Αργύρης Κόσκορος, Λάξεμα

Στην αρχή ήταν μονάχα μια άκαμπτη πέτρα, δίχως χαμόγελο και δίχως χτυποκάρδι. Κι ήταν αυτός που καλούνταν να της δώσει ζωή. Τα σάρκινα χέρια του θα έπρεπε να τη σκαλίσουν, να τη λειάνουν, ν’ απελευθερώσουν τη μορφή που φώλιαζε μέσα της. Μα όσο κι αν τα χέρια ήταν επιδέξια, δεν έφτανε μονάχα το άγγιγμά τους· έπρεπε και τα μπράτσα του να βγάζουν όλη τους τη δύναμη μέχρι να πονέσουν, οι φλέβες του να πυρώνουν από αίμα έτοιμες να εκραγούν, τα πόδια του να στέκονται καρφωμένα πεισματικά στο έδαφος όσην ώρα την πελεκούσε, το δέρμα του να αναβλύζει ιδρώτα. Και μέσα σ’ όλη την κούραση, έπρεπε κι η καρδιά να τού δίνει φλόγα να συνεχίσει, όπως και το μυαλό να μην τα χάνει από τον κάματο ή τη συγκίνηση, αλλά να στέκεται συγκεντρωμένο αποφεύγοντας και το παραμικρό λάθος που θα μπορούσε να συντρίψει το κομψοτέχνημά του.

Όταν τέλειωσε, σχεδόν σωριάστηκε χάμω απ’ την εξάντληση. Η Λήδα έστεκε δίπλα του μ’ ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη της. Τόσο πολύ το ευχαριστήθηκε όμως αυτός και ήταν τέτοια η έκσταση που ένιωσε, ώστε με δυσκολία μπορούσε να διακρίνει προς στιγμή την αλήθεια από την παραίσθηση. Σα να του φάνηκε πως η Λήδα, ξαπλωμένη τώρα ανάσκελα όπως ακριβώς το είχε προσχεδιάσει, απευθυνόταν σ’ αυτόν τον ίδιο.

Εκείνη, έχοντας το πριν από λίγο άνυδρο κορμί της να λούζεται στη θάλασσα ανάμεσα στα πόδια της, με νερό τον πόθο της και αφρό την ηδονή του, δεν έβλεπε απέναντί της ένα ξέπνοο και άσπρο σαν κύκνο σώμα. Έβλεπε έναν θεό.

*
©Αργύρης Κόσκορος

φωτο: Στράτος Φουντούλης