Ζώης Μπενάρδος, Η κραυγή της σιωπής. Εκδόσεις «Δρόμων», 2024

Το δραματικό έργο «Η κραυγή της σιωπής» του Ζώη Μπενάρδου αποτελεί μια διεισδυτική και πολυεπίπεδη ανατομία της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία υπερβαίνει την απλή περιγραφή της κακοποίησης και ανάγεται σε μια οικουμενική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση και τις κοινωνικές δομές. Τοποθετημένο στον ηθογραφικό καμβά της ελληνικής επαρχίας των μέσων της δεκαετίας του 1960, το έργο μετατρέπεται σε ένα πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο αρχέγονο ένστικτο και την επιτακτική ανάγκη για εκπολιτισμό. Ο συγγραφέας, ήδη από τον πρόλογο, θέτει το φιλοσοφικό υπόβαθρο της δράσης, ορίζοντας τη βία ως μια «σκοτεινή καταπακτή» που κληροδοτείται μέσω του γενετικού υλικού, μια εσωτερική βαρβαρότητα που ελλοχεύει σε κάθε άνθρωπο από τη γέννησή του έως τη στερνή του πνοή. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει στο έργο μια αίσθηση τραγικής νομοτέλειας, όπου οι ήρωες δεν παλεύουν μόνο με τις αντίξοες εξωτερικές συνθήκες, αλλά και με τα σκοτεινά προγονικά κατάλοιπα που φέρουν εντός τους.
Κεντρικός άξονας της δραματουργίας είναι η Αλέξω, μια γυναίκα που ενσαρκώνει τη σιωπηλή θυσία και τον εσωτερικό εγκλωβισμό. Η εξομολόγησή της στην κόρη της, Μαργώ, για το «πρώτο χαστούκι» που δέχτηκε αδιαμαρτύρητα, αποτελεί το σημείο μηδέν της προσωπικής της τραγωδίας. Στο σημείο αυτό, ο Μπενάρδος συνομιλεί άμεσα με το έργο του Ίψεν. Όπως στον Ίψεν οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με τα «φαντάσματα» του παρελθόντος και την ηθική σήψη που κρύβεται πίσω από την κοινωνική ευπρέπεια, έτσι και η Αλέξω συνειδητοποιεί ότι η αρχική της σιωπή ήταν η συναινετική πράξη που νομιμοποίησε τη μετέπειτα κτηνωδία του συζύγου της. Η διαφορά έγκειται στο ότι η ιψενική ηρωίδα επιλέγει την έξοδο για να βρει τον εαυτό της, ενώ η ηρωίδα του Μπενάρδου, δεσμευμένη από τη σκληρή πραγματικότητα, μετατρέπει τη δική της ακινησία σε εφαλτήριο για την απελευθέρωση της επόμενης γενιάς, φτάνοντας όμως στην υπέρτατη τραγική πράξη: την αφαίρεση της ζωής του θύτη.
Η φιγούρα του θύτη, του Παντελή, σκιαγραφείται με μελανά χρώματα, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχική εξουσία μεταλλάσσεται σε τυραννία όταν συνδυάζεται με την αμάθεια και τον αλκοολισμό. Η εμμονή του για τη γέννηση άρρενος διαδόχου και η κυνική παραδοχή της βίας ως εργαλείου επιβολής παραπέμπουν στη δραματική ατμόσφαιρα του Λόρκα. Στα έργα του Λόρκα, ο οικογενειακός χώρος μετατρέπεται συχνά σε φυλακή όπου το πάθος και η βία καταστέλλονται μέχρι την τελική έκρηξη. Στην «Κραυγή της σιωπής», ο Παντελής δεν είναι απλώς ένας αρνητικός χαρακτήρας, αλλά το σύμβολο μιας παρηκμασμένης κοινωνικής δομής που θεωρεί τη γυναίκα και το παιδί ως ιδιοκτησία, φτάνοντας μέχρι το σημείο της παιδοκτονικής σκέψης προκειμένου να ικανοποιηθεί ο εγωισμός του. Η παρουσία της αδελφής, Ασήμως, λειτουργεί ως ο κοινωνικός καθρέφτης που επικυρώνει αυτή την κατάσταση· η φράση της «όλοι τρώνε ξύλο» δεν είναι μόνο μια διαπίστωση, αλλά η φωνή μιας κοινωνίας που προτιμά να θυσιάσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στον βωμό της αποφυγής της «συκοφαντίας» και της διατήρησης του «ονόματος».
Η λύση του δράματος, ωστόσο, δεν επέρχεται μέσα από μια τυφλή σύγκρουση, αλλά μέσα από μια πράξη υψηλής στρατηγικής και θυσίας που φέρει τα χαρακτηριστικά του «επικού θεάτρου» του Μπρεχτ. Η Αλέξω παύει να είναι παθητικό θύμα και γίνεται ένας δρων χαρακτήρας που, με ορθολογισμό και αποφασιστικότητα, χρησιμοποιεί τα μέσα που διαθέτει για να αλλάξει τη μοίρα του παιδιού της. Ωστόσο, η φυγή της Μαργώς προς το αστικό περιβάλλον, που αρχικά συμβολίζει τη μετάβαση από το σκοτάδι του ενστικτώδους στο φως του εκπολιτισμού, αποδεικνύεται μια νέα μορφή αλλοτρίωσης. Η αποκάλυψη ότι η Μαργώ πώλησε το πατρικό σπίτι και τα χωράφια –τον μοναδικό υλικό και ψυχικό συνδετικό κρίκο της Αλέξως με τη ζωή–, για να καλύψει τις επιχειρηματικές ανάγκες του συζύγου της, αποτελεί το οριστικό πλήγμα. Η ηρωίδα αντιλαμβάνεται με οδύνη ότι ο «εκπολιτισμός» της πόλης εμπεριέχει μια άλλη μορφή σκληρότητας: τον βίαιο ξεριζωμό από τις ρίζες και την πλήρη απώλεια της ταυτότητας.
Η επιστροφή της Αλέξως από τη φυλακή, όπου εξέτισε την ποινή της για το φονικό, δεν οδηγεί στη λύτρωση αλλά στην πλήρη απομόνωση. Η ομολογία της «έβαψα τα χέρια μου με αίμα» υπογραμμίζει το δυσβάσταχτο βάρος μιας πράξης που, αν και τελέστηκε για τη σωτηρία της κόρης της, την κατέστησε ξένη προς την ίδια της την ύπαρξη. Η Αλέξω συνειδητοποιεί ότι η θυσία της δεν αναγνωρίζεται ως ηρωισμός, αλλά ως ένα στίγμα που την καθιστά «βάρος» ακόμα και για τους δικούς της ανθρώπους. Η τραγική ειρωνεία κορυφώνεται όταν η κόρη της, το πλάσμα για το οποίο θυσιάστηκαν τα πάντα, γίνεται ο καταλύτης για την τελική της κατάρρευση. Η άρνηση της Αλέξως να παραμείνει στην πόλη, και η επιθυμία της να αποσυρθεί σε μοναστήρι καταδεικνύουν την ανάγκη για μια μεταφυσική πλέον εξιλέωση την οποία όμως δεν προλαβαίνει να βρει εν ζωή.
Το έργο κορυφώνεται με τον αιφνίδιο θάνατο της Αλέξως, η οποία καταρρέει προδομένη από την ίδια της την καρδιά. Αυτή η κατάληξη δεν αποτελεί ένα συμβατικό αίσιο τέλος αλλά την απόλυτη τραγική δικαίωση. Η Αλέξω «έφυγε για τον Παράδεισο», έχοντας εξαντλήσει κάθε απόθεμα αντοχής στην «Κόλαση» που βίωνε επί γης καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της. Ο θάνατός της είναι η τελευταία, ηχηρή πράξη της κραυγής της· μια διαμαρτυρία ενάντια σε έναν κόσμο που απαιτεί από το θύμα να μετατραπεί σε θύτη για να επιβιώσει, και στη συνέχεια το απορρίπτει ως παρία.
Καταλήγοντας, «Η κραυγή της σιωπής» του Ζώη Μπενάρδου παραμένει ένα έργο συγκλονιστικά επίκαιρο, καθώς θίγει τον πυρήνα της κοινωνικής ευθύνης απέναντι στην κακοποίηση και το τίμημα της ατομικής υπέρβασης. Η δραματουργική δεινότητα του συγγραφέα έγκειται στο γεγονός ότι καταφέρνει να μετατρέψει τον βουβό πόνο μιας μάνας σε μια ηχηρή κραυγή διαμαρτυρίας, υπενθυμίζοντας στον θεατή ή τον αναγνώστη ότι η σιωπή δεν είναι ποτέ χρυσός όταν πρόκειται για την καταπάτηση της ανθρώπινης ψυχής. Η τελική επικράτηση της ελπίδας μέσω της σωτηρίας της Μαργώς είναι βαμμένη με το αίμα και την πίκρα της Αλέξως, υπογραμμίζοντας ότι ο δρόμος προς την ελευθερία απαιτεί συνεχή αγώνα, θυσίες και, πάνω απ’ όλα, την άρνηση να παραμείνουμε απλοί θεατές στη βαρβαρότητα. Ο πολιτισμός εδώ δεν ορίζεται ως στείρα γνώση, αλλά ως η ικανότητα του ατόμου να επιλέξει την ανθρωπιά έναντι της βίας, ακόμη και όταν το κόστος είναι η ίδια του η ζωή.
*
©Γιώργος Πολ. Παπαδάκης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.