Ρογήρος Δέξτερ, Όνειρο με τον πατέρα*

Σε μια γωνιά ο πατέρας μου : αγέλαστος, με τα ατσαλάκωτα ρούχα τής Νομικής Σχολής και την αγαπημένη του οδοντογλυφίδα στο στόμα. «Να δεις που τώρα θα με φλομώσει στους χρησμούς», σκέφτηκα, «πριν ξεσπαθώσει πάλι για τα κτήματα στα κατάμερα».
» – Καλώς-το-παλικάρι!» είπε, με το στόμφο να συλλαβίζει αργά τις λέξεις του.
– Ακόμη στήνεις καρτέρι
Για τις τρυγόνες στις χωσιές;
Απ’ όταν πέθανα :
Αφήνεις την πόρτα ξεκλείδωτη
Το φως αναμμένο
Τα δέντρα απότιστα
Και τα χόρτα ψηλά.
Και πάνε μόλις δυο βδομάδες
Αν λογαριάζουν με τα σωστά τους οι νεκροί
Απ’ όταν ροδάμισαν οι μυγδαλιές
Και ο Περσέας όλη νύχτα σκυλιάζει
Η Μαυρούλα αγρίεψε
Και κοιμάται στα κεραμίδια
Και στα χωράφια
Τα σκιάχτρα τα πήραν τα πουλιά•
(για την αλήθεια : εκείνος ο ανόμαχτος,
«ο Γιαννάκης τής Μαχώς», που κάνει ότι χωλαίνει, όταν τον συναντάς στη δημοσιά, στο σταυροδρόμι και όλο κοιτά ψηλά τον ουρανό, σα νά ‘χει απλωμένη στη λιάστρα τη σταφίδα του).
Αλλά δε χολοσκάω πια μαζί σου
Μια ζωή έτσι σε θυμάμαι
Όταν κακονυχτούσα
Άχρηστο κορμί
Που δε σου άφησαν δράμι μυαλό οι νεράιδες.
Σηκώθηκε θυμωμένος να φύγει για τα κατατόπια του και όλο μεμιάς ακούστηκαν σουραύλια και φωνήεντα, σαν τις λοξές φωνές που βγάζουν οι βοσκοί, όταν μαζεύουν τα σκορπισμένα τους κοπάδια από τις ράχες. Τον άφησα κερωμένος ότι θα γίνει αγυρισιά μου το νέο ταξίδι που έχω δυο μήνες τώρα στα σκαριά.

*

©Ρογήρος Δέξτερ

*Σημ. «Άφοβοι γαρ και άλυποι οι αποθανόντες»(Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός «Ονειροκριτικά» Β’ 49 ¤ ).

Χτες και πάλι ο πατέρας στον ύπνο μου, σ’ ένα από εκείνα τα όνειρα που με κατακλύζουν δώδεκα μήνες τώρα και με κάνουν ν’ αναρωτιέμαι, αν είναι παιχνίδια τού μυαλού, καθρέφτισμα τής ζωής ενός άλλου κόσμου ή μια απεγνωσμένη προσπάθεια να επουλώσει η ψυχή την πληγή τού θανάτου : στάθηκε πάνω απ’ τό προσκέφαλό μου, όπως ακριβώς τον θυμόμουν τα χρόνια τής αποδημίας μου και με ξύπνησε με τη βραχνή φωνή του•

φωτο: Στράτος Φουντούλης