Παντελής Διαμάντης, Άρλεκιν

Αρχείο 02/05/2016

fav-3

Τα κεριά που ξενύχτησα
λιώσαν στο στήθος μου
Πάνω στη ζεστή τους επιφάνεια
Χαράξαμε
τους αυριανούς μας δρόμους
Ό,τι έμεινε μισό τελείωσε
με το μαντήλι στα μάτια
Κι αυτή η φωτιά καθώς ανεβαίνει
αγνή κι ακανόνιστα όμορφη
διαπερνά κάθε μικρή μου ανάγκη
Έρχεσαι
με την υπερένταση του καφέ
οδηγώντας το κατακόκκινο αμάξι
της περηφάνειας μου
Έρχεσαι
με τα τύμπανα της κοιλιάς
με ελαφριές ημικρανίες
με μια καλπάζουσα κραυγή
Στις άδειες κουρτίνες προσμένω
μια πιθανή σου άφιξη
Στην κίνηση τους ελπίζω
σε κάθε ελάχιστη πνοή του ανέμου
Να γεμίσουν οι κόρες των ματιών μου
από το είδωλο σου
Στέκομαι και δεν κοιτώ
Παρά μόνο αφουγκράζομαι
σκοτεινούς ψιθύρους
Τα δάχτυλα μας που έρρεαν
φωσφορίζοντας πάνω στα κορμιά μας
Σχοινιά που περάσαμε κρυφά
ο ένας στον άλλο
Δένοντας εκατομμύρια παράταιρους κόμπους
Στις πλάτες μας
Φεύγεις
με το πρώτο φως
γλιστρώντας στους ήχους των ξυπνητηριών
ανάμεσα στις γραμμές των πρώτων σκέψεων
Προσπάθησα, είναι ανώφελο πια
Θα πορευτώ με τούτα τα λόγια
Ασθμαίνοντας στα κουπιά του ύπνου
Κωπηλάτης μιας βάρκας
που δεν φτάνει ποτέ στην αντίπερα όχθη
Φεύγεις
στις τελευταίες νότες των τραγουδιών
στα αραιά σύνορα των ποιημάτων
Χαμογελώντας διάφανα
Φεύγεις
αφήνοντας οδηγίες χρήσης
της θλίψης μου
Και ένα μικρό κεράσι
στην άκρη της γλώσσας
Βάφοντας κάθε επόμενη λέξη
(*επιθετικούς προσδιορισμούς)
Κάθε επόμενη συλλαβή
(*υγρά σύμφωνα και κτητικές αντωνυμίες)
Κάθε επόμενο γράμμα
(*Άλφα, Μι και Ρο)
Μέχρι να φτάσω
στο όνομά σου

*

©Παντελής Διαμάντης
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2