Άννα Αθανασίου, δύο ποιήματα

Η γλώσσα που δεν μου εδόθη

Όλα ετούτα που τρυπάνε του δέρματος
τους άοσμους πόρους
κουρνιάζουν βολεμένα
στους πυρήνες των κυττάρων
της ωραιοτέρας και της ασχημοτέρας
των ημερών μου στη γη

Αριθμολογούν σε πολλάκις δυνάμεων
ό,τι οι ασπροχάρακτοι
του μαυροπίνακα συμβολισμοί
αναγορεύουν

Αλλά δεν είναι δικό τους το φταίξιμο
Εγώ τσιγκουνεύτηκα το αίμα του χρόνου
στον αλγόριθμό του
δαπανήθηκα
αντί τις αντιστοιχίες να μεταμορφώσω
σε κατέρυθρες αγριοτουλίπες
στη πολυομβρία της άνοιξης
μου ξέμειναν μανδραγόρες τοξικοί
στην μενεξεδιά ομορφιά τους
πλανήθηκα
νάρκωσα το πυρετό τους
στη καλοπέραση

Τώρα αποζητά βυθοκόρο η γλώσσα μου
ν’ αποστραγγίσει τα έλη της σιωπής μου
να περπατήσω γνωστικά πάνω στο σώμα μου
σπιθαμή τη σπιθαμή στις ηχολαλιές του
να συναρμολογήσει μέσα μου
το resonance balloon μου
να απορροφά τις ακτινοβολίες
πέραν του φωτός
μόνο για μένα να μεταλλαχθεί
σε μεταγλώσσα ομοιοτέλευτη
με της θωριάς την αστραπή
της ακοής το βρόντο
της γεύσης τους υποδοχείς
να ανταλλάσσουν συνταγές
στου οσφρητικού μανδύα τη σαγήνη
μες τις παλάμες μου να αντιδονεί
η συναισθησία
ό,τι μου λείπει ακόμα από λεξοσύμβολα
στους κόρφους των άλλων αισθήσεων
να ξεπροβάλλει

Κάθε αυγοχάραμα
την πλησμονή της γλώσσας ευλογώ

Όσο της ψυχής τα ρίγη καταμετρά
τις άπιαστες φτερούγες του αιθέρα
προικίζει με μορφές
οι ίσκιοι τους νεφελοχάρακτοι
με καθοδηγούν μες το λαβύρινθο
που τάχα μου καταδίκασα τις εμπειρίες
της διαμαντογυάλινης μέρας
πολύχρηστων
πολυφασμικών φωτονίων
αθρυμμάτιστης πλέον
στα ανεξήγητα μαντάλας
των ονείρων μου

Μα η μετεπινόηση νεολογισμών απ’ του
αρχέγονου των πολυσύνθετων
λημματολήπτη
απ’ των θεών τα κοραλλένια χείλη
στραυταλίζει
κι επιτέλους συν-διαλογίζεται
στις αγριομαργαρίτες πάνω
γλωσσωδών
που κατά βάση κροκοκίτρινες
βλαστούν στην χώρα μου

Αμφιβάλλω αν θα με αποτρέψει πλέον
το χρώμα τους
ν’ ανασαίνω σε όποιου είδους
μαργαρίτοσμης άνοιξης
αρχετυπικά που τις συνέλαβα
μονοκουκιδικά
σε πολύτροπη γλώσσα
περίτεχνη θα τις ψαλιδοκόψω
για αχειροποίητη τις προορίζω δαντέλα

Στην πλησμονή της γλώσσας
με το ροδοχάραμα κοινωνώ

This is my play…

Σε κοσμικά φαράγγια τη συνάντησα
στης θύελλας μου τα κουφώματα
τα ηχοχρώματα των φωνηέντων της
συγκράτησα
καθώς διέκρινα τα βραχέα
απ’ τα μακρά
στη διαποίκιλσή τους

Σαλώμη αιματόβρεχτη με παραμόνευε
το κεφάλι της στο πιάτο περιέφερε
βρώση στη μνήμη
όταν τ’ όνομά της τής ξέφυγε
Ελένη, των ενοχών
δεν θυμότανε κανένα Πάρη
μονάχα των οικείων της
την δακρυοφυή αγάπη
πρόσφορο ζύμωνε
στην πίσω πλευρά του φεγγαριού
απειρο-ελάχιστη κουκίδα γαντζωμένη
στις πολυσχιδείς αναρωτήσεις
πέρα απ’ το καλό και το κακό
του Ζαρατούστρα μούσα
Πυθία εκστασιασμένη
στων αναθυμιάσεων της γης
τα μελλούμενα κόβει στα δύο
αλαφιασμένη στις γλυκιές μυρωδιές
των διασταυρωμένων ρηγμάτων
ξεχειλίζει την έρημο μου
παρατεταμένων φωνηέντων
σπαρταρίσματα
αξιοπρόσεκτα κτερίσματα γεωλογικά
σε πετρώματα μέσα κλείνει τον Σείριο

Μια υποτιθέμενη απόκλιση
στην αναπνοή
μια εύλογη κλίση στην εκπνοή
ένα λευκό κουάρκ
στην αναζήτηση των γκλουονίων του
την συγκόλησε στη Τροία
– Εκάβη κι Ανδρομάχη –
στα παράλληλα ερείπια
τ’ αρχετυπικό της όνομα
μού εκμυστηρεύτηκε
Μαριάμ, θεομήτωρ ταπεινή
χαροκαμένη τριανταφυλλιά
του Γεροσολυμάτου
καθώς οι μεμβράνες
της αρχεγονομήτρας
σε οστρακοειδή κίνηση
σενελάμβαναν
την περιώνυμη μορφή της

Απάντησε σαν την αποκάλεσα
δήθεν εκ παραδρομής
πιστή Πηνελόπη
το υφαντό της μισοτέλειωτο μού ‘δειξε
απ’ τις φωτονιακές χαραμάδες του σύμπαντος

Λαχανιασμένη
από του έρωτα το στρώμα ξελιγωμένη
η Κύπρια Αφροδίτη
μ’ εκείνη της Μιλήτου αγκαζέ
για τις χαρές της Εύας
τα ποιήματα της Σαπφούς
με λύρα και βιολί συνορχήστρωσαν

Ενεός συνέχισα ελαφρώς να κατρακυλώ ακόμα
καθώς νοηματοδοτούσε τις πύρινες ακίδες
των υποχθόνιων βράχων
να μην της ξεφύγω στα τετριμμένα
Αιολοφόρος το χέρι
μού κρατούσε
στην πυκνή ύλη με εκσφενδόνιζε νετρίνο
να χωρέσω ανάμεσα σ’ ένα
ελλειπτοκυκλικό ηλεκτρόνιο
και το πεισμωμένο ποζιτρόνιό του

Σε ηφαιστειακό βάθος κρατήρα
αδικοχαμένη Κλυταιμνήστρα
απ’ του φθονερού συζύγου το χέρι
στο λουτήρα πνιγμένη

Σε μακρινή ήπειρο την αποκάλυψε
τοιχογραφία προϊστορικής σπηλιάς
με την πρωτοκυπριακή για φωτοστέφανο
να λοιδορεί στα νανοδευτερόλεπτα
τις σκουληκότρυπες που πολιόρκησε
να συνειδητοποιεί κυμματοειδώς
την πολύτροπη πληροφορία
που σαν ερυθρός νάνος
χάριν έδωκε
στην αμφίσημη Αντιγόνη
– με τους τυφώνες συμμαχούσε
άθαφτο ν’ αφήσει τον Πολυνείκη.

Και στην ατίθαση Ιφιγένεια
– τον πατέρα θυσίασε στην Αργολίδα
αν-ενοχικά
δίπλα στης Μήδειας τα παιδιά που σφάγιασαν
την μάνα που τα γέννησε
με της Αλθαίας τον δαυλό ή
την ευλογημένη ελιά να καπνοκαίει

Στο δικό μου θεατρικό παίζει η Ελένη

Εσύ, για λογοκλοπή θα κατηγορηθείς
αν στη σκάφη με της υπομονής τις αντοχές
αντί μόνο το προζύμι να φουσκώσει
κατά παράβαση την οικειοποιηθείς

Στις κατάδικές σου
ιλιγγιώδεις αβύσσους
αναζήτησε την χρυσή της αναλογία
σε ονειροκρίτη έγκυρο ανάτρεξε
για το δικό σου σενάριο
ιεροτελεστίας όραμα
να προβάλλεται σε ποθητές
ερήμου οάσεις

Στις σκηνοθετικές της ικανότητες
να εστιαστείς
την μονοχρωμία της
μην αφήσεις να σ’ αποδοκιμάσει
εκεί τελικά καταλήγει κι η δική μου
δήθεν περίπλοκη Ελένη

*

©Άννα Αθανασίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης