«Παιδεία θεατρική εστίν» της Μαρίας Πανούτσου, 10 επί 10 και πλέον χρόνια, παρέα με το θέατρο

Μία νέα ενότητα  στις Στάχτες σε συνέχειες

Το θέατρο και η σχέση του με τις άλλες  τέχνες

Μέρος πρώτο

Ο χορός και το Θέατρο

Την πρώτη μου δασκάλα στο χορό δεν  την  θυμάμαι. Ξεκίνησα με ρυθμική  στην προσχολική ηλικία, σε κάποια σχολή στην Αθήνα. Θα πρέπει να ήταν λίγο αδιάφορο όλο αυτό, αν και σημαδιακό, γιατί δεν έχει αναφερθεί  κυρίως από την μητέρα μου, κάτι συγκεκριμένο. Ίσως πάλι γιατί  ο χορός για μένα ήταν σαν τον αέρα που ανάπνεα. Κάτι φυσικό και που δεν του δίναμε ιδιαίτερη προσοχή, αφού ήταν  τόσο φυσικό και αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας. Σε αυτόν το συλλογισμό έχω καταλήξει. Οι δικοί μου  το είχαν αποδεχτεί ό, τι θα γινόμουν χορεύτρια.

Τρείς δασκάλες χορού  σημάδεψαν την μνήμη μου. Θα αναφερθώ στα επόμενα κείμενα με λεπτομέρειες,   τώρα στην μία από αυτές τις αγαπητές  γυναίκες και  δασκάλες, για τον εξής λόγο. Ο λόγος είναι  γιατί  θέλω να  μιλήσω για την τέχνη του ηθοποιού και  την σχέση του με τον χορό και  η Κούλα Πράτσικα  πρωτοπόρα ακόμη και στην τελευταία περίοδο  της ζωής της, όταν την γνώρισα εγώ,  είχε συνδέσει στην διδασκαλία της, στην προσέγγιση του χορού, την τέχνη του ηθοποιού. Πίστευε ότι ο χορευτής είναι ηθοποιός και ο ηθοποιός  χορευτής. Ο ηθοποιός  έλεγε  και προφορικά αλλά και στα γραπτά της, πρέπει να κατέχει τον σώμα του  και να το χειρίζεται σαν χορευτής.

Οι μεγάλοι ηθοποιοί  είναι και χορευτές  με την έννοια της ροής του σώματος, του ρυθμού, της  άμεσης αντίδρασης, αυτού   του εργαλείου, του σώματος,  στις εκάστοτε καταστάσεις  που καλείται να διαχειριστεί και εκφράσει. Έχοντας τον ήχο  σαν αρχή και την κίνηση σαν δεύτερο  σημείο εκκίνησης.   Αυτά τα δυο είναι τα πρωταρχικά στοιχεία που ο χορευτής και ο ηθοποιός ( οφείλει ) κατέχει. Τον γοητεύουν πρώτα τον ίδιον. Χωρίς αυτά,  η τέχνη του δεν υφίσταται.

Ο τεμαχισμός που προέκυψε μετά την Αναγέννηση  και ο καταμερισμός, η ειδικότητα,  αφαίρεσαν από τους ανθρώπους μια πιο ολική συνείδηση  της ζωής και  του λόγου ύπαρξης. Καλό  ερώτημα είναι  γιατί όμως συνέβη αυτό. Θα συναντήσουμε την απάντηση στις συνέχειες. Οι  καλλιτέχνες έχουν υποχρέωση να θυμίζουν αν όχι τίποτα  άλλο περισσότερο,  στους ανθρώπους  ότι η έκφραση είναι ένα από τους σκοπούς  της ύπαρξης.  Στην Αρχαία ελληνική τραγωδία  αυτή  η  άποψη υπήρχε.   Εκπαιδευόμαστε για   το  σύνολο των δυνατοτήτων μας και ο απλός ο άνθρωπος-  και ο αφοσιωμένος στην τέχνη- περισσότερο.

Στον θεατρικό χώρο μου έχουν προσάψει και θέση το ερώτημα αν αυτό που κάνω στις παραστάσεις μου είναι θέατρο. Έχοντας ξεχωρίσει το θέατρο του λόγου από το θέατρο   της σωματικής έκφρασης, δεν μπορούν να δουν παράσταση θεατρική, όπου λόγος και κίνηση,  χορός και μουσική, έχουν ισοδύναμη παρουσίαση  αυτοδυναμία και συνύπαρξη.  Παγκοσμίως αυτό έχει επιτευχτεί από ορισμένους καλλιτέχνες. Δεν είναι εύκολο,  αντίθετα ανεβάζει το βαθμό της δυσκολίας του τεχνίτη χορευτή ηθοποιού, σε  ένα πολύ  υψηλό επίπεδο,  που  χρειάζεται συνεχή προσπάθεια. Περισσότερο ομοιάζει με την προσπάθεια του αθλητή, με καθημερινή μέριμνα και ακρίβεια επιδιώξεων.

Την ακρίβεια αυτήν δεν την βρίσκουμε μόνο στην τεχνική εκπαίδευση  αλλά και στην μελέτη των κείμενων. Ακόμη και σε  ό,τι  μαθαίνουμε πρακτικό θεωρητικό ανεξάρτητα από το θέατρο.  Οι αρχές είναι ίδιες.  Αναφερόμενη στο κείμενο της Αντιγόνης   του Σοφοκλή που το έχω ως σημείο αναφοράς και παρακολουθώντας  τον τρόπο που εξελίσσεται όχι  η ιστορία,  αλλά ο   χειρισμός των λέξεων, των ήχων και των νοημάτων των λέξεων, η δομή της γλώσσας,  μπορούμε να οδηγήσουμε τον σώμα  και τις πράξεις του, με ακρίβεια και  συναίσθηση του τι επιδιώκουμε. Η καλά μελετημένη κίνηση μοιάζει με την καλά μελετημένη λέξη που θα μπει δίπλα στην άλλη λέξη,  για να δώσει το βαθύτερο  νόημα αλλά και να προβάλει μια  αποκαλυπτική εικόνα, μπροστά στα  απορημένα μάτια του αναγνώστη.

*

Συνεχίζεται

©Μαρία Πανούτσου Αύγουστος 2019  για τις Στάχτες

φωτο: Στράτος Φουντούλης
 

Διαβάστε ὀλα κείμενα της Μαρίας Πανούτσου →