Καίτη Παπαδάκη, ‘Εσένα πώς τη βγάζουν οι φίλοι σου στο κρύο;’


Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Κατερίνα Γώγου «Τρία κλικ αριστερά»

Γράμμα στην Κατερίνα

Κατερίνα μου,

Τι λένε τώρα οι φίλοι σου;
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς…
Πετάνε ακόμα ή θαφτήκανε στην άσφαλτο;
Εσύ σε ποιο φτερό να ταξιδεύεις;
Τα ποιήματά σου τα ‘χω όλα.
Τα διαβάζω όταν στερεύει ο ορίζοντας.
Αν γράφω;
Ναι ακόμα συζητώ
με τους φόβους.
Παζαρεύουμε λέξη τη λέξη.
Καμιά φορά κερδίζω.
Τότε- ενθουσιασμένη- ψιθυρίζω στίχους
στα μαύρα πουλιά
που περιμένουν στο παράθυρο.
Μα, τελευταία – τ’ άτιμα- δεν φεύγουν απ’ τη θέση τους.
Βαρύνανε γιατί γράφω όλο πιο σπάνια
και τα ταΐζω ολοένα πιο συχνά
τσιπς, φιστίκια, μεγάλα λόγια, χαζές ανασφάλειες…
ο,τι ,τέλος πάντων, βρίσκεις πρόχειρα σε σπίτι εργένικο.
Και δηλαδή, πού να τα στείλω;
Γι αυτό ρωτάω εσένα
Εκεί στο κέντρο τι γίνεται; Στο πεζοδρόμιο πόσα απλωμένα χέρια;
Δεν θ’ άρπαζαν κανένα απ’ τη φτερούγα,
αν τα πουλιά πετούσαν ως εκεί;
Δεν θα προλάβαινε το δύστυχο να κράξει ούτε στίχο!
Καταλαβαίνω, στα σκουπίδια τι να βρεις για να σε πιάσει;

Κατερινάκι,
στη δική σου κραυγή
-το πιστεύεις;-
φώλιαζε ακόμα λίγη ελπίδα.
T’ απορρίμματα πληθύνανε:
στοίβα συσκευασίες από κινητά και τάμπλετς.
Τι να φας;
Πήρα πέντε-έξι κούτες να φωλιάσουν τα κοράκια.
Βαρύς χειμώνας φέτος στο μπαλκόνι δεν αντέχουν.
Εσένα πώς τη βγάζουν οι φίλοι σου στο κρύο;
Και πες μου,
Έχουν πια κουράγιο για τραγούδια;

Σε σκέφτομαι στον καναπέ εκείνο πλάι στo παράθυρο
να σκέφτεσαι τον χρόνο και τα σώματα όταν γερνούν.
Μαρία Λαϊνά, «Η ταβέρνα της Τζαμάικα»

Λίγο πριν το φθινόπωρο

Λύγισε ο μίσχος της μέρας
στο τυφλό κεφάλι του ανεκπλήρωτου.
Λευκή πουκαμίσα ο χρόνος ,
κρεμασμένη στο χωράφι.
Η σκιά τρομάζει εμένα,
πιο πολύ απ’ τα πουλιά.

Τα χοντρά δάχτυλά σου πατέρα
μύθους φύτεψαν στην πέτρα.
Εδώ, πλάι στην ξερολιθιά
Οι πρώτες λέξεις μου,
τα πρώτα σχήματα με τον πηλό.

Μέχρι που έγειρε το διάφανο.
Έσπασε η θεότητα στα δυο.
Το άσπρο πνεύμα της,
Κρεμασμένο στο βάθος του μυαλού,
αλύπητα να σε τραβά απ’ τις φτέρνες.

Θέλω να ‘ρθω κοντά σου Μαρία.
Ν’ αφήσουμε τα πόδια στο νοτιά.
Μαζί μου δεν θα πάρω ρούχα.
Το τελευταίο πουκάμισο ανεμίζει στον κάμπο.
Δεν θα πάρω – όχι- ούτε βιβλία.
Τις σελίδες θα σκίσουν τα πουλιά.

Ένα μάτι μόνο
πάνω σε μια πέτρα -από κείνες-
σφιγμένο στ’ αγύμναστά μου δάχτυλα.

*

©Καίτη Παπαδάκη

φωτο: Στράτος Φουντούλης