Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Υποδόρια πίσσα

Αρχείο 19/07/2016

fav_separator

Ήταν αυτή, η Ασπασία Αργυρίου, σηκώθηκε ξαφνικά και βγήκε έξω. Τα ρούχα της άθλια, φόρμες εργασίας μουντές και τριμμένες με το ένα μπατζάκι σηκωμένο μέχρι τη γάμπα σαν μια καθαρίστρια που έκανε γενική καθαριότητα και σήκωσε τη φόρμα μη λερωθεί από τα βρομόνερα. Το μόνο που μαρτυρούσε την οικονομική ευρωστία  και τη φινέτσα της η τσάντα Louis Vuitton που είχε περάσει βιαστικά στον ώμο της. Προχωρούσε χωρίς στόχο, υπνωτισμένη. Κάποια στιγμή είδε ένα ανοιχτό καφέ, μπήκε μέσα κι  έκανε ένα γύρο στον χώρο με τα μάτια όλων στραμμένα πάνω της γεμάτα απορία κι απαξίωση. Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα και χωρίς να της μιλήσει κανείς, μόνο εκείνα τα βλέμματα που καρφώθηκαν πάνω της με χιλιάδες ερωτηματικά κι απαξίωση, βαθιά απαξίωση.

Βρέθηκε σ’ ένα μονοπάτι στενό που της φάνηκε σάμπως να οδηγούσε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο χωριό της εκεί στην κορφή του βουνού. Την προσπέρασαν τρεις γριούλες, που πήγαιναν προς το μοναστήρι πιασμένες χέρι χέρι τραγουδώντας και χοροπηδώντας σαν παιδούλες με έναν αδέξιο τρόπο. Ήταν και ένας γεράκος μαζί τους το ίδιο χαρούμενος κι ανέμελος. Πιάστηκε κι αυτή από το χέρι της μιας γριούλας προσπαθώντας να τραγουδήσει μαζί τους. Μα σε λίγο η αλλόκοτα παιδιάστικη κι ανέμελη συντροφιά των γερόντων την προσπέρασε αφήνοντάς την πάλι μόνη της. Το τοπίο ήταν φανταστικό! Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα με πεντακάθαρη ατμόσφαιρα ουρανό ν’ αστράφτει, κάποια σκόρπια ολόλευκα σύννεφα έτσι για να σπάζουν την μονοτονία του γαλάζιου και στο βάθος του  ορίζοντα διαγράφονταν οι χιονισμένες ακόμη κορυφές του βουνού. Αυτή όμως αισθανόταν μια μουντάδα, μια ανησυχία, απλωνόταν νέφος μέσα της.

Ξαφνικά στεκόταν σε ένα ξέφωτο, στο βάθος αρκετά μακριά της κάτι παλιά κτίσματα. Στον τοίχο του κεντρικού χτιρίου ήταν αραδιασμένοι πολλοί ταλαίπωροι νέοι άνδρες με τα πρόσωπα γυρισμένα προς τον τοίχο, το πάνω μέρος του σώματος γερμένο ελαφρώς προς τα μπρος και με τα χέρια σηκωμένα ψηλά και ακουμπισμένα  στον τοίχο. Ακριβώς από πίσω τους  στέκονταν όρθιοι κάποιοι άλλοι άνδρες, που οι στάσεις και οι κινήσεις τους απέναντί στους αραδιασμένους νέους άνδρες με τα εκτεθειμένα οπίσθια ήταν τέτοιες λες και ετοιμάζονταν να τους υποβάλουν σε σοδομισμό. Οι στημένοι στον τοίχο νέοι άνδρες φαίνονταν να ήταν κάτι σαν άνεργοι ή αργόσχολοι, απ’ αυτούς που τους αποκαλούν λαθρομετανάστες ενδεχομένως ή κάτι τέτοιο, που τους είχαν μαζέψει εκεί παρά τη θέλησή τους. Παρ’ όλα αυτά, βλέποντας η Ασπασία αυτή τη φριχτή εικόνα,  δεν της φάνηκε  ότι γινόταν κάτι αποτρόπαιο με βία και εξαναγκασμό ακριβώς, αλλά  σαν να  ερωτοτροπούσαν όλοι αυτοί οι άνδρες μεταξύ τους και απόρησε απλά πού  βρήκαν την διάθεση για ερωτικές περιπτύξεις μέσα σ’ αυτή τους την εξαθλίωση.

Δεν ήξερε που βρισκόταν, σκέφτηκε ότι είχε χαθεί κι αυτό της προκάλεσε εντονότερη ανησυχία και άγχος. Ένιωσε μια αδιόρατη απειλή, έπρεπε να φύγει απ’ εκεί  αλλά δεν μπορούσε, αφού δεν ήξερε που βρισκόταν και δεν υπήρχε γύρω της κάποιο μεταφορικό μέσο για να ξεφύγει απ’ εκεί το γρηγορότερο. Πανικόβλητη έβαλε το τρεμάμενο χέρι της στην τεράστια τσάντα και με σπασμωδικές κινήσεις ψαχούλεψε για να βρει το κινητό της και να τηλεφωνήσει τον σύζυγό της, να έρθει να την πάρει. Το βρήκε επιτέλους και προσπάθησε βιαστικά να πάρει τον αριθμό, όμως τα δάχτυλά της ήταν λερωμένα με πίσσα και καθώς πατούσε τα πλήκτρα του κινητού, αυτά κολλώντας στα λερωμένα δάχτυλα έβγαιναν από την θέση τους. Τα χέρια της ήταν πολύ βρόμικα, πολύ βρόμικα… Βέβαια είχε φύγει βιαστικά από το σπίτι χωρίς να τα πλύνει, όπως το έκανε πολλές φορές τη μέρα, όχι απλά με επιμέλεια αλλά καταναγκαστικά σαπουνίζοντάς τα αμέτρητες φορές κάθε φορά. Ωστόσο η πίσσα αυτή λες και είχε να κάνει με συσσωρευμένη βρομιά που είχε διαπεράσει το δέρμα των χεριών και δακτύλων της και δεν έβγαινε.

Από μικρή η Ασπασία Αργυρίου, η Άσπα ή Ασπασούλα όπως τη φώναζαν τότε οι γνωστοί και οι δικοί της, βοηθώντας τους γονείς της δουλεύοντας στα καπνά, στο σπάσιμο ή στο βελόνιασμα,  αηδίαζε  τόσο πολύ με την πίσσα που άφηναν τα φύλλα του καπνού πάνω στα αλαβάστρινα  δάχτυλά της κι αυτό με όλη την κατάσταση στο σπίτι την έκανε να σιχαίνεται την φτώχια και να απεχθάνεται την ταπεινή καταγωγή της. Σαπούνιζε τα χέρια της και μετά με μεγάλη φροντίδα σχεδόν τελετουργικά κάθε φορά τα έτριβε με  στημένο λεμόνι για να τα λευκάνει και στη συνέχεια τα άλειβε με λάδι ή τα άλειβε μόνο με λάδι όταν δεν υπήρχε λεμόνι στο σπίτι για να τα μαλακώσει και να τα ομορφύνει, και πραγματικά το κατάφερνε τελικά. Μετά καθόταν και ονειρευόταν τον πρίγκιπα που θα έβρισκε πάση θυσία, ας ήταν και βάτραχος, αρκεί να την έβγαζε από τη φτώχια και τη μετριότητα και να την ανέβαζε στους έβδομους ουρανούς του πλούτου και της δόξας, ντύνοντάς την στα μετάξια, χτίζοντάς της παλάτια.

Αργότερα μετά την αποφοίτησή της από το Λύκειο το μόνο που είχε κατορθώσει  ήταν να γίνει μια υπαλληλίσκος του Δημοσίου. Αυτό δεν  της αρκούσε με τίποτε, προς στιγμή όμως ήταν αρκετό για ν’ απαλλαγεί από την καπνοκαλλιέργεια και τη μιζέρια του χωριού  και βέβαια ποτέ δεν θα το έβαζε κάτω. Θα συνέχιζε τις προσπάθειές της για να πετύχει πολύ περισσότερα στη ζωή της. Η μετριότητα δεν ήταν γι’ αυτήν.

Της άρεσαν η εμφάνισή της και το βαφτιστικό της όνομα. Ένιωθε όμορφη και πίστευε ότι παρά την ταπεινή καταγωγή της το όνομά της, Ασπασία Αργυρίου, που ακουγόταν τόσο μεγαλόπρεπο της έδινε αίγλη και μεγαλείο. Ασπασία Αργυρίου, Ασπασία Αργυρίου επαναλάμβανε με στόμφο και μεγαλοπρέπεια  πολλές φορές  κοιτάζοντας αυτάρεσκα τον εαυτό της στον καθρέφτη. Τώρα πια δεν ήθελε ν’ ακούσει για το Άσπα. Συστηνόταν με το πραγματικό της όνομα και ζητούσε όχι μόνο από τους γνωστούς αλλά ακόμη και από τους δικούς της να την αποκαλούν Ασπασία και μόνο Ασπασία, πράγμα όχι και τόσο εύκολο γι’ αυτούς βέβαια αφού την είχαν ταυτίσει με το Άσπα ή το Ασπασούλα. Καθισμένη στο γραφείο της ατελείωτες και πληκτικές ώρες με το πρωτόκολλο ανοιχτό μπροστά της, περιμένοντας να της δοθεί κάποιο έγγραφο να το πρωτοκολλήσει, ονειρευόταν ότι θα έβρισκε κάποια στιγμή επιτέλους τον Περικλή της, που ως μια άλλη Ασπασία θα τον ενέπνεε να μεγαλουργήσει για χάρη της, ναι να μεγαλουργήσει για να της προσφέρει  κάτι αντάξιο του Παρθενώνα.

Προσπάθησε, προσπάθησε σκληρά και τα κατάφερε αρκετά καλά, όμως αυτή η άλλη πίσσα που λες και πότισε το αλαβάστρινο δέρμα της, δεν έλεγε να φύγει από τα δάχτυλά της με τίποτε.

Έπρεπε να βρει τρόπο να φύγει απ’ αυτό το ξέφωτο όπου είχε χαθεί, να φύγει απ’ εκεί, να φύγει μακριά. Ένιωσε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο. Ναι, ένα αίσθημα κινδύνου είχε απλωθεί μέσα της και την σκέπασε όπως σκεπάζει η πάχνη τρυφερά φυτά και τα καίει. Κι αυτή η υποδόρια πίσσα της είχε αχρηστεύσει το κινητό, εμποδίζοντάς την να βγει από το αδιέξοδο που βρισκόταν, να ξεφύγει, να γλυτώσει. Σαν αστραπή την διαπέρασε η σκέψη ότι αυτή η υποδόρια πίσσα ήταν η αιτία που τώρα πια δεν έπλενε τα χέρια της με μια ικανοποίηση, όπως όταν τα φρόντιζε στο χωριό, αλλά με άγχος ξανά και ξανά, ξανά και ξανά, ξανά και ξανά.  Την απώθησε αμέσως κι επικεντρώθηκε πάλι στη σκέψη ότι έπρεπε να βρει τρόπο να φύγει.

Παρατήρησε ότι στην πάνω μεριά του ξέφωτου υπήρχε ένα σπίτι και ένα περίπτερο περιτριγυρισμένο από κάποιους ανθρώπους. Προχώρησε βιαστικά προς τα κει για να ζητήσει βοήθεια. Σε λίγο όμως άρχισαν να την περικυκλώνουν κάτι μυστήριοι και βλοσυροί  άνδρες, που η παρουσία τους σκορπούσε στην ατμόσφαιρα    κάτι το πολύ απειλητικό. Φώναξε επανειλημμένα τον περιπτερά για να την βοηθήσει μα αυτός φάνηκε να μην την ακούει ή να μην θέλει να την ακούσει. Μη έχοντας άλλο τρόπο να ξεφύγει, αναγκαστικά ζήτησε να δανειστεί το κινητό από έναν άνδρα απ’ αυτούς που ερχόταν απειλητικά προς το μέρος  της και αυτός με ένα σαρκαστικό χαμόγελο, αφήνοντας να φανεί το ξεδοντιασμένο στόμα του, άπλωσε το χέρι του, προσφέροντάς της ένα κινητό χωρίς πληκτρολόγιο κι αυτό δυστυχώς. Η καρδιά της χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, λες και ήταν έτοιμη να σπάσει, ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό της, άνοιξε διάπλατα το στόμα για να βγάλει μια κραυγή βοήθειας αλλά δεν έβγαινε φωνή από το λαιμό της, λες και είχαν  παραλύσει οι φωνητικές χορδές της, λες και είχε χάσει την λαλιά της.

Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα με ταχυπαλμία και τρόμο. Χρειάστηκε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα για να συνέλθει από το τρομερό εφιαλτικό όνειρο. Η δύστυχη σύντομα συνειδητοποίησε ωστόσο την εφιαλτική της πραγματικότητα. Είχε περάσει την πρώτη της νύχτα σε ένα κελί της γυναικείας πτέρυγας φυλακών υψίστης ασφαλείας.

Αυτή η ντελικάτη σε όλα της, με το αλαβάστρινο δέρμα και τα ιδιαίτερα, πολύ ιδιαίτερα γούστα, αυτή που είχε όλο τον κόσμο στα πόδια της, η σύζυγος του  άλλοτε κραταιού άνδρα που την ανέβασε στο βάθρο της εξουσίας, της χλιδής και της άνεσης, αυτή σε ένα κελί … όχι αυτό ήταν κάτι αδιανόητο, δυσβάσταχτο, αποτρόπαιο!!! Διαλύθηκε το είναι της, ένιωθε να πνίγεται, ένιωθε να χάνεται το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια της, δεν μπορούσε να είναι πραγματικότητα, θα ήταν μάλλον ένα κακό όνειρο, μια κακόγουστη φάρσα που έπρεπε να τη σταματήσουν αυτοστιγμεί αυτοί που την είχαν σκαρώσει.

Περίμενε, περίμενε ώρες ατέλειωτες, μέρες,  αρνούμενη να δεχθεί την αηδιαστική τροφή που της πρόσφεραν μέσα σ’ εκείνα τα ευτελή πιατικά. Δεν μπορεί, τόσοι παρατρεχάμενοι σέρνονταν πίσω τους όλα εκείνα τα καλά  χρόνια. Τόσοι και τόσοι που έπιναν νερό στο όνομα του άλλοτε κραταιού συζύγου της, που τρέφονταν από την αίγλη και την δύναμή τους. Κάποιοι απ’ αυτούς θα στέκονταν δίπλα τους και θα την έβγαζαν από την ζοφερή της πραγματικότητα, δεν μπορεί…

*

©Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα»
Φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε