Διώνη Δημητριάδου, δύο αφηγήματα που συναντώνται

Hugo von Hofmannsthal «Η ιστορία ενός στρατιώτη»
Thomas Mann «Απογοήτευση»
Mετάφραση: Βασίλης Παλιγγίνης, εκδόσεις Κουκούτσι (σειρά ad intra)

Ο Hugo von Hofmannsthal (1874-1929) γεννημένος στη Βιέννη, με το έργο του εκφράζει αυτό που οι Γάλλοι αποκάλεσαν πνεύμα fin de siècle, με την ελπίδα να χαράζει στον ορίζοντα στην αυγή του νέου αιώνα αλλά ταυτόχρονα με μια διάθεση αδιόρατης μελαγχολίας, ίσως ανησυχίας μπροστά στο άγνωστο, ακόμη και με μια αίσθηση πεσσιμισμού που εκφράζεται με κυνισμό στη γραφή ή έστω με έναν έντονο σκεπτικισμό. Δεν είναι  τυχαίο  ότι ο Hofmannsthal ανήκε στον κύκλο του Stefan George, ενός από του σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές (Γερμανία 1868 – Ελβετία 1933), ο οποίος με τον Συμβολισμό ως κατευθυντήρια  ιδεολογική και αισθητική αρχή της γραφής του απομακρύνθηκε από κάθε σκοπιμότητα, που θα μπορούσε να σκιάσει το ποιητικό αποτέλεσμα, υπερασπιζόμενος την καθαρότητα του καλλιτεχνικού έργου στην απόλυτη υπηρεσία του αισθητικά Ωραίου. Αρνητής της ρεαλιστικής απόδοσης του ποιητικού λόγου, προχώρησε σε μια δική του προσωπική λογοτεχνική γλώσσα. Κατάφερε να συνδυάσει την αδρή συναρμογή (harte gung) με την αβρή συναρμογή (sanfte gung) επιμένοντας στην αυτονομία της κάθε λέξης ως οντότητας και προσδίδοντας έτσι στο έργο του την αίσθηση του στιβαρού λόγου. Ο  Hofmannsthal στη γραφή του ακολουθεί την ίδια αισθητική, με εστίαση στην ουσιαστική υπόσταση της κάθε λέξης. Οι λέξεις του εμπεριέχουν όλο το νόημα που θα μπορούσε να τους προσδώσει ο συγγραφέας, και ταυτόχρονα επιτρέπουν στον αναγνώστη τις όποιες προεκτάσεις μπορεί να δώσει ο ίδιος ερμηνεύοντας το περιεχόμενό τους – αρχή του Συμβολισμού. Δημοσίευε κείμενά του στα περίφημα Blätter r Kunst του Stefan George συμμετέχοντας έτσι στην κίνηση  που αποτέλεσε την καρδιά του Μοντερνισμού στην Αυστρία (Wiener Moderne), και μάλιστα ως Jung Wien (την εμπροσθοφυλακή, avant-garde) της νεωτερικότητας στη λογοτεχνία.

Πιστά, λοιπόν, στις αρχές του Συμβολισμού και στο κίνημα του Μοντερνισμού τα χαρακτηριστικά της γραφής του Hofmannsthal:  επιδίωξη της αρμονίας και του μέτρου,  αισθητική της γλώσσας ως μέγιστου κριτήριου της γραφής,  απομάκρυνση από κάθε σκοπιμότητα που θα μπορούσε να επισκιάσει την αισθητική προσέγγιση της τέχνης,  προβολή της υποκειμενικότητας στην ερμηνεία του κόσμου,  αμφισβήτηση της ορθολογικότητας ως ερμηνευτικής οδού,  εξερεύνηση της συνείδησης και  επικέντρωση στο θέμα του χρόνου υπό την υποκειμενική του αίσθηση.

Στην «Ιστορία ενός στρατιώτη», το πρώιμο αυτό έργο του (το γράφει στην ηλικία των μόλις 22 χρόνων) ο Hofmannsthal αφήνεται ελεύθερος στον χώρο της διαίσθησης που θα οδηγήσει σε περιβάλλον μυστικισμού, πολύ μακριά από τον χώρο όπως τον αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις με την περιορισμένη δυνατότητά τους να συλλαμβάνουν τα πράγματα ως εμπειρικές προσλήψεις στα πλαίσια του ρεαλισμού. Έτσι, ο ήρωας της ιστορίας θα αντιληφθεί τη μηδενικότητα και μηδαμινότητα που εμπεριέχεται στα αποκαλούμενα φαινόμενα και θα καταδυθεί στον κόσμο του υπερφυσικού, του θαύματος ίσως, ανοικτό μόνον στους εκλεκτούς που επιχειρούν την υπέρβαση του υπαρκτού και απτού στις αισθήσεις και του λογικά επιβεβαιωμένου. Ο αναγνώστης στο τέλος της ιστορίας δεν μπορεί παρά να απολαύσει τη σκηνή του ήρωα που ευχαριστημένος σαν πλούσιος χωρικός κουνάει το σώμα του μ’ ένα σαλεμένο ρυθμό μπρος και πίσω στον μισοσκότεινο στάβλο δίπλα στα άλογα. Και θα αναρωτηθεί αν ο ήρωας είναι δέσμιος μιας παραφροσύνης ή αν έχει προσεγγίσει την απόλυτη αλήθεια των πραγμάτων.

Ο Paul Thomas Mann (1875-1955) γράφει την «Απογοήτευση» επίσης σε νεαρή ηλικία (μόλις στα 21 χρόνια του) και προαναγγέλλει έτσι τη μετέπειτα πορεία του ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η ιστορία αυτή μάλιστα θεωρείται ένα πρελούδιο του Μαγικού Βουνού (Der Zauberberg) που δημοσιεύεται 28 χρόνια αργότερα. Κινούμενος και αυτός, ήδη από τη νεαρή ηλικία, στις αρχές του κινήματος του Μοντερνισμού, πραγματεύεται στη σύντομη αυτή νουβέλα την πολύ επισφαλή ισορροπία του ανθρώπου ανάμεσα στον εμπειρικό κόσμο (με τη συνακόλουθη γλώσσα που προσπαθεί να τον εκφράσει) και στη υποψία πως όλα τα φαινόμενα είναι απλώς επιφανειακές και οριακές προσλήψεις με απολύτως περατά όρια, που το μόνο που μπορούν να προκαλέσουν είναι ένα αίσθημα απογοήτευσης.

Όπως θα πει ο ήρωας/αφηγητής της εγκιβωτισμένης ιστορίας: «Ξέρετε δεν εννοώ μια αποτυχία στο μικρό και μερικό της –μια απλή αστοχία– αλλά τη μεγάλη, την  καθολική απογοήτευση που σου προξενούν τα πάντα μια ολόκληρη ζωή…»

Ο Mann μοιάζει να κινείται στο ίδιο πλαίσιο με τον Hofmannsthal ως προς τη θεματική του αφηγήματός του. Όμως θα προχωρήσει σε ένα συλλογισμό ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Θα εξετάσει τα όρια της λειτουργίας των λέξεων. Ποια είναι, λοιπόν, η δυναμική των λέξεων; Αρχικά είναι ένας επινοημένος και συμφωνημένος κώδικας μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας με κοινά χαρακτηριστικά, προκειμένου να επιτευχθεί η επικοινωνία. Ωστόσο, η εγγενής δύναμή τους μπορεί να τους προσδώσει και μια άλλη διάσταση: οι λέξεις διαμορφώνουν μια εικόνα για τον κόσμο με τη βοήθεια της φαντασίας που γύρω από αυτές πλάθει έναν παράλληλο ιδεατό κόσμο. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν η ρεαλιστική εικόνα προβάλλει ως αντίστιξη στην νοητικά πλασμένη; Πώς διαμορφώνεται η αντίληψή μας για τα πράγματα που μας περιβάλλουν, άρα και για αναμενόμενα αισθήματα που αυτά γεννούν; Μια φωτιά, για παράδειγμα, φαντάζει τρομακτική ως ενδεχόμενο να συμβεί· όταν τη βλέπεις μπροστά σου όμως προξενεί μια ένταση οριακή στη δυναμική της.

Ο ήρωας/αφηγητής θα αναφέρει ενδεικτικά την προσωπική του εμπειρία, όταν στην παιδική του ηλικία βρέθηκε μέσα σε μια φωτιά:
Ήμουν ο πρώτος που το πήρε είδηση και θυμάμαι πως έτρεχα μέσα στο σπίτι φωνάζοντας: «Να η φωτιά! Να η φωτιά». Θυμάμαι αυτή την κουβέντα με μεγάλη ακρίβεια γνωρίζοντας το βαθύτερο συναίσθημα απ’ όπου προερχόταν. Τούτη είναι η φωτιά που ζω και αισθάνομαι! Δεν μπορεί να είναι χειρότερη – αυτό είναι όλο.

Το συντελεσμένο επομένως είναι, κατά τον Thomas Mann, πάντοτε μια πιο θαμπή και οριακή συνθήκη απ’ ό, τι η νοητική της σύλληψη και η αφήγησή της μέσα από τις λέξεις. Ακριβώς γιατί οι λέξεις που δομούν τη γλώσσα θεωρητικά έχουν απεριόριστους νοητικούς σχηματισμούς – ας σκεφθούμε, για παράδειγμα, τη δυνατότητα που προσδίδει στις λέξεις ο Συμβολισμός. Σε σχέση, ωστόσο, με την πενιχρή πραγματικότητα οι λέξεις ψεύδονται και απατούν τη νόηση του ανθρώπου. Και μπορεί να δημιουργούν τον θαυμαστό κόσμο της Λογοτεχνίας, όμως εναποθέτουν την απογοήτευση ως αίσθημα στον άνθρωπο που τις εμπιστεύθηκε. Θα πει ο αφηγητής: «Είπα πως μου λείπει η αίσθηση του πραγματικού». Εννοεί ίσως τον τρόπο να βιώσει την πραγματικότητα, όχι μέσα από λέξεις αλλά ως βίωμα εσωτερικό και προσωπικό; Αν και αυτό όμως έχει υποκειμενική διάσταση, αναπόφευκτα γεννιέται το ερώτημα: τι υπάρχει, λοιπόν, στην πραγματικότητα;

Η υποκειμενική ανθρώπινη εμπειρία, αναδεικνύεται παντοδύναμη  και εξαρτά από αυτήν και την κίνηση της  ύπαρξης. Άρα και ο χρόνος μόνον ως υποκειμενική αίσθηση/βίωση μπορεί να εκληφθεί. Ας θυμηθούμε πώς ο ήρωας Χανς Κάστορπ στο Μαγικό Βουνό χάνει την αντικειμενική ροή του χρόνου (αυτό που θα λέγαμε πιο απλά χάνει την αίσθηση του χρόνου) και αντιλαμβάνεται τα πράγματα γύρω του μέσα από ένα εντελώς προσωπικό φίλτρο. Ο χρόνος αποβαίνει πλέον μια εσωτερική αίσθηση, ένα «είναι» ολοένα  απομακρυνόμενο από το αντικειμενικά υπάρχον «φαίνεσθαι».

Τα δύο αφηγήματα κινούνται στον ίδιο χώρο φιλοσοφικής σκέψης και ενσωματώνουν στα κείμενά τους –ενδεικτικά του Μοντερνισμού– τις κοινές λίγο ως πολύ εκτιμήσεις τους για τη θέση του ανήσυχου ανθρώπου/ερευνητή μέσα σ’ έναν κόσμο που αρκείται στην αποδοχή των φαινομένων. Εγκαινιάζουν την πολύ ενδιαφέρουσα νέα σειρά των εκδόσεων Κουκούτσι ad intra, που εστιάζει στις πιο εσωτερικές,  βαθύτερες αναζητήσεις εκλεκτών δημιουργών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μικρά στο μέγεθος βιβλία, με απέραντο ωστόσο πεδίο στοχασμού.

*

©Διώνη Δημητριάδου