Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

[Χώρος:
Γειτονιά
Σπίτια που αναπνέουν όσο τους επιτρέπει η λιγοστή πρασιά ανάμεσά τους
Κήπος, άνθη ανοίξεως, μια πασχαλιά, μια λεμονιά στο βάθος, κοτέτσι
Μια κρεβατίνα απλώνεται για να ξεκουράσει το κλήμα
Το κλήμα φερμένο από το χωριό, καρπερός, βιαστικός ροδίτης
Ο μικρός διάδρομος της εισόδου στον κήπο
Ένα τραπεζάκι στον ίσκιο της κληματαριάς, φορμάικα
Πρόσωπα:
μια γυναίκα, ένας άντρας
κοιτούν την ίδια πλευρά
ο χώρος που μεταξύ τους κλείνει το τραπέζι]

Ι.

η δανεική

(όπου η Πενέλοπε προσπαθεί να πει)

Ενάμισι μέτρο πάνω από τα κεφάλια τους Καθισμένοι στον ίσκιο της Η κληματαριά απλωνόταν στην κρεβατίνα με τη νωχέλεια ενός ύψιστου δημιουργημένου να προσέχει και να φροντίζει όσους έψαχναν καταφύγιο στη σκιά του Πότε άφηνε τον άνεμο χλιαρό να σέρνεται μέσα από τα κλαδιά της όπως την λίκνιζε, και πότε σιωπούσε
Μανάρι, κι έστριψε τσιγάρο, μανάρι, είχε αρχίσει πάλι το κάπνισμα, σάλιωσε και τον κοίταξε, μανάρι ας πούμε πως έρχεται ένας και σου λέει…  Σταματάει Το βλέμμα της σα να προχωράει σε δρόμο με πατημένες παπαρούνες Ως πέρα, το βάθος που δε φαίνεται Γυρίζει τις λέξεις πίσω Εκείνη γυρίζει προς τον άντρα: …σου λέει πως σε θέλει Πως θα τον ξεπαγώσεις Θα ξαλεγράρει μαζί σου Πράγματα που θα έπρεπε να σε κάνουν να πετάς Κι αντί να πετάς, σαλιώνει πάλι, ανάβει, αντί να πετάς, αρνείσαι Αρνείσαι επειδή νοιώθεις δανεική και στέλνει τον καπνό πάνω από τον ώμο της αριστερά Ο άλλος δεν μίλησε Ούτε κάπνισε, ούτε κοίταξε Μόνον έπαιζε με μια μνήμη στην άκρη του ματιού του Υγρή Εκείνη συνέχισε: εργαλείο μάγκα μου, εργαλείο…  να τι είναι μερικές γυναίκες Κοίταξε την καύτρα κι αλληθώρισε Καλύτερα Στραβά τα μάτια μπερδεύουν τα δάκρυα Καλό το τσιγάρο, ε μανάρι; Κρύβει πράμα, και σηκώθηκε Μη φύγεις ακόμη, επέστρεψε εκείνος. Μίλα. Σιωπή. Πες. Και την κοίταξε. Εκείνη κάθισε. Μόνο κάθισε. Δεν είχε τίποτε άλλο να πει. Δε μιλούσε πολύ. Άκουγε. Συνήθως άκουγε. Είχαν όμως μια πίκρα οι μέρες που δε μπορούσε να τη σηκώσει μόνη της. Που δεν την έβγαζε από πάνω της μήτε γλυκό νεράντζι τριμμένο σα φιλί στον ουρανίσκο της. Κάθισε, και…

ΙΙ.

θες βανίλια; ρώτησε.

(όπου η Πενέλοπε προσπαθεί να τον κάνει να  πει)

Κάπου ήταν. Εκείνη δάγκωνε τη βανίλια και σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της το ζουμί που έγλειφε το σαγόνι. Κάπου ήταν. Αμίλητος. Δεν κινούσε ούτε τα δάχτυλα που κρατούσαν το τσιγάρο. Τον έκαιγε. Δε μ’ αρέσουν οι βανίλιες. Σπίτι είχανε δαμάσκηνα. Μίλησε κι όπως μιλώντας κοίταζε τη βανίλια, έμοιαζε να μιλά σ’ αυτήν. Η στάχτη είχε σχηματίσει προέκταση του δείκτη του. Δεν έπεφτε. Μαζευόταν σαν κάμπια προτού ανοιχτεί στον κόσμο. Ποιόν κόσμο; Δυο τρία μέτρα δρόμος ανθρώπου ωσότου να την πατήσει κάποιος από λάθος ή αηδία στο πράσινο της άνοιξης που κλείνει μέσα της. Πράσινο της κάμπιας. Όπως το φόρεμά της. Στα παιδιά πρέπει να μαθαίνουμε από μίμηση ό,τι περιμένουμε να βρούμε μπροστά μας όταν τα συναντήσουμε πάλι, είπε και στη μνήμη της έκλεισε τη μορφή τής Σ. Δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Η στάχτη έγερνε πια. Το τσιγάρο σώθηκε. Όπως τον κοίταγε από το πλάι, παππάς μοιάζει, σκέφτηκε. Ο άνεμος είχε από ώρα σταματήσει να λικνίζει την κληματαριά και κείνη κρεμούσε τα τσαμπιά της σα βυζιά γυναίκας που ξεχάστηκε. Κάποτε με φώναζε όπως στεκόμουν διπλά του για παρέα. Τον ενοχλούσα. Δεν καταλάβαινα γιατί. Μόνο μ’ έπιαναν τα κλάματα κι έπαιρνα τους δρόμους. Στους δρόμους έχει κάτι δέντρα με ψηλούς κορμούς, λεπτούς. Λεύκες. Εκείνη η γυναίκα έκανε τα δέντρα άντρες από τότε που…  Που; γύρισε, την κοίταξε. Που; επέμενε και τα μάτια του έγιναν δυο τρύπες κάρβουνου που λες έλιωναν τον πάγο. Τους άφησε ο άντρας της, και τον κοίταξε κι αυτή. Τώρα του γυρίζω τα ίδια. Δεν το καταλαβαίνω. Είναι όμως ίδιο. Με ενοχλεί. Εκείνος μένει στη θέση του και με πληγώνει. Τότε γίνομαι…  Γίνεσαι; της απευθύνθηκε. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι γίνομαι… κι η σκέψη χάθηκε σαν η φωνή στο πηγάδι που παίζαμε παιδιά: αιαι! αι. αιαι! αιαιαιαιαιαιαι….

Γύρισε τον κοίταξε. Όλα τα άλφα γαντζωμένα στα μάτια του σαν σταγόνες κορινθιακής σταφίδας που δεν τη γεύτηκε ποτέ ουρανίσκος. Απών.

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης