Ασημίνα Λαμπράκου, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου, ένας δάνειος στίχος

αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος, ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ας μην είναι ορατά από τη μεριά που τα έχει τοποθετήσει το βλέμμα

φρέσκος σαν πορτοκάλι γλυκό, έχει σαρώσει τους ίσκιους, όλους, των πραγμάτων στην κεντρική λεωφόρο, έτσι πού μοιάζει ακίνητη κάτω από το φως του, μόλις εξήντα μοίρες δυτικά, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου ο ήλιος κι οι σκιές στους παράδρομους, φοβισμένες  κρύβονται πάλι κάτω από τα πέλματα των θαμώνων και τις στενές τέντες

στο πλήρες κενών δωμάτιο του ορόφου της Μοσχονησίων, η Χάνα καθαρίζει τις βρυσούλες των ματιών της πάνω από τη μύτη και κοιτώντας έξω από το τζάμι τις λεωφόρους, ισιώνει τα γυαλιά με τα δάχτυλα που σφίγγουν το τσιγάρο – δακρύζει
στρέφει έπειτα με δύναμη, τσιγάρο και μέσος σε μια κίνηση σα να καταδικάζουν, και, «κάνετε λάθος Ζήσιμε να προσδιορίζετε τους ανθρώπους με αγαθή προαίρεση με ιδιότητες των πλανημένων ναρκίσσων,» λέει με εμπάθεια δυσανάλογη με τους τρόπους που την χαρακτηρίζουν προς τον άντρα, «οι αγαθής προαίρεσης άνθρωποι αγαπούν τις λέξεις και τις αισθάνονται όσο και τον αδύναμο άνεμο στα μάγουλά τους: ένα ισχυρό βάθεμα στιλέτου που διαπερνά τις αισθήσεις σκούζοντας σαν καμτσίκι πάνω σε δέρμα αλόγου»

εκείνος, σα να άκουσε και σα να μην άκουσε, σκύβει περισσότερο ανάμεσα στους ώμους και, σαν όρνεο των ερήμων, στρίβει το κεφάλι προς τον άλλο: «θεωρείτε λοιπόν Σίγκμουντ, πως η χαρά που περιέχει θλίψη, ορίζει κάποιο είδος, έναν τύπο, ας πούμε, γενναιότητος;(*)«, απευθύνεται

ησυχία, η μη κίνηση διαπερνά τον ήχο που ανεβαίνει από την πόλη
η Σιμόν, καθισμένη σε μισή απόσταση από τον καθένα τους, μετράει 27 πόντους στο πλεκτό με το βελονάκι, έπειτα, σαν παγώνι στο μακρύ λαιμό της, στρέφει το κεφάλι και, κάτω από το χαμόγελο του βλέμματος, ρωτάει: «λοιπόν;»

οι άνθρωποι παίρνουν τις αρχικές τους θέσεις στη σκηνή
συντονίζονται στον ήχο που κάνει το βελονάκι προχωρώντας πάνω στο πλεκτό, περιμένουν

ο Σίγκμουντ, καθισμένος ολόισια στην καρέκλα, ανέκφραστος, δίνει μηδενικό σημάδι διάθεσης για κουβέντα
ωστόσο, ένας θα μπορούσε να υποθέσει πώς σκέφτεται, ή και πως σημειώνει αν τοποθετούσαμε ένα φύλλο χαρτιού, έστω λεκτικά, στη σκηνή· κάτι όπως: «ύφος, ήθος· αν ήθελε κάποιος να διαφοροποιήσει το ήθος του, θα μπορούσε να αντιγράψει έναν άλλον, να τον κλέψει· κλοπή ήθους για καλλωπισμό ψυχής, κλοπή χαρακτήρα για άλλη προσέγγιση ανθρώπου. ήθος, ύφος· το ύφος σύμφυτο του ήθους;, θα μπορούσε το ύφος να σκεπάσει τα πυρηνικά χαρακτηριστικά ενός;, ήθος, ύφος, λεκτικό, – κινήσεις προσώπου, σώμα, – είναι το ύφος σύμφυτο του ήθους κάποιου;»

ο Ζήσιμος παίρνει μια στάση ανολοκλήρωτης σκέψης και παραμερίζει προς τον τοίχο
«ξέρετε Σίγκμουντ, το θέμα γυρνάει διαρκώς γύρω από την ικανότητα που μπορεί να έχει, ή να μην έχει, ένας να στρέφει το κακό έτσι που να καταφέρνει τελικά να αποδιψεί το καλό…», μάκρυνε ελάχιστα τη φωνή του και στράφηκε έξω

στο πλήρες κενών δωμάτιο της Μοσχονησίων, οι τέσσερεις έστεκαν, ένας ένας, πίσω από τα μακρόστενα παράθυρα σα να περίμεναν ο ένας τον άλλον, στη σκέψη του ο καθένας

οι ίσκιοι των πραγμάτων έπαιρναν ξανά τις θέσεις τους στην άνοδο από Θηβών, αριστερά της λεωφόρου, κάτω από τα πρεβάζια των ορόφων, τις τέντες των μαγαζιών, τα ρείθρα και το αγόρι με χέρια ανοιγμένα σα φτερά πτηνού  

αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ώρα πρωινή, ακριβώς τη στιγμή που η ομίχλη ενοχλεί τη συναρπαγή.

*

(*) αναφορά στον στίχο: «Τη θλίψη που είχε μέσα της γενναία η χαρά σου.» (Η Απούσα Ψυχή / Θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ  Μεχίας, Φ. Γ. Λόρκα, μτφρ.: Βασίλης Λαλιώτης)

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης