Αρχείο 07/10/2016
Αγαπημέ[..] μου [όνομα δυσανάγνωστο],
Ήτανε στην Ιάβα που πρωτόμαθα ότι δεν είχαμε στ΄αλήθεια ένα θεό (ή, πως αν είχαμε, καθόλου δεν ενδιαφερότανε για μας, δεν είχε κι άδικο). Γιατί, εκείνος ίσως είν΄ αυτός που μας μαθαίνει (ή θα μας μάθαινε, αν είχαμε χρόνο για τέτοια μάθηση) ότι φοράμε τα ενδύματα μιας ύπαρξης σεντόνι, εκεί για να προβάλονται αόριστες σκιές να μας διαβάλλουν. Τί είδατε σε μένα, άλλο παρά ό,τι θελήσατε να δείτε; Τί γνώρισα εγώ από εσάς, εκτός από αυτό που είχα ανάγκη, και αργότερα: τον ήχο ψυχικών χαδιών και δυο χαστούκια ανάλογα με τη φορά κάθε ανέμου, όπως άλλαζε;
Γνωρίζω το τυχαίο και το ασύμβατο, κι ο έρωτάς μου είναι ασύμβατα τυχαίος, πράγμα που αυτόματα τον καθιστά διπλά αυτοδύναμο: βλέπετε, με μια φράση καθαιρείται απ΄τη μοναδικότητα που ΄θελα να είχα να του χάριζα, αφού ασύμβατα τυχαίοι είναι εννιά στους δέκα έρωτες, ανθρώπινα για να μην πω δέκα αγάπες είναι, μες στις δέκα… Κι ωστόσο, αγαπημέ[..] μου [όνομα δυσανάγνωστο] μοναδική μου νύχτα της ψυχής, ολόφωτη μέσα στη σκοτεινιά μου (σας θρέφω για μαράζι μου ίσως μελλοντικό, ποιός να γνωρίζει;) – Κι ωστόσο, λόγω κάποιας τυχαιότητας ασύμβατης μαζί σας συμβαδίζω, και έτσι παραμένω πνεύμα ελεύθερο: στο Πνεύμα, κάθε τι Πνευματικό, μόνο, ταιριάζει! Και, αν το πνεύμα σας γυρνά όπως και μένα, ή αν ίσως μόνη μου εγώ αναγνωρίζω τα χούγια ψυχικής ανεμοδούρας (που άλλοτε θα δείχνει την κατεύθυνση της νήσου της Ιάβας κι άλλοτε την κατεύθυνση της λάσπης του ντελβέ -μ’ όλη τη γλύκα- ω Παναγιά μου οι χαρές σου, είναι η ανάμνηση της γεύσης μες στο στόμα!) κι εκεί Ιάβα και πικρό μου κατακάθι, τόση μονάχα η απόσταση Αλήθειας μας Μίας Μοναδικής, που μας κρατάει και μαζί θα συντηρεί τις έννοιες (δίδυμες) Σαγήνη και Ευθύνη.
Ευθέως και σιγανά έχω βαδίσει, ευθέως και σιγανά εάν βαδίσετε: στο τέλος μας ίσως και να βρεθούμε… Εγώ, μαύρη στο πρόσωπο – γιατί βαδίζω προς το μέρος ενός Ήλιου αγαπημένου που με φέρνει προς τα Σένα. Κάποιοι παλιότεροι ζητιάνοι του Σχετίζεσθαι βρεθήκανε σε μια αρχαία γη που τους μνημίωσε: ερχότανε ο ένας απ΄τη δύση, ενώ ο άλλος για Συνάντηση περπάταγε κατά μεριάς ανατολής. Οι παραδόσεις γράφουνε πως βρέθηκαν κι αναγνωρίστηκαν στη μόνη ευθεία οδό της Ερημίας τους κι ασπάσθηκαν ο ένας σώμα άλλου (ανάμεσα στα ανθισμένα σπάρτα, τα αγκάθια τους).
Εάν το πνεύμα σας σάς φέρνει προς εμένα, ακόμα κι αν λοξοδρομούμε θα βρεθούμε, ακόμα και αν δε βρεθούμε, ω εσείς, Αγαπημέ[..] (όνομα παραμένει δυσανάγνωστο), με έχειτε, καλέ, αναγιγνώσκει – και εκ των έσω μάλιστα, καλέ μου, λες κι είμαι μαύρη νύχτα με διαβάζετε (μα τόσο, όμως, ευανάγνωστα, και έως να ξυπνήσουμε σ’ Αιώνια, Ζωοποιό Ζωή!)…
(Μετάφραση επιστολής που, μέχρι πρότινος, ξέρουμε πως φυλάσσεται
στο μοναστήρι Caer Gybi – και της οποίας το πρωτότυπο είναι
γραμμένο σε Κελτικο-ουαλική ντοπιολαλιά).
*
©Ολβία Παπαηλίου, 2015
Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή της συγγραφέα

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.