Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Βαλκανική οδός

Αρχείο 22/03/2016

fav-3

Σεράγεβο
Mετά τη μάχη, αφού ορκίστηκαν στ΄όνομα του Μάρκο Κράλιεβιτς και φόρτωσαν στους ώμους τα προγονικά οστά, έσφιξαν τα χέρια τους και έγιναν η σπορά του ανέμου. Θεσσαλονίκη, Βιέννη, Βελιγράδι, Σεράγεβο, Πρίστινα, Γιάννενα. Εκεί έστησαν κοινότητες, έκαναν παιδιά και πλήθυναν, όπως ακριβώς προβλέφτηκε. Τώρα όλος ο κάμπος τους ανήκει. Αν σταθείς από ψηλά θα δεις λωρίδες καλλιεργήσιμης γης, κανάλια και υποστατικά στο βάθος του ορίζοντα. Μια φορά το χρόνο συνοστίζονται στην πλατεία των εθνών, καλώντας σε προσκλητήριο ονόματα παλαιών αγωνιστών. Μες σε ρίγη συγκίνησης ορκίζονται στις σημαίες, στα λάβαρα και τις αρχαίες πόλεις πως κάποτε θα επιστρέψουν.

Οι ίδιοι λένε, κάθε που γεννιέται ένας πατριώτης μας, η ιστορία του τόπου ζει επαναληπτικά απ΄την αρχή ως το τέλος της. Αναβιώνονται όλες οι στροφές της ανθρώπινης ιστορίας, οι εκπλήξεις, τα δράματα, οι ξεριζωμοί Σε κάθε γέννα ξαναζεί το έπος, το δράμα και η ελπίδα.

Μια επιγραφή και τ΄άγαλμα του Κράλιεβιτς στα πόδια της Μητέρας, όπως οι πιετά των καθολικών κοιτίδων αποχαιρετά τους ταξιδιώτες. Αιώνες ολόκληροι μεταφράζονται σ΄αρχαία δάση, κοίτες ορμητικών ποταμών, απόφωνα εποχών που έληξαν πια για πάντα. Ερείπια και συντρίμια κρύβουν τώρα πια για πάντα το δρόμο προς τις Αλεξάνδρειες.

Σρεμπρένιτσα
Έτρεξαν, ρώτησαν, οι πόρτες των σπιτιών δεν άνοιγαν. Στ΄ άδεια σπίτια τα σπασμένα γυαλικά και τα αίματα μαρτυρούσαν πως κάτι είχε τελειώσει βίαια. Φιγούρες βγαλμένες απ΄τα παραμύθια του Δρίνου, γυναίκες τρελές από πόνο και αγωνία έδειχναν προς το εργοστάσιο του ψευδαργύρου. Οι στρατιώτες παραταγμένοι στις άκρες του δρόμου φόρτωναν τον εξοπλισμό τους. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε για να σωθεί, έλεγαν και αποχωρούσαν κατά έθνη.

Οι εκτελεσμένοι έφεραν δυο πληγές. Μια στη βάση του λαιμού και άλλη μια, αναβλύζουσα εις τους αιώνας των αιώνων, στην αριστερή ωμοπλάτη. Κάπως έτσι  το μισο φεγγάρι πνίγηκε για πάντα στην αγκαλιά του ποταμού.

Τ΄αμφιθέατρα των ονομάτων, τ΄άσπρα πλοία, τα ρεύματα και τα σήματα δεν  θα  μας αφήσουν να ξεχάσουμε..

Πόγραδετς
Όταν χορεύει ο Κράλιεβιτς, όλα τα κορίτσια τον συντρέχουν. Με μια φιγούρα του γκρεμίζει τους λόφους κατά το βορρά και άλλοτε πάλι, διψασμένος σκύβει και πίνει απ΄τις κοίτες. Τα κορίτσια τον κοιτούν μες στα μάτια, μαντεύουν όλες τους τις επιθυμίες. Και εκείνος, όμως σε κάθε μια που τον συνοδεύει στο χορό χαρίζει μια χρυσή αλησίδα φτιαγμένη στην Αντιόχεια και τη Θεσσαλονίκη. Άμα πέσει η νύχτα ο Μάρκο Κράλιεβιτς χάνεται μες στις ομίχλες,  ήχοι απ΄όργανα  που σβήνουν. Αργά τ΄άσπρο του άλογο χάνεται μες στις λόχμες, ιδρύοντας ξανά και ξανά το μύθο του. Όσοι κατέφυγαν στις πόλεις για να σωθούν δίνουν τ΄όνομά του στα παιδιά τους. Ο Μάρκο, λένε, ο Μάρκο θα ΄ρθει ξανά, θα πιάσει το τραγούδι, ο κάμπος θα θυμηθεί και θα μιλήσει.

Μοσχόπολη
Αγαπημένη μητέρα,
Έφθασα προ εβδομάδος στην Μοσχόπολη. Πρόκειται για μια περίφημη πολιτεία, γεμάτη μουσεία, ναούς, εμπόρους. Βρήκα γρήγορα ένα ιδανικό κατάλυμα. Ο κύκλος μου περιλαμβάνει διανοούμενους, κληρικούς με βαθιά πίστη στις ανθρώπινες δυνατότητες, ευπατρίδες που επέστρεψαν και τώρα προσφέρουν τον οβολό τους σε κοινωφελείς υπηρεσίες. Εδώ φαίνεται πως ο κόσμος προχωρά και πως κάθε νέος έχει την ευκαιρία που δικαιούται.

Πολύ αργότερα μητέρα αυτός ο τόπος θα λεηλατηθεί, η φήμη του θα γίνει συντρίμια. Έτσι ορίζει ο κύκλος των πεπρωμένων και η μοίρα μητέρα.

Όμως, ως τότε να πεις μητέρα στους αγαπημένους πως ο υιός σου είναι καλά, πως εργάζεται στο τοπικό τυπογραφείο και πως άμα γυρίσει ο καιρός θα ΄ρθει ξανά πίσω, με την καρδιά του γεμάτη απ΄την Μοσχόπολη.

Η Λυδία είναι μόλις δεκαπέντε χρονώ. Κατάγεται απ΄την Οχρίδα και κατέχει όλα τα μυστικά της λίμνης.Ονόματα πνιγμένων, αμύθητους θησαυρούς, τα βαθύτερα σημεία και την αρχαία ηλικία του νερού.Κάθε απόγευμα, όπως οι αθέατες αγίες των επαρχιών που εκτελούν ένα καθήκον, ανάβει τις καντήλες. Προσεύχεται στη χάρη των μαρτύρων. Τίποτε δεν ζητά, ο καιρός της έχει περάσει πια. Η Λυδία γερνά, φορτώνεται τους αιώνες και την παλιά Οχρίδα . Εξαντλεί τη ζωή της πάνω στον σβησμένο, ρωμαϊκό δρόμο, χαράζοντας με την κιμωλία της σταυρούς.Η Λυδία υπήρξε όμορφη. Για μια στιγμή συγκέντρωσε πάνω της όλες τις τεχνοτροπίες.

Χειμάρρα
Μπαίνοντας στην πόλη το πλήθος τους επευφημούσε εκστασιασμένο. Εμπρός τους περνούσαν τα πεζά τμήματα της ελληνικής μεραρχίας, πιο πίσω τα ζωηλατά οχήματα, οι τραυματίες, οι αιχμάλωτοι, μια παλιά ανθρώπινη ιστορία που γράφει αδιάκοπα τη μοίρα μας. Ολόκληρο εκείνο το καραβάνι έπαψε το μονότονο βηματισμό του εμπρός απ΄τη σημαία. Οι στρατηγοί πέρασαν πεζοί, οι δε οπλίτες ασκεπείς ορκίζονταν σιωπηρά πίστη στα μεγάλα ιδανικά της πατρίδας ξανά και ξανά..

Έκτοτε η τύχη εκείνου του εκστρατευτικού σώματος αγνοείται. Όσοι σώθηκαν απ΄τα φίλια πυρρά, απ΄τους καταιγισμούς όσοι σώθηκαν κατοίκησαν τα έρημα νησιά. Συνήθισαν στη θάλασσα, έμαθαν τα μυστικά και τον τρόπο της. Έθαψαν τις πιο εμβληματικές ήττες βαθιά μες στην καρδιά τους και έζησαν. Κάποιοι άλλαξαν τα ονόματά τους, έσβησαν παλιές μνήμες, έλεγαν πως άλλος τόπος είναι η πατρίδα τους. Πως οι Αιακίδες ήταν μια φανταστική ιστορία, μια φυλή καταγόμενη απ΄τους θεούς, χωρίς τίποτε τ΄ανθρώπινο. Έλεγαν και τα όργανα έκλαιγαν στο μέσον της πλατείας εκείνο το φθινόπωρο του ΄41.

Τούζλα
Οι εφημερίδες έγραψαν επανειλημμένως για το κίνημα των ανθρακορύχων. Πρόκειται για τους ανυπόταχτους της Τούζλα που δεν χαρίζουν σπιθαμή απ΄την αξιοπρέπειά τους, κρατώντας άσβηστη την ανάμνηση της ενωμένης χώρας τους. Οι εφημερίδες έγραψαν πως μερικές εκατοντάδες βάδισαν αποφασιστικά προς το Σεράγεβο, δονώντας τον άνεμο με τα τραγούδια και την ανδρειοσύνη τους.

Αυτός ο αγώνας τέλειωσε. Ήρθαν άλλοι καιροί, πόλεμοι, βόμβες διασποράς, ειρηνευτικές δυνάμεις στο όνομα  των ενωμένων, λέει εθνών. Όσοι πέρασαν υποσχέθηκαν μια ανείπωτη ευτυχία που όμως δεν ήρθε ποτέ σ΄αυτά τα μέρη, αφού οι ανθρακωρύχοι απέμειναν για πάντα σκιές, κάπου λίγο έξω απ΄το Σεράγεβο. Ηττήμένοι, με τα παιδιά τους χαμένα, τις γυναίκες τους νεκρές, το βιος τους ρημάγμένο στ΄όνομα της πατρίδας. Κάθε βράδυ τους φαντάζομαι να πλημμυρίζουν το Σεράγεβο, κραδαίνοντας τα καπέλα τους, αγκαλιασμένοι σαν ένα σώμα, λαοί που τίποτε δεν είχαν να χάσουν πια, καμιά μεγαλοπρέπεια. Λαοί που κατέχουν τη βαθιά γνώση των φυσικών και γι΄αυτό μεγάλων πόνων.

Θεσσαλονίκη
Διαγωνίως της πόλης στις περιοχές που ονομάστηκαν οι κήποι των Πριγκήπων, η κυρία Έρση παίρνει τον απογευματινό της αέρα. Πλάι της φίλοι, συνεργάτες απ΄τις μελέτες των βυζαντινών αλφαριθμητικών στοιχείων. Την αριστοκρατία του χρόνου συμπληρώνουν αιγυπτιακές σαρκοφάγοι, χρυσοί αστερίες, απόφωνα μεγάλων οικογενειών, . Εκείνος που περιφέρεται στα σαλόνια, πάντα πενθώντας για τους παριστάμενους μιλά με στίχους και έτσι τίποτε δεν σώζεται απ΄τους σχολιασμούς του. Όσοι θυμούνται έχουν να λένε για το αίσθημα, την πρωτοτυπία της έντασης, στοιχεία που προίκισαν αργότερα το ποίημα με τη μοίρα του τραγουδιού.  Αιώνες μετά τους θρυλικούς εκείνους φωτισμούς, όλες οι Αλεξάνδρειες  κείτονται νεκρές κάτω από στρώματα παλιά των πόλεων. Η κυρία Έρση με τα χέρια της κουρασμένα, μια άλλη Σύλβια . μες στα βαθιά γαλάζια αέρια, ένα άλλο ποίημα να φτερουγίζει μες στο δωμάτιο. Ένα απ΄τα σχήματα και το αίμα των Προπυλαίων  που έπεσαν πια για πάντα, εγκαταλείποντας έναν ολόκληρο κόσμο σ΄ ερείπια, δοκιμάζοντας της φθοράς τον πιο δύσκολο θάνατο.

Η κυρία Έρση κατοικεί πάντα την περιοχή των εκκοκιστηρίων και η κατατομή της μοιάζει με τις μακρινές, γλυπτές μορφές. Το πρόσωπό της δηλαδή χάνει βαθμιαία όλη του την εξειδίκευση, πενθεί. Στα χέρια της κομμάτια απ΄τη στοά και τους σπασμένους θρόνους.

Αθήνα
Το μοτέλ Βύρων στο κέντρο της πολιτείας είναι ένα ορόσημο. Κάθε βράδυ τ΄αγόρια και τα κορίτσια της πόλης προσφέρουν θυσία τα νιάτα τους στον άγνωστο θεό. Οι αυτόχειρες καταφεύγουν στα δωμάτιά τους. Φθάνουν εδώ από κάθε επαρχία, με κάθε ελπίδα, ικανοί για κάθε δυνατότητα. Όμως η μεγάλη πολιτεία και μια εκ γενετής ευαισθησία στον αγώνα της ζωής θα τους στοιχίσει ανείπωτα  εκεί στο μέσον της νυκτός. Μες στην Αθήνα και την υπέροχη δυστυχία της πάντα να ΄χουν την κάθε εποχή εναντίον τους, ν΄αγωνίζονται για κάθε εποχή, κάθε δικαίωμα, κάθε πάθος, κάθε ήττα. Αυτή η πόλη μακραίνει κάπως τη ζωή τους, πληγώνει λιγότερο την καρδιά τους. Η Αθήνα τους κάνει τρυφερότερους και ίσως μια στάλα πιο αδύναμους.

Και οι γραμμές που συνεχίζονται, οι χάρτες που σκίζονται

*

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης