Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

papa was a rolling stone…

Κάποια φορά

Χώρος: προαύλιο μονής, μέρες πριν φτάσει η άνοιξη

Η Λολό, σαφώς συντετριμμένη από την περιφρονητική αντίδραση ανδρός, ακουμπάει ελαφρά τον μαντρότοιχο στο προαύλιο της μονής. Το μάτι της αστράφτει, το φρύδι πιάνει τόξο πάνω απ’ το βλέφαρο και το στήθος κύμα κάτω απ’ τη μπλούζα.
Βάζει το χέρι στη μέση. Το αριστερό. Mε το δεξί κάνει μια κίνηση στο κενό σα ν’ ανακατεύει τον αέρα. Ρίχνει το κεφάλι στο πλάι, και, με ύφος θυμωμένο, μαργιόλικο, απευθύνεται σ’ έναν αόριστο αρνητή: «Ψιτ! παλληκαράκι! Δε σού ’πανε μη κρεμάς στ’ αγχίδια σου ανθρώπους βαριούς; Θα ξηλώσουνε και θα κρεμάσουν. Πάρεξ και θες νάχεις δικαιολογία που είναι ήδη κρεμασμένα. Πάσο. Μ’ έπιασες;»

Τότε, γεμίζει ο τόπος πολύχρωμα δίτροχα με θόρυβο, ανθρώπους με φωνές και κινητά. Η πέτρινη σιωπή σπάει. Μαζί κι ο άνεμος.

Κάποια άλλη φορά

Χώρος: η κουζίνα μονοκατοικίας σε προάστιο επαρχιακής πρωτεύουσας

Μαλάκα! Θ’ αντέξω μαλάκα! Θ’ αντέξω! Μέχρι να σε γνωρίσω. Να σε μάθω. Να σε καταλάβω. Θ’ αντέξω! Έσκαβε τις αγκινάρες με τα νύχια της κι αυτές βγάζαν μαύρο. Το σκούπιζε στα μαλλιά της όπως τα σήκωνε από τα μάτια της. Τρέχαν ποτάμια. Τα μάτια της τρέχαν ποτάμια. Της φταίγανε όλα εκείνη τη μέρα. Ως κι ο τοίχος τής ήταν λίγος όσο προχώραγε η ώρα. Τον χτύπαγε με το κεφάλι της να σπάσει. Το κεφάλι της να σπάσει που στάθηκε μπόσικο, ανήλικο. Πάρτην μαλάκα, πάρτην. Και μπααααααμ στον τοίχο. Μπααααααμ. Που να σπάσει! Τον είχε πάρει τον όρκο από την ώρα που εκείνος είχε έρθει κοντά της με το στόμφο του και τα λόγια του που τις αρέσανε ίσα για να μη βλέπει. Το καταλάβαινε. Μπααααααμ, μαλάκα! Πάρτηνε! πάρτηνε! Μα εκείνο δεν έσπαγε· εμπόδιο ο όρκος πούχε πάρει. Μπαααααμ μαλάκα! πάρτηνε! Και θα του άνοιγε μια μέρα τα χείλια από το χτύπημα. Πάρτηνε μαλάκα, πάρτηνε! Και θα πόναγε τη χούφτα της στα μάγουλά του. Μισέ! Που δεν έχεις δικό σου και φτιάχνεις από τον άλλονώνε. Πάρτηνε ρε! πάρτηνε! μπαααααααμ! Και θα τρέχει το δικό της αίμα πάνω στο δικό του κι ο πόνος της θα  καίει τον λαιμό του…

Σκατά. Ποτέ δε θα μπορέσει να το κάνει αυτό. Δεν είναι τέτοια.

Δεν είναι τέτοια;

Και μια τρίτη

Χώρος: στο σαλόνι μονοκατοικίας του ίδιου προαστίου

Πρώτα σήκωσε το φρύδι κι έπειτα σάλιωσε τη παχιά άκρη του μολυβιού στη γλώσσα της. Ροδόλευκη· σα κάνιστρο που μόλις ξεφουρνίστηκε.
Έστρωσε το στρατσόχαρτο, μια, δυο, κι έγραψε από την καλή του:

μορό μου έχης μπλαίξη τα μπουτια σου
ελποιζο να έχης φηλάξη τ’ αγχήδεια σου σε μαίρως που να μη καφτούναι απ’ τη ζαίστα

Έπειτα, δίπλωσε τόσες φορές όσες ίσιωσε το στρατσόχαρτο και το έβαλε ανάμεσα στα βυζιά της. Τα ’σιαξε με τις χούφτες της, μια παλάμη πάνω από τον αγκώνα, ίσια με την κόγχη της ραφής μπροστά, να πάρουν θέση μέσα στο ρούχο, να μη φαίνεται το χαρτί, κι άναψε τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη της που γελούσαν στην κάφτρα.

Έσκυψε μετά κι έπιασε να σιδερώνει κι όπως το σίδερο πήγαινε πέρα δώθε, πέρα δώθε πήγαινε και το στήθος κι η γλώσσα στο τσιγάρο σα να φιλούσε κορμί εκεί κάτω· τόσο που γελούσε με τα μάτια.

Άναψε από το σίδερο, άναψαν και τα μελάνια του μολυβιού· άρχισαν να λιώνουν.

Έλιωναν κι έσταζαν στα στήθια της ανάμεσα το ποταμάκι τους ως το λευκό της κοιλιάς της πέταλο και πιο κάτω.

Έλιωναν· έσταζαν. Πλημμύρισε το μελάνι· την έτσουξε κι εκείνη έσκουξε. Έσκουξε κι ύστερα συνέχισε να σκούζει· από μόνη της. Της έκανε καλό. Άδειαζε. Με φωνή· με ψυχή· μ’ αγάπη και θάνατο. Και πάνω στο σκούξιμο, γινόταν πότε καρδερίνα, πότε άνεμος ανόρεχτος. Πότε θηλαστικό βαρύ στη γέννα· πότε βροχή και πότε κλάμα. Τέτοια που γεννούσε!

Αλαφρωμένη κατόπιν, πήρε να τραγουδάει κι όπως τραγουδούσε, ήταν σα να ’ραψε τον πόνο της πέτρες βαριές στα στήθια της ανάμεσα. Να δροσίζονται τ’ αντρός τα φυλαγμένα στο στρατσόχαρτο να μη καφτούναι απ’ τη ζαίστα ._

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο:Στράτος Φουντούλης