Ζωή Κατσιαμπούρα, Το πνεύμα των Χριστουγέννων

Γέροι και οι δυο τους, εσχατόγηροι όπως του άρεσε εκείνου να λέει, με τα ξέφτια της λογιοσύνης του, περιμένοντας βεβαίως τις διαμαρτυρίες των εκάστοτε ακροατών («ε, μην το λέτε αυτό», «πάντως αν είστε γεροί κι έχετε το μυαλό σας», «τα γεράματα δεν είναι πια αυτό που ήταν, τώρα η επιστήμη θα μας κάνει να φτάνουμε τα 120 χρόνια»). Χαιρόταν να ακούει τέτοια και τα προκαλούσε.

Εσχατόγηροι όμως.

Με τη Βουλγάρα Καλίνκα στο σπίτι να τους φροντίζει και να τους μαλώνει («αμάν, βρε αγάπη μου, δεν σου είπα να μην τρως τόσο; Ορίστε τώρα…») και να μην ξέρει και καλά ελληνικά και να τη ντρέπονται κιόλας. Άει στο καλό, ξανόσταιναν τα πράγματα και όχι σιγά-σιγά, ραγδαία. Άνοστα τα ανάλατα φαγιά, άνοστη η τηλεόραση, άνοστες οι εκλογές και η πολιτική, άνοστα και τα τυπικά τηλεφωνήματα, κανείς δεν τους καλεί παρά για «χρόνια πολλά»…

Έφτασαν  και τα Χριστούγεννα, αύριο. Παιδιά να τραγουδήσουν δεν πάτησαν. Τα γειτονάκια που έρχονταν και τα ξενάκια που χτυπούσαν κάποτε όλες τις πόρτες με τη σειρά μεγάλωσαν πια, τα μικρότερα δεν τους ξέρουν καθόλου, ίσως δεν τολμούν να πλησιάσουν. Οπότε, Χριστούγεννα καταλαβαίνεις από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση. Και μόνο.

Προς το μεσημεράκι κατέβηκε η νύφη τους (πώς και ήταν εδώ φέτος παράξενο, συνήθως έπαιρναν τις στράτες τέτοια εποχή), βγαίνοντας για την αγορά, να τους πει ότι για Χριστούγεννα θα φάνε μαζί, εδώ, κάτω, να μην έχουν και τις σκάλες να κουράζονται!

Αχά! Πολύ ωραία! Να βγάλουν και τις πιτζάμες μια μέρα, βρε παιδί μου!

Η Καλίνκα άκουσε και χάρηκε και αυτή. Ε, άντε, μετά από καιρό ένα καλό τραπέζι, όχι με τα νερόβραστα των γέρων. Αλλά την εκνεύρισαν γιατί άρχισαν, σαν μωρά, να απαιτούν λούσιμο και μπάνιο και να παραγγείλει και έναν κορμό στη «Μαργαρίτα», να τη φέρουν εγκαίρως, να έχουν κι αυτοί τη συνεισφορά τους στο τραπέζι, τσιγγουνιές και γυφτιές δεν κάνουν. «Μα» επέμενε «ως αύριο το μεσημέρι έχουμε καιρό! Το καλύτερο να κάνετε το μπάνιο με λούσιμο αύριο το πρωί, να είστε φρέσκοι φρέσκοι». Μπα! Αδιαπραγμάτευτο θέμα. Απόψε, απόψε θα έχουν το τραπέζι. Η γιαγιά πήγε κιόλας κούτσα κούτσα με το πι στο λουτρό και περίμενε. Και ύστερα απαίτησε να βάλει καλό φουστάνι. Μην τάξεις σε άγιο κερί; Σε γέρο να δεις… Ο παππούς  υποχώρησε, καλά μπορεί και να μην κατάλαβε, να φάνε αύριο όλοι μαζί, αλλά αφού είπε «απόψε»;

Άνοιξε κλασικά η τηλεόραση, σερβιρίστηκε το απογευματινό καφεδάκι με τα αμέλωτα μελομακάρονα, άντε πήρε να σκοτεινιάζει. Να την πάλι η νύφη!

«Ε, τι γίνεται! Στους καναπέδες; Με τις παντόφλες; Άντε να ντυθείτε και γω να στρώσω το τραπέζι, θα φάμε νωρίς, έτσι; Κατά τις οχτώ;»

Η Καλίνκα ζεματίστηκε και εκνευρίστηκε κιόλας που τόσα χρόνια δεν κατάφερε να μάθει καλά τα ελληνικά. Ορίστε, πώς τα μπέρδεψε πάλι; Πώς δεν κατάλαβε ότι ήταν για απόψε να φροντίσει και λίγο τον εαυτό της;

Έστρωσαν με τη νύφη το τραπέζι με το καλό τραπεζομάντηλο, τα καλά τα πιάτα (κατασκονισμένα από την αχρηστία, μέσα στο σύνθετο), τα κρυστάλλινα ποτήρια. Έβαλε και τον παππού στο μπάνιο, τον βοήθησε να φορέσει και γραβάτα και δεν άργησε η ώρα να περάσει. Κατέβηκαν τα παιδιά τους με τη γεμιστή κότα και τη σούπα και την τυρόπιττα. Και το κρασί. Α, ρε, ωραία! Άντε, έβα μας!

Η γιαγιά έτσι κι αλλιώς δεν έπινε ποτέ στη ζωή της. Εκείνος, και με τα εσχατογεράματα, το αγαπούσε το κρασάκι, αλλά άντε να το ζητήσει από την Καλίνκα, που, όταν του το επέτρεπε, του έβαζε δυο δάχτυλα μην τον πειράξει. Μα τώρα είναι κι άλλοι εδώ. Και ο γιος του σερβίρει συνεχώς.

«Άντε, χρόνια μας πολλά, και του χρόνου!»

Έβγαλαν και από το ντουλάπι της τηλεόρασης το σιντιπλέιερ, το αγορασμένο από χρόνια και σχεδόν σε νάρκη πια.

«Xριστός γιννιέτι, χαρά στουν κόσμου,
χαρά στουν κόσμου, στα παλικάρια.
Σαράντα μέρις, σαράντα νύχτις
η Παναγιά μας κοιλουπουνούσι,
κοιλουπουνούσι, παρακαλούσι…»

Γεννιέται και δεν γεννιέται… Ποιος τα νοιάζεται αυτά; Κάθε χρόνο, έναν αιώνα σχεδόν  τώρα, αυτά ακούει. γεννιέται και γεννιέται. Μακρινά πράγματα αυτά. Πάνε και οι εκκλησίες, πάνε και οι συζητήσεις, ατόνησαν και τα αισθήματα, δεν συγκινούν και τα τραγούδια. Τίποτα δεν έχει νόημα, άντε κανένα κρασί και λίγη από τη γέμιση.

«Α, δεν σας το είπα, πάνω στη φούρια» διέκοψε η νύφη τον θόρυβο των πιρουνιών, «το απόγευμα γέννησε η Χριστίνα, ένα κοριτσάκι, κορίτσαρο, λέει,  τριάμισι κιλά! Με πήρε ο πατέρας της, μου είπε  έπαιρνε και σας λέει και δεν το σηκώνατε».

Ώπα! Κάτσε να το καταλάβουν. Η Χριστίνα, η εγγονή του αδελφού του γέννησε! Σήμερα! Ε, χαρά μεγάλη θα έχουν τα ανίψια. Κρίμα που δεν ζει κι ο μακαρίτης να δει δισέγγονο. Α, αυτό μάλιστα. Να μωρέ! Να! Μέσα στα εσχατογεράματα, τα σκατογεράματα τα καταραμένα, που δεν θέλεις καν να σκέφτεσαι το αύριο γιατί σίγουρα θα είναι χειρότερο (ή δεν θα υπάρχει), να, γεννιούνται και παιδάκια. Να που ο κόσμος ξανανιώνει! Αχ, τι καλά! Αυτό είναι η γιορτή!

«Άντε, βρε, έβα μας, άσπρο πάτο! Να μας ζήσει και καλά Χριστούγεννα»!

*

©Ζωή Κατσιαμπούρα