Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Οι τρεις ταφές του Ιωάννη Παρασχάκη

Κλείνοντας τα δεκαοχτώ του, ο Γιάννης κοιτάχτηκε στον καθρέφτη νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευφορίας. Δεν ήταν ότι είχε περάσει από τους πρώτους στο Πολυτεχνείο, ούτε ότι μόλις είχε οδηγήσει τη γυαλιστερή Yamaha που του έκανε δώρο ο μπαμπάς του, δεν ήταν καν η ξανθιά χαίτη του που παρέσυρε σχεδόν νομοτελειακά τις πρώην συμμαθήτριες του στα ανατομικά στρώματα ξενοδοχείων ημιδιαμονής. Ήταν μια αίσθηση που παρέκαμπτε τη θνητότητα, προβιβάζοντας την ύπαρξη του σε ένα άλλο, σχεδόν εκστατικό, επίπεδο. Η ίδια αίσθηση τον ακολούθησε και εκείνη τη νύχτα αποχωρώντας από το κλάμπ της Ιεράς Οδού αγκαζέ με την νέα συνοδό του που θα εγκατέλειπε, με την ίδια νομοτέλεια, το επόμενο πρωί, υπαγορεύοντας του να μην φορέσει κράνος και ούτε να αφήσει το πόδι από το γκάζι. Στο ύψος της Πειραιώς ένα αυτοκίνητο παραβίασε την προτεραιότητα εκσφενδονίζοντας τον Γιάννη πενήντα μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Ο θάνατος του υπήρξε ακαριαίος…

Κλείνοντας τα πενήντα δύο του ο Γιάννης διαγνώστηκε με επιθετικό καρκίνο του πνεύμονα. Οι γιατροί δεν του έδωσαν την παραμικρή πιθανότητα επιβίωσης, αν οι χημειοθεραπείες έπιαναν θα μπορούσε απλά να παρατείνει τη ζωή του κατά μερικούς μήνες. Τα πρώτα καμπανάκια είχαν χτυπήσει πάντως μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ο γιατρός του απαγόρευσε δια ροπάλου το κάπνισμα, το ποτό και την καθιστική ζωή. Αγνοώντας τις παραινέσεις του ο Γιάννης αύξησε το πρώτο, μείωσε το δεύτερο και γράφτηκε σε ένα συνοικιακό γυμναστήριο που δεν πάτησε ποτέ. Ανήμερα των πεντηκοστών τρίτων γενεθλίων του άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα ράντσο του Ευαγγελισμού…

Σβήνοντας τα ογδόντα πέντε κεριά της ζωής του, ο Γιάννης υποδέχτηκε το φιλί της εγγονής του σαν το πιο ωραίο δώρο που του έκαναν ποτέ του. Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε με μια αίσθηση πληρότητας που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά. Κομμάτια της ζωής του πέρασαν από το νού του σαν στιγμιότυπα μιας καλογυρισμένης ταινίας οπού ο θρίαμβος και η ματαίωση εναλλάσσονταν σε μια μάχη με μοναδικό διακύβευμα τη μακροημέρευση. Το επόμενο πρωί η οικιακή βοηθός τον βρήκε στο κρεβάτι νεκρό.

Σήμερα, στις έξι και σαράντα πέντε το πρωί, στο μαιευτήριο Λητώ, ο Ιωάννης Παρασχάκης αντίκρισε για πρώτη φορά το φως του κόσμου. Και οι παραπάνω είναι μόλις τρεις από τις αμέτρητες εκδοχές της ζωής του. Στην πρώτη περιφρόνησε τον θάνατο και εκείνος τον τιμώρησε, στην δεύτερη τον φοβήθηκε όταν πλέον ήταν πολύ αργά. Και στην τρίτη συμφιλιώθηκε μαζί του και εκείνος τον πήρε αθόρυβα στον ύπνο του.

*
©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης