιας και θα μπορούσε να βάλει στο σακάκι του όσα παράσημα θα ήθελε ώστε να έχει εκείνη την όμορφη ποικιλία χρωμάτων που προκαλούν δέος και σεβασμό σε όσους δεν τα έχουν.

Στο δεξί του χέρι είχε ένα τσιγάρο ενώ το αριστερό δεν φαινόταν θα θέλει να το χρησιμοποιήσει – τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχα αποκομίσει. Γούστα, όμως, είναι αυτά.
Στέκονταν εκεί, απέναντί μου, με κοίταζε – τον κοίταζα και ενώ αυτός δεν έκανε καμιά προσπάθεια να απαγκιστρωθεί από το βλέμμα μου, εγώ δεν μπορούσα να ξεφύγω από το δικό του. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι άβολα, κάτι με έσφιγγε.

Από τη στενόχωρη, πια, κατάσταση με λύτρωσε η μητέρα μου.

«Τον βλέπεις τον Στάλιν; Κοίταξέ τον καλά. Πολύ καλά. Αν δεν φας όλο το φαγητό σου, θα σε φάει. Και να ξέρεις, δεν αστειεύεται. Δες τον πως σε κοιτάει.»

Έφερε τη φωτογραφία του Στάλιν πιο κοντά μου.

Από τότε, και για κάποιο διάστημα, με τον Στάλιν συναντιόμασταν σχεδόν κάθε μέρα –γιατί ήμουν ένα άφαγο και μίζερο παιδί. Δεν χρειάσθηκε ποτέ να συζητήσουμε. Τον κοίταζα, με κοίταζε και τα βρίσκαμε.

Δεν μπορώ να πω… όντως με βοήθησε να αναπτυχθώ σωστά τρώγοντας ότι έπρεπε και όσο έπρεπε, και μάλιστα χωρίς αντιλογίες, προς ανακούφιση της μητέρας μου.

Θυμούμαι ακόμη και τώρα εκείνη τη γνωριμία…

*

©Δημήτρης Τσίτος