Γιώργος Παπαθανασόπουλος, H δίκη

Mάρτυρας ήμουν σε μια δίκη της υπηρεσίας για πλαστογραφία, απάτη, υπεξαίρεση και λοιπά τερπνά, που να μη σου τύχει, από αναβολή σε αναβολή το πήγαιναν. Τραβήχτηκα καιρό σε πρώτο βαθμό στην Κόρινθο, μου βγάλανε το λάδι και μετά στο εφετείο στο Ναύπλιο κάθε έξι μήνες κλητήριο. Όποιος έχει μπλέξει με δικαστήρια ξέρει. Την τελευταία φορά που πήγαινα ήμουν αποφασισμένος, αν δεν γίνει και σήμερα δεν ξαναπατάω, σκεφτόμουν καθώς οδηγούσα, ο,τι συνέπειες κι αν έχει. Αρχές Σεπτέμβρη, μόλις είχαν αρχίσει τα δικαστήρια από τη διακοπή του Αυγούστου, ο καιρός θαυμάσιος, ούτε κρύο, ούτε ζέστη, στο ράδιο έπαιζε το παλιό αργό βαλσάκι, «μελαγχολία του Σεπτέμβρη», που το χορεύαμε με τα κορίτσια στις καλές εποχές, η κάθετος έκφραση της οριζοντίου επιθυμίας, ο δρόμος ανοιχτός.

Πήρα τηλέφωνο τον Αρτέμη το δικηγόρο πρωί πρωί από το δρόμο, σήμερα θα γίνει, με διαβεβαίωσε εκείνος, τελειώνουν τα βάσανά σου. Έφτασα στο Ναύπλιο κατά τις εννιά, πήγα ντουγρού στα δικαστήρια, απέξω βρήκα τον Αρτέμη, ούτε καλημέρα δεν είπε, τρίο νούμερο ήμαστε, μου λέει, θα ξεμπλέξουμε νωρίς, όλοι είναι δω. Εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος; ρώτησα. Α μπα, μου λέει, που να τον βρεις αυτόν, δεν παρουσιάζεται ποτέ, φυγοδικεί, είναι στο εξωτερικό, λέει ο συνάδελφος, άντε ψάξε γύρευε. Σκέφτηκα τότε τη «δίκη» του Κάφκα, όπου ο κατηγορούμενος ήταν παρών, αλλά οι δικαστές πουθενά, κι έκανα έναν συνειρμό με τη δική μας περίπτωση, όπου οι δικαστές είναι παρόντες, αλλά τον κατηγορούμενο άνοιξε η γη και τον κατάπιε.

Ούτε τον δικηγόρο του είδα ακόμα, είπε ο Αρτέμης, τι θα κάνει θα ‘ρθει κι αυτός, πάμε για κάνα καφέ. Πήγαμε απέναντι στο Argentina να πιούμε στα όρθια δύο σκέτους, τότε χτύπησε το κινητό του, ο συνάδελφος, μου λέει κι άνοιξε τη γραμμή, κάτι του έλεγε εκείνος, ναι ναι, έλεγε ο Αρτέμης κι εμένα μ’ έζωσαν τα φίδια. Κάποτε του είπε ο δικός μου, τι να κάνω, θα την κρατήσω κι έκλεισε. Τι θα κρατήσεις; του λέω, έτοιμος να τον αρπάξω. Τη δίκη, μου λέει, με παρακάλεσε ο συνάδελφος να την κρατήσω για το μεσημέρι, έχει μπλέξει μ’ ένα ποινικό στην Τρίπολη, τι να ‘κανα; συνάδελφος είναι, συνάδελφος, αλλά αντίδικος, του λέω, πάνω απ’ όλα συνάδελφος, είπε τονίζοντας τις λέξεις. Κι εγώ τι να κάνω; του λέω με απόγνωση, πάει κι αυτή η μέρα. Τράβα μέσα να παρακολουθήσεις τις δίκες, να περνάει η ώρα, μου λέει, κι εγώ θα ζητήσω να κρατηθεί, πήγα με βαριά καρδιά. Κάθισα στον ξύλινο πάγκο, προς τα πίσω στην αίθουσα. Όταν τέλειωσε το νούμερο δύο εμφανίστηκε ο Αρτέμης μπροστά, κοντά στην έδρα και κάτι είπε στην πρόεδρο, η πρόεδρος γύρισε στον άλλον δίπλα κι έβαλε μια δικογραφία μπροστά για να μην δούμε τι έλεγε, κάτι είπε κι ο άλλος, μετά άφησε τα χαρτιά πάνω στην έδρα, το νούμερο τρία κρατείται για το τέλος, είπε, έγινα μπουρλότο, αν και το ‘ξερα, όταν το άκουσα με πείραξε ακόμα περισσότερο, είπα να φύγω, αλλά το μετάνιωσα.

Προχωράμε στο νούμερο τέσσερα, είπε η πρόεδρος κι άρχισε ν’ αραδιάζει ονόματα, παρών έλεγαν από κάτω, αυτή σημείωνε. Σήκω πάνω κατηγορούμενε, είπε. Σηκώθηκε ένας τύπος με πυκνό μαλλί, κάτασπρο, μετρίου αναστήματος προς το κοντό, αδύνατος, πετσί και κόκκαλο. Τι επαγγέλεσαι; τον ρώτησε, λεμβούχος, ψαράς, της απάντησε εκείνος. Κατηγορείσαι για αποπλάνηση ανηλίκου, βιασμό κατ’ εξακολούθηση και κάτι άλλα πιπεράτα, που δεν τα συγκράτησα, κάθισε κάτω, του λέει, αυτός έκανε πίσω και κάθισε. Είδα μια αδειανή θέση πιο μπροστά και αθόρυβα πήγα και την έπιασα. Προχωρούσε η διαδικασία οι μάρτυρες κατηγορίας καταπέλτες, ξεμυάλισε το αθώο κορίτσι κι άλλα πολλά, είχε κι ο κατηγορούμενος έναν γείτονα, μάρτυρα υπεράσπισης, για τις κατηγορίες δεν ήξερε, είναι οικογενειάρχης και δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα, είπε.

Η παθούσα, μια ψηλή, νταρντάνα, πληθωρική, με πλούσιο ντεκολτέ και κοντό φόρεμα, λουλουδάτο, κάθονταν δίπλα στο δικηγόρο της και παραδίπλα κάθονταν και μια πιο σιτεμένη, που της έμοιαζε, η μάνα της υπέθεσα κι αυτή ίδια κοψιά, λίγο πιο παλιάς κοπής. Μου έκανε εντύπωση που η παθούσα, καθώς άκουγε τους διαδίκους, δεν ήταν σοβαρή, όπως θα το επέβαλαν οι περιστάσεις, το αντίθετο χαμογελούσε μάλλον και το μάτι της περισκόπιο προς όλες τις κατευθύνσεις. Η μάνα της, ακούγοντας τους μάρτυρες, αντιδρούσε κι έβαζε τις φωνές συχνά, μέχρι που η πρόεδρος της μίλησε έντονα ότι θα την αποβάλει και τότε ησύχασε κάπως.

Η δίκη έβαινε προς το τέλος, σήκω πάνω εσύ, έλα πιο κοντά, είπε η πρόεδρος. Σηκώθηκε η μάνα, όχι εσύ κυρά μου, η παθούσα, φώναξε. Η μάνα κάθισε μουρμουρίζοντας και σηκώθηκε η νταρντάνα. Πόσο χρονών είσαι; τη ρώτησε, δέκα εννιά, κλεισμένα, απάντησε. Τότε που έγιναν όλα αυτά, πόσο χρονών ήσουν; τη ρώτησε ξανά. Δέκα εφτά, απάντησε. Η πρόεδρος άνοιξε τη δικογραφία και κοίταξε. Ανήλικη δηλαδή, της είπε. Αυτή δεν απάντησε. Εσύ γιατί πήγες και μπήκες στη βάρκα; τη ρώτησε. Μου είπε να με πάει μια βαρκάδα, απάντησε αυτή, ήταν κι ο καιρός καλός, συμπλήρωσε. Πήγατε μακριά; ρώτησε η πρόεδρος. Μεσοπέλαγα ανοιχτήκαμε, απάντησε αυτή. Ανοιχτήκατε πολύ, είπε η πρόεδρος.

-Εκεί τι έγινε;

-Αυτός έβαλε τα κλάματα στα καλά καθούμενα, έπεσε στα γόνατα και με περικαλούσε, τον λυπήθηκα. Τον έπιασα λίγο να τον συνεφέρω. Αυτός εκεί πεσμένος κάτω να κλαίει και να με περικαλάει, κορόμηλο το δάκρυ. Ε, τότε δεν άντεξα και τον αγκάλιασα, μ’ αγκάλιασε κι αυτός κι εκεί γίναν όλα, χωρίς να το καταλάβω, κούναγε και η βάρκα λίγο.

Η μάνα σηκώθηκε πάνω έξαλλη, ούρλιαζε, ακατανόμαστες φράσεις για τον καρπό της κοιλίας της, για τον κατηγορούμενο. Να αποβληθεί της αιθούσης, φώναζε η πρόεδρος, την πήρε ένας αστυνόμος και την έσυρε προς τα έξω.

Από την πόρτα ο Αρτέμης μου έκανε νοήματα, σηκώθηκα και πήγα έξω. Αργούμε ακόμα, είπε, πάμε στου Σαβούρα να φάμε καμιά κουτσομούρα, έχει και κάτι μπύρες, ντόπιες, «Ζεύς» τις λένε, ένα λίτρο το μπουκάλι, θα ‘ρθει κι ο συνάδελφος, με πήρε πριν από λίγο, θα ‘ρθει εκεί απ’ ευθείας από την Τρίπολη. Ο Ζεύς του Διός, έκανε λογοπαίγνιο ο Αρτέμης.

Φύγαμε για του Σαβούρα από την παραλιακή, η θάλασσα ήταν ήρεμη, φυσούσε ένα μυρωδάτο αεράκι από το πέλαγο, ο ουρανός πεντακάθαρος, θάλασσα και ουρανός είχαν το ίδιο χρώμα, μπλε βαθύ και κάπου στο βάθος, πέρα από το Μπούρτζι, έσμιγαν και δεν ξεχώριζες τι από τα δυο έβλεπες. Σκεφτόμουν πίσω το γραφείο και την βαρετή ατμόσφαιρα, σαν καλύτερα μου φάνηκε εκεί που ήμουν. Ω Δία, ή Ζεύ, έφτασε στην κλητική ο Αρτέμης, πληθυντικό δεν έχει, είπε και σώπασε. Την είδες τη δίκη; ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση, αν δεν κλάψεις φίλε πικρά, δεν γαμάς, συμπλήρωσε. Κάπου πιο πέρα φάνηκαν τα τραπέζια του Σαβούρα. Αρτέμη, λες να έχουμε και άλλη αναβολή; τον ρώτησα, ίσως, είπε, αν κάποιος από τους μάρτυρες δεν έχει κληθεί νομότυπα. Άρχισε να μ’ αρέσει η ιδέα μιας ακόμα αναβολής.

©Γιώργος Παπαθανασόπουλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης