Τα Ποιητικά, Τεύχος 35 —κυκλοφορεί

Κωστής Παλαμάς

Απόκριση σε κάποια ερωτήματα

 

Στον κύριο Ροδίτσα που μου έκαμε την τιμή να με ρωτήσει επάνω σε οχτώ θέματα σχετικά με τη δική μας και τη διεθνή λογοτεχνία αποκρίνομαι όπως όπως κι όσο μου είναι δυνατό να γνωρίζω, γιατί από τα ρωτήματα τούτα οι λεπτομέρειες πολλών καθώς θα τις ήθελε ο ερωτητής, μου διαφεύγουν.

[…]

Η γνώμη μου για τη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και για την πιο πρόσφατη, θα είναι δύσκολο να ξεδιπλωθεί, καθώς μου τη ζητάτε, όσο κι αν συνοπτική την ελπίζετε. Περασμένος, φοβούμαι μήπως οι συμπάθειές μου στέκονται στα περασμένα περισσότερο, μήπως παραλείπω νέα πρόσωπα άξια να μνημονευθούν, όμως ασυμπλήρωτα στην παραγωγή τους και δύσκολα καθώς είναι να προσωπογραφηθούν, δύσκολα και ν’ αναφερθούνε χαρακτηριστικά. Την πιο πρόσφατη προκοπή της λογοτεχνίας μας την αποτελεί ένας πλουτισμός της διηγηματογραφίας πάντα στη ζωντανή γλώσσα, καθώς το δείχνει το μαζί ξαφνικό και καλλιτεχνικό καλυτέρεμα της μυθιστορίας που είναι ο Μυριβήλης, ο Θεοτοκάς, ο Καστανάκης, ο Τερζάκης, ο Πετσάλης, ο Βενέζης∙ την κατέχουν ζωηρά τη μνήμη μου, κι αν τώρα εδώ τους αραδιάζω αμελέτητα στη γραμμή, αξίζει καθένας τους, ίσως και με άλλους που δε μου έρχονται στη θύμηση, ξεχωριστά ιδιαίτερα σημειώματα για να ξεσκεπαστεί του καθενός ιδιάζουσα και όχι όμοια στ’ ανάστημα η όψη. Ένα τόμο διηγημάτων παρ’ όλη τα βραχυλογία τους δραματικά ωραίων ευτύχησε να γράψει μια γυναίκα, η Τατιανή Σταύρου. Και του γυναικείου πνεύματος η γόνιμη ορμή γενικότατα ξεχωρίζει στον ποιητικό λυρισμό, καθώς το δείχνουν ονόματα που τώρα έρχονται στη θύμησή μου γνωριμότερ’ ανάμεσα σ’ άλλα, και που είναι η Πολυδούρη που τη δόξασε ο θάνατός της, η Θεώνη Δρακοπούλου, η Αιμιλία Δάφνη, η Λιλή Ιακωβίδη, η Αθηνά Ταρσούλη, ξεχωρισμένη και στην πεζογραφία και τόπων και προσώπων, που είναι ο Μωριάς και μια ρομαντική στη θλιβερή ζωή της για τη ζωγράφο την Αλταμούρα, βιογραφία. Εξαιρετικά δείγματα ψυχών που είναι κοντύτερα στην ευαισθησία τη θηλυκιά και που ζητάνε να τ’ αρμονίσουν τα λυρικά κατορθώματα της μαεστρίας από δασκάλους ή από πρωτόσχολους σαν το Βλαστό, το Γρυπάρη, το Μαλακάση, τον Πορφύρα, τον Παπαντωνίου, τον Τσιριμώκο, το Βάρναλη, τον Καρυωτάκη, τον Αθάνα και τους άλλους.

Το 1934 φάνηκε Ο διθύραμβος του Ρόδου, ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, που για κείνους που θεωρούν και που πιστεύουν την ποίηση μυστική και σιβυλλική εικονογραφία κάνει το ποίημα τούτο χάρισμα ασύγκριτο μπροστά στην άλλη ποικιλώνυμη εσοδεία των στιχουργημάτων του χρόνου τούτου και ικανή να πλουτίσει την ποίησή μας μοναδικά και αξιοζήλευτα. Το ποίημα του Σικελιανού συνεχίζει με το μύθο και με την ποίηση την πρωτοβουλία και την  ενέργεια που έλαβε ο ποιητής του στην πράξη για την εξέλιξη και την πραγματοποίηση της δελφικής ιδέας. Το ποίημα τούτο που η συμβολική του γλώσσα και παράσταση παρ’ όλη την παιανική του διθυραμβική και δραματογραφική λαμπρότητα που του δίνει ο στίχος και η γλώσσα απελπίζει όσους είναι προσοικειωμένοι με την αφέλεια και με τη λαϊκότητα του Λόγου και σ’ αυτή τη λεπτεπίλεπτη και την αριστοκρατική ονομαζόμενη τέχνη. Ευτυχώς τα πεζά σημειώματα του ποιητή και τα σοφά κριτικά επιλεγόμενα του κ. Τάκη Δημοπούλου βοηθούν και οπωσδήποτε διαφωτίζουν την ερμηνεία στον αναγνώστη που ενδιαφέρεται. […]

Με ρωτάτε ποιες είναι οι μεγάλες μου φιλολογικές συμπάθειες για τη Δύση. Πώς είναι δυνατό να σταματήσω με ατομικιστική προσοχή σ’ ένα κόσμο που όλο γυρίζει περικυκλώνοντάς μας ο τεράστιος όγκος του φέρνοντας το δισταγμό, την αμφιβολία και τον ίλιγγο σε όποιο προσπαθεί να σταματήσει εκεί εξαιρετικά κι αποφασιστικά τη ματιά του; Θα ήτανε σα να επιχειρούσα μέσα σε μια βαρκούλα να περνούσα το γύρο του κόσμου. Βέβαια οι νέοι καιροί και οι στενοθώρητοι κύκλοι με τα εποικοδομητικά τους μαθήματα στη μυριοπρόσωπη κίνηση και την πολλαπλή τέχνη τους είναι για τον κριτικό παρατηρητή πλούσια θέματα. Μα μη λησμονείτε κι εδώ πως είμαι περασμένος και πως τρέχω σε κίνδυνο να σταθώ σε ήρωες που όσο κι αν ακούστηκαν, το άκουσμά τους, θα είναι λιγότερο ηχητικό, αν δεν αφανίζεται η αντοχή του μέσα στα πανηγυρικά καμπανίσματα της σημερινής ώρας. Πώς να τονίσω τώρα πως οι μεγάλες μου συμπάθειες και οι μοναδικοί θαυμασμοί περιορίζονται λ.χ. σε άγγλους μυθιστοριογράφους σαν τη Γεωργία Έλιοτ και το Θωμά Χάρντυ και σε ποιητές σαν το Swinburne τώρα που το αγγλικό μυθιστόρημα παρουσιάζει πολλούς έξοχους αντιπρόσωπους και αρσενικούς και θηλυκούς και χορούς ποιητών αγνώριστους από με, χωρίς να μου χαμογελάσουν ειρωνικά οι σημερινοί αγγλοσπούδαστοι; Ή πώς να μην πιστεύω πως η μεγαλοφάνταστη Τριάδα που λέγεται Τολστόι, Τουργκένιεφ και Δοστογιέφσκι φτάνει και σήμερα να λαμπρύνει το στερέωμα του τετράπλατου πνευματικού ουρανού της Ρωσίας; Και ότι μια ξεχωριστή μου συμπάθεια μου βλάστησε μεστή από τον προφητικό ισχυρισμό ενός ρώσου φιλόσοφου, του Berdiaef, για το βιβλίο του που επιγράφεται Ένας νέος μεσαίωνας και το αποτελούνε «Στοχασμοί, καθώς τους λέει, για τα πεπρωμένα της Ρωσίας και της Ευρώπης;» Πραγματεύεται την ιδέα πως μ’ όλη της την εσώψυχη πορεία έχει ενσκήψει κυβερνήτρα απάνου κι από την ιστορική Αναγέννηση και τον αγνωστικό μοντερνισμό και τη φιλοσοφική φιλελευθερία κι από την εξέλιξη κι από τη νομιζόμενη πρόοδο ένας συνολικός θεοκρατισμός, μια ή θεολατρεία ή σατανισμός που μας πάει προς το μεσαίωνα;

Στη Γερμανία ο Χάουπτμαν ήρθε στιγμή που θρονιάστηκε στο θαυμασμό και των νέων στα χρόνια που δημοσιεύαμε το επαναστατικό περιοδικό της Τέχνης. Βαθμηδόν τον βλέπαμε να κυριαρχεί με τα δράματά του στο θέατρο. Μα η στέρεα βασιλεία του μεγάλου ήρθε σ’ εμέ από την εξάτομη μνημειακή ιστορία της φιλοσοφίας και της ζωής του Νίτσε από τον γάλλο τον Andler. Και υστερότερ’ ακόμα από την τρίτομη νέα γαλλική έκδοση του Γκαίτε και του Σίλλερ με το θαυμαστό μελετητικό πρόλογο του Lucien Herr. Αλλ’ από τη θαυματουργή προσήλωση των διανοητικών γάλλων χαράχτηκε στο δικό μου νου το δίπτυχο εικόνισμα των γερμανών ποιητών, του Ρίλκε, και δυνατότερο του Στέφαν Γιόργκε που ο θάνατος και τους δυο τους παρέδωσε ολοζώντανους στην αθανασία.

Από τους ιταλούς ο Γαβριήλ Δανούντσιο που όταν ήρθ’ εδώ σ’ εμάς τόνε πανηγυρίσαμε, παραμένει ο πιο μεγάλος ιταλός ποιητής με τον Καρντούτσι και με τον Πάσκολι και με τον πρεσβύτερο όμως ισότιμο το Λεοπάρδι που τελευταία μας ξάνοιξε τη ζωή του και κείνη του Φώσκολου, μια ιταλομαθημένη κυρία, η Μαριέττα Μινώτου. Μα της τελευταίας ώρας το ισάξιο μνημείο Ζωντανός ο Δάντης σμιλεύθηκε από μεγάλο, συγχρονισμένο με τη θεοκρατική κοσμική ώρα τούτη, από το Γκιοβάνι Παπίνι. Στην αρχή πραγματιστής φιλοσοφικός ο Παπίνης, μαθητής του αμερικανού William James και αργότερα μόλις είχε γράψει την Ιστορία του Χριστού γυρισμένος ανεπιφύλακτα στον καθολικισμό. Ο θαυμασμός μου προς τον Παπίνη δε μ’ εμποδίζει να κλίνω ταπεινά τα γόνατα διαλαλώντας τη μεγαλοσύνη τους σε δυο ασύγκριτους για μένα ιταλούς, στον ιστορικό Γουλιέλμο Φερέρο και στο φιλόσοφο Μπενεντέτο Κρότσε που συχνά πυκνά, μάλιστα ο πρώτος, μας στέλνουν τα διδάγματά τους από την εξορία.

Όποια κι αν φέρνουν αλλάσματα οι διαδοχές κι οι μεταβολές των φιλολογικών Σχολών κι εργαστηρίων στη Γαλλία, πάντα υπέροχα για μένα στέκουν του θείου Λαμαρτίνου και του ισόθεου στο πλάι του Βίκτωρ Ουγκώ τα έργα. Ο μεγάλος βέλγος Βεράρεν αναφέρει σ’ ένα του ύμνο τριαδικά: Δάντης, Σαιξπήρος και Ουγκώ μεγαλώνουν τους αιώνες. Στους τωρινούς καιρούς την υπεροχή, λατρευόμενοι σε θρόνους βασιλικά, ανάμεσα σε γάλλους ποιητές μύστες του «Χριστοκρατικού ιδεαλισμού» καθώς τον ονομάζω, ύστερ’ από την αντίθεση του φιλοσοφικού ποζιτιβισμού και του υλισμού, δυνατών ποιητών και πεζογράφων, καθώς λ.χ. ο Λεκόντ Δελίλ και ο Φλωμπέρ και φιλόσοφων αριστοτεχνικών και διανοητών υποδειγματικών σαν τον Ρενάν και τον Ταιν, ακμάζουν δύο υπέροχοι τιμώμενοι κι εξυμνούμενοι ποιητές, ο Παύλος Βαλερύ και ο Παύλος Κλωντέλ. Πρέπει να τους σημειώσω. Μα στον ποιητικό μου τον οργανισμό τίποτε δεν ελαττώνεται, δεν κατεβαίνει από τα ύψη των δύο κορυφαίων του ρομαντισμού που παραπάνω ονόμασα. Την ποίηση του Βαλερύ που είναι μαθητής και τελειωτής του Μαλλαρμέ τη βλέπω αξιοθαύμαστη. Μα όταν είναι ανάγκη να αναφέρω υποδειγματικά της  πρότυπα, δυσκολεύομαι να τα αισθανθώ. Κι ακριβέστερ’ από την τέχνη του σημειώνω, για να συλλάβω ποια την υπεροχή του, αντίθετα με κείνους που θα τον νομίζουν αποκλειστικό και υπεροπτικό, μέσα στην εύλογα δυσκολοσύγκριτη πρωτοτυπία της δημιουργίας του, σημειώνω με πόση τιμή και με πόση ευγένεια κατατάσσει στους αξιομνημόνευτους συναδέλφους του, εκτός του διακριτικού όγκου που δίνει της μαεστρίας του Ουγκώ, στους ποιητές που είναι (αυτά σ’ ένα λόγο που τον είπε για τα εγκαίνια τελετής για την προτομή του Βεράρεν στα 1928) στους ποιητές που είναι ο Γεώργιος Rodenbach, ο Κάρολος Van Lerberghe, ο Maurice Maeterlinck και ιδιαίτερα η τιμητικότατη παραβολή που κάνει στο Βεράρεν και στο Moréas που δεν παραβάλλονται, τόσο είναι διαφορετικοί, καθώς θα ήταν εδώ οι πιστοί του Απόλλωνα κι εκεί οι οπαδοί του Διόνυσου, μα και οι δυο χαριτωμένα συμπεραίνει «se rencontrent  à l’ infini». Κι ο άλλος ο Paul Claudel όσο κι αν εξετάζεται από τους πιο δυναμωμένους στη διανοητικότητα κι αποθαυμάζεται και ανομολογείται πως είναι ο altissimus  ποιητής της Γαλλίας ύστερ’ από το Βίκτωρα Ουγκώ, ο ποιητής ο έξοχα και θρησκευτικά και λογοτεχνικά καθολικός, ο άλλος πόλος των διανοητών του προπερασμένου και του περασμένου αιώνα των ελευθερόφρονων θεϊστών και των υλιστών, πώς θέλετ’ εγώ ο γερασμένος πια κι αμαρτωλός από το γνώρισμα κι από την αγάπη των μουσοπόλων με τα σεπτά ονόματα, να σκύβω και να διαβάζω με απάθεια κι ενθουσιαστικά τα λόγια αυτά από το Δοξαστικό των Πέντε μεγάλων Ύμνων του; «Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριον. Μείνε μαζί μου, Κύριε, γιατ’ η βραδιά πλησιάζει και μη μ’ εγκαταλείπεις. Στο χαμό μη με δίνεις με τους Βολταίρους, με τους Ρενάν, με τους Μισελέ, με τους Ουγκώ, και με όλους τους άλλους άνομους! Η ψυχή τους είναι με τα ψόφια σκυλιά, τα βιβλία τους είναι με την κοπριά. Είναι νεκροί, και τ’ όνομά τους ακόμα κι ύστερ’ από το θάνατό τους, φαρμάκι και σαπίλα!»

Θα ηθέλατε να πάρετε, έστω και μισή, κάποιαν ιδέα για τη συγγένεια που μπορεί να διαφαίνεται της επιρροής της δυτικής τέχνης μέσα στη δική μας παραγωγή. Πάντα είν’ αδύνατο να λείπει αυτή κι από τα κυριότερα είδη της τέχνης, από τη μυθιστορία, το θέατρο, το λυρισμό, και που δείχνει την προοδευτική τάση στους άλλους και το χειροτέρεμα στους μέτριους. Ό,τι ονομάζουμε και άκριτα και καταχρηστικά επίδραση άλλοτε μπορεί να μας δίνει επεξηγηματικό νόημα της αξίας κάποιου από τους δικούς μας, άλλοτε να μας φανερώνει τις αδυναμίες του. Άλλοτε οι Στροφές του Μωρεάς βρίσκανε σχεδόν μεταφραστές όλους τους ονομαστότερους ποιητές μας. Τώρα μας κινεί τη δοκιμή κάποιος πολύ δύσκολος αντίζηλος. Ο Βαλερύ. Έχει κι αυτός αραιότερους, φυσικά, τους μεταφραστές του. Ένας μάλιστα δοκίμασε να μεταφέρει κι ολόκληρο ποίημά του την Πυθία σ’ ευτυχισμένους στίχους και σε κριτικά σημειώματα. Ένας ποιητής μας από τους εγκριτότερους, ο Μάρκος Τσιριμώκος, εκυκλοφόρησε τελευταία αξιοσπούδαστη μεταφραστική εργασία από τα πιο φημισμένα ποιήματα του Γκαίτε, καθώς είναι η Ελεγεία του Μαρίεμβαδ , από τους Ορφικούς Στίχους του Λεκόντ Δελίλ κι από ολάκερη σειρά του Βεράρεν που συνταιριάζει τη λεπτεπίλεπτη αισθαντικότητα με τη λυρική μεγαληγορία. Όμως το πιο καλοπρόσδεχτο σε μας έργο του ως την ώρα τούτη είναι η Ποιητική Τέχνη του που ο κριτικός γνωρισμένος άλλοτε σε μας Ραμάς ξαναδείχνεται με γνωστική και τεχνικότατη περιωπή και μας δίνει με μοναδική σαφήνεια και στοχαστική επικαιρότητα, σπάνια και στην αλλοδαπή ανάλογη κίνηση, το δυσκολοπρόβλητο θέμα που ανάλαβε να μας αναπτύξει. Σε δυο μέρη εκτείνεται η πραγματεία του. Το πρώτο μέρος γενικότατο στην επιβολή του και αρτιότατο. Το δεύτερο με ίση προσοχή αναφέρει και τα πρόσωπα που την αποτελούν την αξιοπρόσεχτη ποίηση, αλλά το μέρος τούτο αναφέρεται και σε πρόσωπα που μερικά όσο κι αν ενδιαφέρουν είναι οπωσδήποτε διαφορετικά στην εντύπωση τούτου ή εκείνου.

 

(περ. Τα Νέα Γράμματα, χρόνος Α΄, Αριθμός 1, Γενάρης 1935).