Αρχείο Δεκ. 2016: Sara Teasdale, A November Night –μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

 

Μια Νύχτα Του Νοέμβρη – Sara Teasdale

Εκεί! Τις γραμμές των φώτων κοίτα,
Μια αλυσίδα από αστέρια κάτω, στην άλλη
πλευρά του δρόμου—
Γιατί να μη μπορείς την αλυσίδα να σηκώσεις
και σε μένα να την δώσεις,
Ένα περιδέραιο για τον λαιμό μου; Γύρω θα το
τυλίξω
Και θα μπορείς μ’ αυτό να παίζεις. Μου
χαμογελάς
Σαν ένα μικρό παιδί να ήμουν ονειροπόλο
Που νεράιδες πίσω απ’ τα μάτια του ζουν… Και
δες,
Οι άνθρωποι στους δρόμους κοιτάζουν επάνω, σε
μας,
Ζηλιάρηδες όλοι. Ένας βασιλιάς κι η βασίλισσα
είμαστε,
Ένα λεωφορείο το βασιλικό μας αμάξι είναι,
Με αλαζονική χαρά τις υποθέσεις μας
επιτηρούμε…
Σιωπηλός που είσαι! Πέρασες δύσκολα στη
δουλειά
Κι είσαι κουρασμένος σήμερα; Πέρασε τόσος
καιρός
Από τότε που σε είδα—τέσσερις ολόκληρες
μέρες, θαρρώ.
Γεμάτη είναι η καρδιά μου από ανόητες σκέψεις
Σαν άνθη πρώιμα σ’ ένα απριλιάτικο λιβάδι,
Κι όλα πρέπει να στα δώσω, αυτά όλα,
Προτού μαραθούν. Τους ανθρώπους που
συνάντησα.
Το έργο που είδα, τα ασήμαντα, περαστικά
πράγματα
Που πολύ μεγάλα δεσπόζουν ή πολύ μικρά
κουλουριάζονται, σκιές
Που βιάζονται, στον τοίχο χειρονομώντας,
Χαρωπά ή στοιχειωμένα—ακόμη όλα γίνονται
αληθινά
Και την κανονική τους διάσταση παίρνουν εδώ
στην καρδιά μου
Όταν τα έχεις δει… Η Πλατεία είναι τώρα,
Μια λίμνη φωτός! Σχεδόν απόψε μοιάζει
Πως τα φώτα όλα στα μάτια σου μέσα
καταλήγουν,
Μ’ ένα τρόπο τραβηγμένα προς τα σένα. Δες το
ανοικτό άλσος
Ανάμεσά μας ξαπλωμένο μ’ εκατομμύρια λάμπες
Με σοφή αταξία διαλυμένο όπως τ’ άστρα.
Τα περιφρονούμε όπως ο Θεός πρέπει να
περιφρονεί
Τους αστερισμούς που επιπλέουν κάτω από
αυτόν
Στα σύννεφα παγιδευμένοι… Έλα, κι ακόμη,
άφησε μας να περπατήσουμε
Από τη στιγμή που στο πάρκο φτάσαμε. Είναι ο
κήπος μας,
Τελείως μαύρη κι ανάνθιστη αυτή η νύχτα του
χειμώνα,
Μα τον Απρίλη μαζί μας φέρνουμε, εσύ κι εγώ·
Όλο τον κόσμο βάζουμε στο πέρασμα προς την
Άνοιξη.
Κάθε μονοπάτι που κάποτε πήραμε θεωρώ
Πως τα ίχνη μας σημάδεψε με φωτιά μυστήρια.
Εκλεπτυσμένο χρυσαφί που μόνο οι νεράιδες
μπορούν να δουν.
Όταν την αυγή ξυπνούν σε βαθούλωμα
δεντροθωράκων
Και στο νυσταλέο άλσος εξέρχονται, κοιτούν
Μακριά τ’ άδεια μονοπάτια και λένε: «ω, εδώ
Πήγαν, κι εδώ, κι εδώ, κι εδώ! Έλα, δες,
Εδώ είναι ο πάγκος τους, χέρια πιάστε κι ας
χορέψουμε γι’ αυτό
Γύρω από ένα φλύαρο δακτύλιο και ας κάνουμε
Έναν κύκλο γύρω απ’ αυτό που μόνον εκείνοι
μπορούν να διασχίσουν
Όταν θα επιστρέψουν πάλι!»… Τη λίμνη δες—
Πως τους κύκνους παρακολουθούσαμε, θυμάσαι
Εκείνη τη νύχτα, αργά τον Οκτώβρη, όταν
κοιμόντουσαν;
Αρχοντικά, νομίζω, όνειρα οι κύκνοι πρέπει
να ’χουν.
Αλλά τώρα, η λίμνη μόνο φώτα που ανακλώνται
λεπτά, φέρει,
Όπως λίγο αναδεύεται. Πόσο επιθυμώ να πάρω
Από το κρύο μαύρο νερό ένα καινούργιο χρυσαφί
Στο χέρι σου να το δώσω! Και δες, και δες,
Υπάρχει ένα άστρο βαθιά μέσα στη λίμνη, ένα
αστέρι!
Ω, φώτα αντί μαργαριτάρι—εάν κάτω σκύψεις
Το χέρι σου θα μπορούσε σχεδόν να το φτάσει
για μένα…
.
Ένα αδύναμο νέο κίτρινο φεγγάρι ζωντάνεψε
απόψε—
Να το είχες εύχομαι σαν καπέλο
Με τ’ αστέρια σαν δάκρυα να το γεμίζουν ως τον
γείσο…
.
Πόσο κρύο κάνει! Ακόμη και τα φώτα κρύα
είναι·
Σάρπες από ομίχλη έβαλαν γύρω τους, δες!
Τι κι αν ο αέρας γινόταν τόσο αμυδρά λευκός
Που θα χάναμε το δρόμο μας ανάμεσα σε
μονοπάτια
Φτιαγμένα καινούργια από τοίχους κινούμενης
ομίχλης που υποχωρεί
Όσο περισσότερο την ακολουθούμε… τι νύχτα
ασημένια!
Αυτός ήταν ο πάγκος μας τη στιγμή που μού
έλεγες
Το νέο μακρύ ποίημα—μα πόσο διαφορετικά
τώρα,
Πόσο απόκοσμα με την κουρτίνα από ομίχλη
Κάνοντάς το απόμακρο σε όλα τα φιλικά δέντρα!
Άνεμος δεν υπάρχει, κι όμως κορδέλες που όπως
καμπυλώνονται
Τον εαυτό τους σμιλεύουν, αλλάζοντας συνεχώς,
στο θάμπωμα μέσα.
Παίξε τον κομπάρσο για λίγο, άφησε με να
σταθώ εδώ παρακολουθώντας
Να σε δω, επίσης, να γίνεσαι παράξενος κι
απόμακρος…
Συνήθιζα ν’ αναρωτιέμαι πώς θα ήταν το πάρκο
Αν μια νύχτα θα μπορούσαμε να το έχουμε
μόνον για εμάς—
Χωρίς εραστές με πλησιασμένα μπράτσα
τριγύρω απ’ τη μέση
Να ψιθυρίζουν και τα όνειρά μας να
παραβιάζουν.
Και τώρα το έχουμε! Κάθε ευχή βγαίνει αληθινή!
Μόνοι είμαστε τώρα σ’ έναν χνουδάτο κόσμο·
Ακόμη και τ’ άστρα έχουν φύγει. Εμείς οι δύο
μόνοι!
*
μτφρ.: ©Ασημίνα Λαμπράκου