Αλέξανδρος Αραμπατζής, Τον καυτό λίβα αλέθουν οι ασημένιες βεντάλιες

Αρχείο 18/03/2016

favicon

Είμαι  προσκυνητής των μικρών ευκαιριών και των μεγάλων πόθων. Το είπα. Τι είπες; Η πλουμιστή αηδόνα, που κάθεται ακριβώς απέναντί μου, και, Θεέ μου, ποτέ, μα ποτέ δεν καταλαβαίνει τίποτα, τίποτα δεν καταλαβαίνει, μα ποτέ δεν καταλαβαίνει τίποτα, πήρε την έκφραση μαϊμούς που την τσίμπησε μολυσμένο κουνούπι και τώρα αναρωτιέται, εμφανώς αγχωμένη, εμφανώς εκνευρισμένη, αν το τσίμπημα εξελιχθεί σε δυσάρεστο χοντρό σπυρί, χοντρό σαν κόκκινο πετράδι.

Στο μεταξύ, εγώ, Θεέ μου, εξελίσσομαι σε χοντρό βραδύκαυστο πυρπολητή του λογικού ειρμού μιας συζήτησης που δεν οδηγεί πουθενά. Μια συζήτηση δεν οδηγεί πουθενά όταν ο ένας τουλάχιστον ομιλητής είναι προικισμένος με χάρη κι ο άλλος ομιλητής είναι προικισμένος με αντίχαρη.  Ουπς, νάτην μπροστά μας μια πλούσια σαλάτα. Ουπς, νάτα μπροστά μας δυό χοντρά πιρούνια να μπήγονται με βία στην ευάλωτη σάρκα μιας ώριμης ντομάτας και, Ουπς, νάτην μπροστά μας η σκοτεινή μονομαχία δυό βλεμμάτων που διεκδικούν την έκβαση του ίδιου επεισοδίου.

Είσαι επιθετικός και νευρικός σήμερα, νομίζω; με στοχεύει με τον πρόβειο κρετινισμό της κι αυτό με σαλτάρει. Εγώ; Μπα, ιδέα σου, καθόλου. Αρπάζει ένα μαχαίρι, το κουνάει στον αέρα, το παρατηρεί αόριστα, σα να μη ξέρει τι να το κάνει, το κατεβάζει απότομα και κόβει ένα κομμάτι τυρί. ΄Ακου να δεις τι συμβαίνει, αγάπη μου: οι στρατηγοί ανήκουν στους ελάχιστους εμπλεκόμενους που βρίσκουν πάντα  καλούς λόγους για να μην τελειώσει ποτέ ένας πόλεμος. Μάλλον φρικάρει. Και τι σχέση αυτό; Εύστοχη ερώτηση. Προφανώς καμία.Ερεθίζεται. Και γιατί μου τσαμπουνάς συνέχεια άσχετα πράγματα; ΄Ομορφη ερώτηση. Και εύλογη συνάμα. Ομολογουμένως. Χρήζουσα όμορφης κι εύλογης απαντήσεως. Για να σκεφθώ λίγο. Ε, ναι, μπορώ ν΄ απαντήσω σ΄ αυτήν την ερώτηση μ΄ ένα μικρό λογύδριο: ΄Ακου να δεις τι συμβαίνει, αγάπη μου: τα δυστυχισμένα μου κίνητρα έχουν προσκρούσει στον ύφαλο των  πρόδηλα ανόητων προσδοκιών μου, μέσα σε κλίμα γενικευμένης έντασης, όπου το πολύ και τα λίγο, απαντούν με ζέση στον κάθε ηθικό ανασκευαστή: Αλληλούια! Αλληλούια! Δεν καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει… Μήπως εγώ καταλαβαίνω; Και τώρα τι θέλεις να μας πεις μ΄ αυτό; Το παίζεις κρετίνος;

Οι όμορφες πρώτες στάλες του φθινοπώρου αποδεικνύονται η κατάλληλη αφορμή για να αποκαλύψεις τις φωτεινές ατραπούς των σκοτεινών προθέσεών σου. Απλούστατον, αγάπη μου! Αντωνάκης: Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω. Τέρμα το τζάμπα φαγοπότι, κυρία μου. Ο γάμος μας εξόκειλε στην πηχτή αηδή σάλτσα της αστακομακαρονάδας. Από δω και πέρα κάθε μπουκιά και μια πικρή ανάμνηση, από δω και πέρα κάθε πικρή ανάμνηση ένα κακόβουλο επιχείρημα, από δω και πέρα κάθε κακόβουλο επιχείρημα μια μαχαιριά στην αξιοπιστία.  Απρεπές και περίεργο! Το γκαρσόνι κάτω από την ποδιά ξύνει τ ΄αρχίδια του.

Κανονικά εδώ θα έπρεπε να ηχήσει ποδοβολητό βουβαλιών, ή, τουλάχιστον ένα οξύηχο ανατριχιαστικό φρενάρισμα ή μια φρικιαστική κορώνα ή ένα καμπανάκι στοιχειωμένης άμαξας.  Χμ, τίποτα. Αντ΄ αυτού ένα παθητικό ζουζούνισμα, μια υπερφίαλη παύση, το φτερούγισμα μιας αυταπάτης, η εκροή μιας υγρής απάθειας. Χμ, τρομερό, ξαφνικά στο ταβάνι και στο πάτωμα φύτρωσαν σταλακτίτες και σταλαγμίτες, χμ, ανεπαίσθητες οιμωγές καταφθάνουν ξέμπαρκες από το φεγγάρι, χμ, η ώρα είναι εννέα και τριάντα μετά μεσημβρίας ακριβώς και … ένα όνειρο αυτοκτονεί στο περβάζι…

Θα το επαναλάβω ξανά και ξανά, κυρία μου: προτιμώ την ευθανασία του μέλλοντός μου από την αθανασία των ψυχρών ρευμάτων αέρα του παρόντος μου. Ορίστε, τώρα, ακούω, τι έχεις να απαντήσεις; Τίποτα, έτσι; Τίποτα; Μπίνγκο! Να που μια φορά κι εγώ σου την έφερα. Σου την έφερα, σου την έφερα, σου την έφερα.

Αχά! Από την ζεματιστή περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκτιμώ πως περιβάλλομαι από κακόπιστο ακροατήριο.

Ουπς, τι συμπεριφορά είναι αυτοί, κύριοι, κάτω τα χέρια, μα επιτέλους, τι συμβαίνει; Μα πως βρέθηκαν Οθωμανοί με γιαταγάνια σ΄ ένα καθώς πρέπει εστιατόριο;

Ελάτε μαζί μας, κύριε. Η πανσέληνος προφανώς σας αποσυντονίζει.

Μες στο πανδαιμόνιο η μορφή της λάμιας λίμνασε σ΄ ένα σύννεφο πυκνού καπνού από καμένο λάχανο.

 Κανάγιες, με τις κατάλευκες δαιμονικές ποδιές και τους συρμάτινους ιμάντες, παρατήστε με, είμαι ο ταξιδευτής του χρόνου! Πλησιάζω το τελευταίο σύνορο του κόσμου, λεπτό σαν τρίχα, που δεν σπάει ποτέ και με τίποτα, ποτέ, ποτέ, ποτέ και με τίποτα.

*

©Αλέξανδρος Αραμπατζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης