Νίκος Βατόπουλος, Μικροί δρόμοι της Αθήνας [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

«Αυτή η συλλογή κειμένων και φωτογραφιών εστιάζει στους μικρούς δρόμους της Αθήνας. Σ ε δρόμους που είτε σκοπίμως είτε τυχαία περπάτησα. Εντάσσονται σε μια ενδεικτική ανθολογία της ελάσσονος Αθήνας, εκείνης δηλαδή της πόλης που αιμοδοτεί το αθηναϊκό κέντρο αλλά και που με έναν τρόπο σχεδόν νομοτελειακό ζει και μια ζωή ξέχωρη, αυθύπαρκτη, συγκινητική στην αυτοτέλειά της.
Οι συνοικίες της Αθήνας είναι ένας απέραντος θησαυρός. Όλες οι παλιές γειτονιές της Αθήνας είναι κιβωτοί πολύτιμων ενσταλάξεων αστικού βίου, με ποιότητες συχνά υποτιμημένες και ευτελισμένες.
Το μικρό αυτό βιβλίο επιθυμεί να τιμήσει την ελάσσονα Αθήνα, με τον τρόπο όσων βίωσαν τη χάρη της αθηναϊκής συνοικίας. Τα κείμενα αυτά θέλουν να τιμήσουν την απλότητα και την εντιμότητα, τα βασικά δηλαδή υλικά με τα οποία φτιάχτηκαν οι γειτονιές της Αθήνας.» (Από τον πρόλογο του Νίκου Βατόπουλου)

Απόσπασμα

Απρόσμενες συναντήσεις
σε έναν δρόμο των Κάτω Πατησίων

Ανάμεσα στη Λιοσίων και την Αχαρνών, κάτω από τον σταθμό των Κάτω Πατησίων, ο μοναχικός διαβάτης αναζητεί ένα εύρημα. Είναι φορές που τα μέτωπα των κοινών πολυκατοικιών, ασφυκτικά, μονότονα, σχεδόν πληκτικά, γεννούν ριπές απογοήτευσης. Κατακλύζει η αίσθηση της ομοιομορφίας, αλλά, να, που σκόρπια ξέφωτα, χαραμάδες που απαλύνουν αυτήν την εντύπωση της αρχιτεκτονικής ανίας, ή εκείνου του ακόμα πιο έντονου αισθήματος δυσφορίας και βύθισης, προκαλούν σπίθες ενθουσιασμού.

Θα ήταν δύσκολο να μεταδώσω την εντύπωση μπροστά σε κρυμμένους κήπους και δροσερές αυλές σε εκείνα τα στενά που τα ξέρουν μόνο οι περίοικοι. Ξεχώριζαν σαν πράσινες τούφες, πίσω από παλιούς μαντρότοιχους, ανάμεσα σε εξαώροφες πολυκατοικίες, που είχαν ήδη κακογεράσει, και μέσα σε εκείνη την πυκνή πρασινάδα, που περισσότερο τη φανταζόμουν παρά την έβλεπα στην ολότητά της, σκεφτόμουν τα γυμνά πόδια με το λάστιχο στο χέρι, τα πουλιά που είχαν σπίτια στους κλώνους και εκείνη την αθεράπευτη έλξη για το βρεγμένο χώμα.

Ήταν πριν αρχίσουν οι πολλές βροχές, η γη ήταν διψασμένη, και εκεί όπου έτρεχε νερό μαζεύονταν μέλισσες και ο αέρας ερχόταν μυρωμένος με άρωμα γονιμότητας. Είχα ακούσει ιστορίες για τα στενά πάνω από τη Λιοσίων. Για εκείνους τους δρόμους που με ονόματα όπως Περβάνογλου, Ζορμπά, Κριτοβουλίδου, Ορλάνδου, Καπιδάκη ή Χαιρέτη, σχημάτιζαν μαιάνδρους, και κάτω από την κοίτη τους, σκεπασμένη από στρώσεις οικογενειακών αφηγήσεων, ένιωθε κανείς ακόμη τον παλμό της γειτονιάς. Σε έναν από αυτούς, που φέρει το όνομα του Καπετάν Λαχανά (ήρωα της Επανάστασης από τη Σάμο) σταμάτησα να περιεργαστώ ένα μικρό σπίτι. Ίσως και να το προσπερνούσα αν δεν είχα παρατηρήσει εγκαίρως την εξώθυρα. Είχα μπροστά μου ένα σπιτάκι του Μεσοπολέμου, στον αριθμό 3 της Καπετάν Λαχανά, με το κλασικό αρτιφισιέλ, με τα κεραμίδια του και με εκείνη τη συγκινητική απλότητα, που βρίσκει κανείς στις γειτονιές.

Το βλέμμα μου είχε αποσπάσει η μικρή ξύλινη εξώθυρα. Ήταν βαμμένη σε εκείνο το ξεθωριασμένο πράσινο, που έχει μέσα και λευκό και ίσως και κίτρινο, αλλά έδινε την εντύπωση του φιστικιού έτσι όπως προβάλλει από μέσα ο καρπός. Ήταν μια πόρτα με προσωπικότητα, γεωμετρημένη όχι τυχαία, και καθώς την παρατηρούσα, μου ήρθε, αναπάντεχα, η γεύση αγγλικής εξοχής. Δεν περίμενα να έχω αυτόν τον συνειρμό στην οδό Καπετάν Λαχανά των Κάτω Πατησίων, αλλά να, που, μία πόρτα, με εμφανή καταγωγή από το κίνημα της Arts and Crafts, μου αποκάλυπτε στα βάθη της γειτονιάς, την πανσπερμία της Αθήνας.