«Η Κλεοπάτρα στο Άκτιο» -κριτική παρουσίαση

Αρχείο 04/06/2016 —Ένα βιβλίο του γιατρού Χαράλαμπου Γκούβα, συγγραφέα και συλλέκτη

Πρέβεζα: Το κάστρο της Μπούκας, πριν τη μάχη του 1538, ξυλογραφία του Francesco Genesio (1536-1540).

fav_separator

Του Κ.Π.Δ. ειδικού συνεργάτη
Ανήκει λοιπόν σ’ εκείνη την ομάδα των επιγόνων του Ιπποκράτη, που δεν περιορίζονται στα ιατρικά τους, δεν αρκούνται στην έκδοση ιατρικών πονημάτων, αλλά έχουν και ευρύτερες πολιτιστικές και συγγραφικές ανησυχίες, που έχουν εκδηλωθεί με συνέπεια και διάρκεια σε βάθος χρόνου. Ο συγγραφέας ζει στην επαρχία, στην Πρέβεζα και νομίζω πως συνεχίζει με το βιβλίο του αυτό μια παλιότερη παράδοση, που θέλει  τους λόγιους της επαρχίας, συνταξιούχους είναι η αλήθεια κατά κανόνα, γυμνασιάρχες, ανώτερους στρατιωτικούς, δημοσιογράφους, γιατρούς, δικηγόρους, πολιτευτές να συγγράφουν βιβλία τοπικού ιστορικού, λαογραφικού ή γεωγραφικού ενδιαφέροντος. Προσφέρουν έτσι, ανεκτίμητες υπηρεσίες αφ’ ενός στο ζωντάνεμα μιας κάποιας τοπικής πνευματικής κίνησης, αφ’ ετέρου στην αποθησαύριση τοπικού ενδιαφέροντος πληροφοριών, που θα χανόντουσαν, με δεδομένη την αδιαφορία των νεότερων να τις μάθουν και να τις αναπαράγουν και με αυτονόητη τη μειωμένη δυνατότητα κάθε ‘ετερόχθονου’ ερευνητή να διεισδύσει σε τέτοιο βαθμό στα τοπικά συμβάντα και περιβάλλοντα. Αρχειοφύλακες και θησαυροφύλακες λοιπόν επιχωρίων αναμνήσεων, καταγραφείς γεγονότων που ενοποιούν τον κοινωνικό ιστό, αναμοχλευτές του ερευνητικού ενδιαφέροντος και άλλων συμπολιτών τους, τροφοδότες τοπικών εκδηλώσεων, λίγο από όλα αυτά και όλα αυτά μαζί, συγκροτούν την προσφορά αυτών των ανθρώπων, που όλους τους χαρακτηρίζει η αγάπη για τον τόπο τους και για τους ανθρώπους του. Σε μια εποχή που η χώρα μαραζώνει από τα οικονομικά της παθήματα, αυτοί άνθρωποι είναι η απάντηση στο μόνιμο ερώτημα: «εσύ τι κάνεις για το γενικό καλό;».

Η υπόθεση του έργου βασίζεται στην ιδέα πως η Κλεοπάτρα που ο στόλος της ηττήθηκε στο Άκτιο (31 π.Χ.), μπροστά στα μάτια της και στα μάτια του Μάρκου Αντώνιου, ζωντανεύει και επισκέπτεται την Πρέβεζα. Νομίζω ειλικρινά πως η πόλη του ποιητή ο οποίος είδε τόσο απαισιόδοξα και αυστηρά, ακόμη και τον ελαιώνα της, τη γύρω θάλασσα, κι ακόμη και τον ήλιο της, που μυρίστηκε τον θάνατο «στους λερούς και ασήμαντους δρόμους της, με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους», έχει αδικήσει τον εαυτό της, μη έχοντας προβάλει στο βαθμό που της αξίζει τη σύνδεσή της με την βασίλισσα της Αιγύπτου που σαγήνευσε με τα κάλλη της τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο.  Στα νερά της Πρέβεζας  στην περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου, τα  πεντακόσια πλοίατης, με την ίδια και με τον εραστή της να τα καθοδηγούν, έδωσαν εδώ την απελπισμένη μάχη τους, που κι αυτή ακόμη σημαδεύτηκε από τα γνώριμα παθήματα του έρωτα. Όταν είδε η βασίλισσα ότι ο Αντώνιος θα έχανε τη μάχη τον παράτησε, με γυναικεία πονηριά, ελπίζοντας πως ο νικητής θα το εκτιμούσε, όμως ο αγαπημένος της λένε πως δεν το άντεξε και έτρεξε στο κατόπι της αφήνοντας τα στόλο στο έλεος του Οκταβιανού. Αυτή είναι η περιπαθέστερη από τις εκδοχές του ναυαγίου δυο φιλόδοξων εραστών, αυτή ταιριάζει πιο πολύ και με την αυτοκτονία τους και με την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, που αντί να διαλέξει να πεθάνει ποιητικά, πέφτοντας στη θάλασσα για να σμίξει με τα λείψανα των βασιλικών τριήρεων, προτίμησε μια σφαίρα κι εκεί που τελείωσε τη ζωή του, στήθηκε μετά (τι πεζότητα!) το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού, κάνοντας κάπως προφητικούς τους στίχους: «Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης/ την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα». Δεν ξέρω αν κάποιος «λερός ασήμαντος» δρόμος της Πρέβεζας φέρει το «λαμπρό μεγάλο» όνομα της Κλεοπάτρας, ξέρω όμως πως πριν τρία χρόνια που πέρασα από εκεί, μου είπαν πως δεν έχει ούτε ένα άγαλμα ή μια προτομή της και πως ακόμη και το περίφημο ορειχάλκινο άγαλμα (4ος π.Χ. αι.ωνας) του εφήβου της Πρέβεζας, που βρέθηκε στα νερά της, βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας με αλλαγμένο το όνομά του σε γελαστό έφηβο, ίσως για να μην θυμίζει πως ανήκει αλλού. Με αυτά εδώ, κάτι πρέπει νομίζω να γίνει και ελπίζω πως ο ρέκτης γιατρός μας, θα μπει επικεφαλής της σχετικής σταυροφορίας.

Πιάνω τώρα το βιβλίο, που πλέκεται γύρω από τον καμβά της επιστροφής της κυράς του Νείλου στην πόλη της μεγάλης της ήττας. Η υπόθεσή του κινείται σε τρία επίπεδα. Πρώτα ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να παραθέσει ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής, για τη Νικόπολη, για τον μυθικό και υπαρκτό Αχέροντα που στοιχειώνει την ευρύτερη περιοχή, για πολλά ακόμη, ώστε ο αναγνώστης να έχει μια εικόνα της ιστορικής σκιάς που πλανιέται πάνω από τη σύγχρονη πολιτεία, δίνοντάς της έτσι μια αίγλη πολύ πιο πέρα από αυτήν που μπορεί να έχει μια επαρχιακή πόλη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο το έργο κινείται στην ατμόσφαιρα μιας θεατρικής φάρσας με τους διαλόγους της μεγάλης βασίλισσας με τοπικούς παράγοντες σε ένα κλίμα αυτοσαρκασμού ντόπιων καταστάσεων και προσώπων, που ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά και που όλο μας έχουμε συναντήσει στις επαρχιακές πόλεις που χρειάστηκε να ζήσουμε. Η βασίλισσα γίνεται αντικείμενο περιέργειας και θαυμασμού, ξεναγείται παντού και κάνει καίριες ερωτήσεις και παρεμβάσεις, που προφανώς πολλοί θα ήθελαν να έκαναν αλλά διστάζουν, σε μια χώρα που οι ενοχλητικές ερωτήσεις κοστίζουν και κάνουν αυτόν που τις αρθρώνει στόχο βέβαιης ασυμπάθειας. Ο Ναύαρχος-συνοδός της όμως πέφτει θύμα του τοπικού λιμενάρχη, που προσάγεται στο αυτόφωρο για παραβίαση των κανονισμών τη ναυσιπλοϊας. Ευτυχώς  η τοπική αυστηρή Δικαιοσύνη (Ειρηνοδικείο, το πολύ Πταισματοδικείο φαντάζομαι), αίρεται στο ύψος της περίστασης και δίνει εντελώς συμβολική ποινή λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον διεθνή αντίκτυπο που ήδη έχει εκδηλωθεί και την αντίδραση τη αιγυπτιακής κυβέρνησης, που χρηματοδότησε την μεταφορά της πολυέξοδης βασίλισσας.

Τέλος ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στα τρέχοντα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, εκθέτοντας την οπτική του και προτείνοντας τολμηρές, έξυπνες, λογικές και παραγωγικές λύσεις.

Η κατάληξη του έργου είναι ολότελα απομυθοποιητική. Ο συγγραφές ξυπνάει με τις φωνές τα γυναίκας του από τον ύπνο του, αφού η νεκρανάσταση της βασίλισσας της Αιγύπτου ήταν έργο του Μορφέα. Καμία ευτυχία δεν κρατάει πολύ και νομίζω πως η ιδέα της επιστροφής της μυθικής για την ομορφιά και τη λαγνεία της ιστορικής βασίλισσας εκφράζει ανομολόγητους ερωτικούς πόθους του γιατρού και νοσταλγία ή καλύτερα αυταπάτη (έγινε τώρα της πολιτικής μόδας ή λέξη) εξ ουρανού λύσεων, σε προβλήματα πολύ δύσκολα, τα οποία το υποσυνείδητό του εκτιμά πως μόνο ένας από μηχανής θεός μπορεί να τα λύσει. Τέτοια όμως περίπτωση δεν υπάρχει κι αν δεν σοβαρευτούν οι πολίτες αυτής της χώρας, κανείς δεν θα μπορέσει να την σώσει, όχι δηλαδή πως θα χαθεί, άλλωστε όλοι ξέρουμε, και οι επαρχιακές μπάντες μας έχουν ξεκουφάνει να το φωνάζουν, πως «ποτέ δεν πεθαίνει», απλά θα βράσει για πολύ καιρό στο ζουμί της.

*
Ο συγγραφέας Χαράλαμπος Γκούβας είναι εν ενεργεία γιατρός. Έχει ιδρύσει εξ ιδίων και ένα μικρό τοπικό μουσείο, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως χώρος εκδηλώσεων.

©Κ.Π.Δ

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε