Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις

– όντας 

Κερδίζοντας

Ο Ανέστης μπήκε στο σπίτι. Ακούστηκε το βαρύ του βήμα και ο τσιγαρόβηχας. Ήταν μεθυσμένος και είχε ακόμη στα αυτιά του τους πανηγυρισμούς, τις επευφημίες του πλήθους. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έκανε ησυχία για να ακούσει. Τα ραδιόφωνα στους ακάλυπτους παίζανε Αλεξίου και ειδήσεις από έναν ακόμη πόλεμο. Ποτέ άλλοτε δεν προσπάθησε τόσο η ανθρωπότητα για να αποτρέψει την καταστροφή για να την προσφέρει τελικά απλόχερα στον εαυτό της. Ακούστηκαν βλαστήμιες και λόγια του δρόμου και ο ήχος του πόνου. Κράταγε το καλοκαίρι ακόμη και η ζωή ξενυχτούσε μαζί του. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Του φάνηκαν όλα μελαγχολικά, τριγύρω μες στις φωσφορικές κουζίνες τους μοντέρνοι άγιοι και ανίδεοι για το θαύμα. Από κάτω δεν τον περίμενε ο λαός, τώρα πια κανείς δεν τον είχε ανάγκη. Έπειτα ένιωσε και πάλι νικητής και στυλώθηκε κομμάτι. Μα είχε τρυπώσει μες στην καρδιά του μια δεινή αμφιβολία και ήταν κάτι που έγδερνε τη ζωή του, τόσο σκληρά και τόσο βάναυσα. Συλλογίστηκε τους χαμένους, η καρδιά του σφίχτηκε. Ο νικητής προχωρεί πιο πέρα από την ευθύνη, είναι η αλήθεια, σκέφτηκε και του φάνηκε γοητευτική εκείνη η ησυχία που πέφτε με τη βροχή και με το τίποτε.

Περιμένοντας

Έτρεξε τα σκαλοπάτια δυο δυο. Πιάστηκαν οι γαρυφαλλιές απάνω στους φουστανιού της τον κόσμο, δεν στάθηκε. Πέρασε ποτάμια, πέρασε και είδε κινδύνους, όχι, δεν στάθηκε. Και ρώτησε στα καπηλειά που πίνει ο τρόμος, δεν έμαθε. Και έφτασε ακόμη πιο πέρα και γίνηκε καταιγίδα που αρπάει τα πλοία. Δεν στάθηκε μήτε στου τσοπάνη τον αμανέ, που κλαιγε τ΄άστρα. Η νύχτα για σας και έκλαιγε και κοίταγε, δεν στάθηκε. Έπεσε να κοιμηθεί, μες στο όνειρο αλάργεψε και πάει, φιλί την ξύπνησε, τίποτε δεν είπε, μόνο τα χείλη δάγκωσε.

Στο όνειρό της τον είδε. «Πού πας, πες μου πού», του ΄πε και έγιναν όλα χρονικό και ιστορία σε υφαντό αρχαίο. 

Έφυγε το καράβι του Λευτέρη, έφυγε; ρωτούσε στα καφενεία και το πρόσωπό της είχε σκληρύνει. Έφυγε της είπε ο γέρος που ΄χει συνήθειο να καταγράφει τις αφίξεις και τα καινούρια ναύλα, βέβαιος την κοίταξε, δεν έπαιρνε αμφιβολία. 

Δάγκωσε τα χείλη της να μην κλάψει, πότε νικούσε ο καημός πότε η περηφάνεια της. Το λιμάνι σάρωσε το αγιάζι που σηκώνεται πάντα μια τέτοια ώρα. Ρίγησε κάτω από τη νύχτα, πρώτη της φορά και τελευταία.

Ο γέρος κατάλαβε. Θα ΄ρθεί, της είπε και της έδειξε, εκεί σιμά στη φωτιά που είχε σκαμνί. Να περιμένεις, της είπε και συνέχισε να γράφει μες στο μεγάλο βιβλίο των ταξιδιών, χωμένος στο βαρύ παλτό και μες τα χνώτα.

Διαβαίνοντας

Από μακριά ερχόταν το πλήθος. Η πορεία. Φοβερή με παλμό και συνθήματα και το αναγκαίο εκείνο νεύρο που μεταφέρει παντού το μήνυμα πως ίσως κάτι να αλλάξει. Είχαν δώσει ραντεβού ακριβώς εκεί και κανείς τους δεν συλλογίστηκε την αβλεψία. Τώρα, τώρα θα χάνονταν οριστικά και η πόλη που καταπίνει τις ιστορίες των ανθρώπων με τόση ευκολία, θα ‘κανε το ίδιο και με αυτούς. Ένιωσε να χάνει τον κόσμο γύρω του, μα στάθηκε ευθύς στο ύψος του και προχώρησε. Ένας αυτός κόντρα σε εκατοντάδες απεργών. Κανείς τους δεν στάθηκε, ο άνδρας άνοιγε δρόμο ανάμεσα στις τάξεις των διαδηλωτών και ζητούσε συγνώμη, κάποιος τον έσπρωξε, λίγο έλειψε να τον παρασύρουν μαζί τους, πάλεψε, έσπρωξε, κλώτσησε μα κατόρθωσε να διαβεί εκείνο το αδιαπέραστο ανθρώπινο τείχος.

Και κάπου εκεί να την που τον περιμένει, με τις δεκαετίες να παίζουν γύρω στα πόδια της. Γελάσανε οι δυο τους κόντρα σε όλα, έχοντας πει τα πάντα σε ένα και μόνο βλέμμα. Έμενε τώρα το φιλί και η πορεία μάκραινε και είχαν οι δυο τους όλες τις πιθανότητες με το μέρος τους. Ένας καρκινικός ήλιος έκανε αλόγιστο να μοιάζει το μεσημέρι. Μα όχι για αυτούς.

Μένοντας

Είχαν συμφωνήσει στα πάντα. Τώρα έμενε η σκηνή του αποχωρισμού. Ένα κεφάτο τραπέζι για φίλους, κάτι σαν αντίο ήταν η καλύτερη ιδέα. Οι δυο τους ύψωσαν τα ποτήρια, ευχήθηκαν σε ένα καινούριο ξεκίνημα. Αργότερα, επικράτησε μια σύντομη σκηνή αμηχανίας όταν έμειναν οι δυο τους στη βεράντα. Δεν είπαν τίποτε, αργά το βράδυ κλειδώσανε την πόρτα και επιστρέψανε στο δύσκολο καθήκον της αγάπης. 

Δίνοντας

Δεν υπήρχε ελπίδα για κανέναν. Οι μόνοι επιζώντες σε ένα φοβερό ατύχημα. Συναντιούνται μερικές φορές οι δυο τους και κλαίνε αγκαλιασμένοι. Και αυτό είναι ακόμη σπουδαιότερο από κάθε συνεδρία, επειδή οι δυο τους ξέρουν καλά πόσο φοβερή μπορεί να γίνει η ζωή. Εκείνη διστάζει ακόμη, δεν βρίσκει νόημα και από στιγμή σε στιγμή μπορεί να γίνει κομμάτια. «Δεν έχεις τρόπο να με πείσεις, άλλωστε είμαι χαμένη υπόθεση» του είπε. Μα εκείνος είχε τον τρόπο του και είπε γελώντας, μέσα από την καρδιά του, «μπορώ. Δίνοντας». Και κάπως έτσι οι δυο τους μπόρεσαν να τα καταφέρουν και σήμερα θυμούνται λιγότερα και νιώθουν πως θα μπορούσαν να ζήσουν λίγο τον κόσμο, εκεί έξω.

Μετέχοντας

Αυτές οι μετοχές, με τις μικρές τους αδιάφορες ιστορίες, κουβαλούν κάποιο είδος συμμετοχής, προσφοράς, μια στάση παθητική και μια αίσθηση θυσίας. Υπάρχουν ένα σωρό τέτοιες μετοχές, κάποιες μοιάζουν με σκληρές λέξεις της πιάτσας, κάποιες άλλες κανείς δεν τις αναφέρει πια. Όμως υπάρχουν, αγκομαχούν και εκείνες να ζήσουν, σχηματίζονται αυτοβούλως. Επειδή, κατά βάθος οι λέξεις, ξέρετε ζουν μονάχες τους και μοιάζουν κάπως με τον χρόνο σε αυτό το θέμα, αφού κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνουν όταν ο κόσμος δεν τις χρειάζεται. Είναι οι μετοχές της ζωής μας, αυτές που προϋποθέτουν και επιβάλλουν τον υπερσυντέλικο της προσφοράς, αυτές που καθορίζουν μια εκούσια θυσία, μια ευθύνη κόντρα στην αδράνεια, την ύλη, το βάρος. Οι λέξεις που παραμένουν ζωντανές, πλάι μας. Που μιλούν για  τη συμμετοχή μας στην προσπάθεια, στο μοίρασμα, για την ευθύνη που μας ακολουθεί στο σπίτι, τη δουλειά, που επιβάλλει τον χτύπο στην καρδιά μας. Αν μόνο αν, θέλει αυτή να λέγεται ανθρώπινη και να ΄ναι πατρίδα.

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης