Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν -Κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία
Από τις εκδόσεις Σμίλη

ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ

Στην κορφή του γκρεμού
το χάος δαμάσαμε στη γλώσσα
γοερά μωρά χωρίς τροφό
μ’ έκθετα δάχτυλα
τρατάραμε στο σώμα τους ιλίγγους
Μια νύχτα ο ορειβάτης δράκοντας
μας κάρφωσε φλάμπουρο στο όρος
Τη γλώσσα γυρίσαμε κουβέρτα
Κι έκτοτε κυματίζουμε βουβοί

ΒΙΝΥΛΙΟ

Ρέει μελάνι από την κούπα της σουπιάς
ο Αχέροντας πικρός ρίγη σε κάτοπτρα αειθαλή
στο ταβερνείο του μας πίνει
Η δαντική βελόνα αλυχτά για μουσική
στη βαρκαρόλα της στροφής
και για κουπί, από την κρούστα μέσα μας,
μια τρύπια φτέρνα o Κέρβερος
στο στόμα του σκεβρώνει και τη φτύνει
Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή
κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός
ανδρώνει ήλους μελανούς
τυφλός ο ξένος μέσα ν’ανατείλει

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

Βατόμουρα και πεθαμένα τζιτζίκια μιας ωραίας εποχής

VII

[…] ΘΕΛΜΑ: Eίναι αλήθεια, δεν άντεξα, με καρατόμησαν τόσο οι απελπισμένοι σου οι ήχοι, που έχασα το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια, τα γόνατά μου τρέξαν να σε προφτάσουν στην όχθη της λίμνης, πάλευες έξω να βγεις. Μόνο τα μάτια μας μείναν στο τέλος εκεί, με την κόψη της όρασης στα γυμνά μας από μέλη παπούτσια. Κι εκείνο το δάχτυλο που έτρεμε δείχνοντας… εκεί, να, κοίτα εκεί! Η κόκκινη σκιά… Απ’ τον τρόμο μου ρίχτηκα στη λίμνη ανάπηρη να ξεπλύνω τα βελούδινα αρπάγματα ενός πράσινου που ένιωθα πως φύτρωνε τώρα στο σώμα.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Δεν το περίμενα να γίνουν έτσι τα πράγματα. Και οι δυο μας πνιγμένοι, αλλά μάλλον δεν είχαμε άλλη λύση. Και αν πίσω μας τρέχει η σκιά της μητέρας; σκεφτόμουν. Ξεχείλωσε, Θέλμα, το κορμί σου με μια μεγάλη βουτιά, κι έζωσε φύκια επάνω του της μητέρας τ’ αρχαία αγγίγματα∙ και η χλόη της φύτρωνε φιγούρα νεκρή, που την έτρεχε μόνη το ρεύμα της λίμνης.
ΘΕΛΜΑ: Τότε ήταν που έγινα πέτρα με φύκια για μάτια, και καθόμουν ολοένα πιο βαθιά στο νερό. Αν δεν βρίσκονταν, Ορέστη, τα γόνατά σου στον πάτο, θα ήμουν τώρα πνιγμένη. Το σώμα σου στόμα σου ούρλιαζε βόμβους που έφθαναν μες στο νερό, «Θέλμα, κρατήσου, θα σου πάρω καινούργια στο παζάρι, θ’ αγοράσουμε την κούκλα που θέλεις!»
ΟΡΕΣΤΗΣ: Σ’ απόθεσαν τα γόνατά μου πρησμένα όπως όπως στην όχθη, ο κορμός μου σε τύλιξε μ’ ένα αχ από λήθαργο μίσους που άπλωνε αγάπη, και τότε είδες με τα νέα σου μάτια από φύκια τ’ άλλα σου μάτια να βλέπουν τι έδειχνε ο δείχτης σου με τρόμο: λίγο πιο πέρα η Κοκκινοσκουφίτσα στεκότανε αμίλητη κι έφερνε γύρες κόκκινα φέρετρα τα ρούχα κι όλα τα προικιά της γιαγιάς μας σ’ έναν ντόκο μικρό, όπου έδενε κι ο πατέρας τη βάρκα. Στεκόταν γυμνή και ξυπόλητη, με τη μονόφθαλμη ειρωνεία του μύθου στον σκούφο, μ’ ένα πανέρι γεμάτο κολοκύθες και βατράχια και με το στόμα πνιγμένο στα σάλια του λύκου. Το στόμα σου έτρεχε αίματα από τ’ άλλο της μάτι. Θέλμα, γιατί φοράς κόκκινα; σε ρώτησα.
ΘΕΛΜΑ: Κι εγώ είπα, είμαι ο Κοκκινοσκουφίτσος! O πατέρας! […]