Ντέμης Κωνσταντινίδης, πέντε ποιήματα

Βλάσφημες λέξεις

O Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος
κατεβάζοντας ένα μπουκάλι Sarsaparilla.
Κι έτσι όπως ήρθε γίνεται καπνός
αφήνοντάς σε σύξυλο ν’ αναρωτιέσαι
μήπως το φαντάστηκες όλο αυτό
με τον καουμπόη και με τον Θεό.

Το σανδάλι

Η φωνή του λαχειοπώλη
διαπεραστική πρωί πρωί
μες στην κατάμεστη αίθουσα:
«Ποιος θέλει τρία εκατομμύρια;
Τρία εκατομμύρια!.. ποιος τα θέλει;»
Ρουφώ τη σοκολάτα μου απαθής
κοιτώντας κλεφτά προς τη στάση
του ΚΤΕΛ απέναντι.
Τακτοποιεί την εμπριμέ βαλίτσα της
έτοιμη για το μεγάλο ταξίδι.
Ισιώνει τα πυκνά μαλλιά της.
Χαϊδεύει το σανδάλι της.
Ένα απαλό αεράκι
μου δροσίζει το σβέρκο.
Στους ανεμιστήρες της οροφής
αναγνωρίζω τις λαιμητόμους.

Η θεά των ενοικίων

Αμπελοφιλόσοφοι ηθοποιητές,
λαϊκοδιδάσκαλοι καθοδηγητές,
πήξαν τα ματάκια μου στις εξαργυρώσεις,
τάλαρα στα τάλαρα, δόσεις πα στις δόσεις..

Μάζευε χρωστούμενα θεά των ενοικίων,
μα να είσαι και φετίχ συ των Εξαρχείων,
όλα βολικά, γαμώ!, όλα θα μας πάνε,
κι αν πρέφα μας πάρουνε, πάλι θα γελάμε..

Τούτο το κουτόχορτο, διάολε, δε στερεύει,
στρίψε και για πάρτη μου
κι άστο να δουλεύει..

Οι κάκτοι και οι ποιητές

Οι κάκτοι και οι ποιητές
φυτρώνουνε στις ερημιές,
μ΄ ελάχιστο μόνο νερό
και καθαρό ουρανό.

Στους κάκτους και στους ποιητές
τ’ αγκάθια είν’ το προφανές,
μα υπάρχει σάρκα τρυφερή
κι υπομονή.

Τους κάκτους και τους ποιητές
φαγάνες αεικίνητες,
που οικόπεδα μετρούν τη γη,
τους ξεριζώνουν μια εποχή.

To χρυσόψαρο

Ρώτησα την υπάλληλο
στο πρωτόκολλο
να μου πει
γιατί δε ζει το χρυσόψαρο
στη γυάλα απέναντι.
Αυτή αρκέστηκε να μου δώσει
ένα λευκό χαρτάκι
με τυπωμένο
έναν αύξοντα αριθμό
κι όπως έφευγα μου ψιθύρισε:
η αλήθεια βρίσκεται
με τους πεθαμένους
.

 

©Ντέμης Κωνσταντινίδης

φωτο: Στράτος Φουντούλης