Τρεις ιστορίες ποδοσφαιρικές
I. Είναι κανείς να εντυπωσιάζεται με την επιδεξιότητα των πληρωμάτων. Για πότε μαζεύουν το χαλί, για πότε τακτοποιούν τις κάμερες, τα καλώδια, τους ανταποκριτές, τις μπάλες και τους κώνους για να σταθεί σε όλο του το μεγαλείο το ποδοσφαιρικό γήπεδο. Να λάμψουν οι αστέρες, να διαπρέψουν οι γκολτζήδες, να ξεχωρίσει το αστέρι που έχει καταγωγή εξωτική και ντριπλάρει ως και τον εαυτό του. Το κοινό παραληρεί, τα φλας αστράφτουν, οι φωτογραφίες παίρνουν και δίνουν, χιλιάδες δημοσιεύσεις το δευτερόλεπτο, του τύπου «ήμουν και εγώ εκεί», «ευτυχισμένοι τώρα στο» και άλλα παρόμοια. Το κοινό διψάει για φάσεις αμφισβητούμενες, δοκάρια, τραυματισμούς, ευκαιρίες, μια ατέλειωτη γκάμα που υπερβαίνει την πεμπτουσία του γκολ. Μα αυτό είναι ένα άλλο πράγμα. Ψηλώνει ο οπαδός περί τους δέκα ίσως και δεκαπέντε πόντους, παθιάζεται με την καρδιά του, ακουμπάει σε εκείνη τη στιγμή όλα του τα μεράκια. Όλη του την παιδικότητα που επανέρχεται – ποτέ δεν χάνεται ολότελα, μόνο σωπαίνει όταν εσύ δεν θυμάσαι – την καταθέτει στην αγάπη του για την ομάδα.
Και μέχρι να πεις γκολ έχει τυλιχτεί το χαλί. Πού πήγαν οι ορχήστρες, τα κανόνια που βγάζανε φωτιές, οι χορευτές, πού πήγαν όλοι αυτοί; Χαθήκανε ξαφνικά, θαρρείς και τυλίχτηκαν μες σε εκείνο το ταπέτο. Ώστε τους εμφανίζουν και τους εξαφανίζουν όποτε το κρίνουν σκόπιμο. Δεν παραπονιούνται καθόλου οι χορευτές, φυλάνε τις δυνάμεις των και εφορμούν με καλλιτεχνική ευαισθησία πρωτόγνωρη σε μια άλλη, μελλοντική εκδήλωση.
Και σκέφτομαι πως έτσι, με ταχύτητα και δίχως ίχνη, διαδέχονται τα χρόνια το ένα το άλλο. Και σκεπάζονται οι μόδες, τακτοποιούνται πρόχειρα στις αποθήκες του σταδίου, εδώ το 1985, το 2020, το 2024 και τα λοιπά. Το έτος αναγράφεται με έντονο, μαύρο μαρκαδόρο, ανεξίτηλο όπως οι ιστορίες που μένουν πίσω. Δεν τις θέλει κανείς, ανήκουν στο περιβόητο συντελεσμένο, κείτονται στο κενοτάφιο των δεκαετιών. Και φοβούμαι πως μια μέρα, κάποιο πλήρωμα που λαμβάνει την εντολή, ορμά και τυλίγει την εποχή μου μαζί και εμένα. Και μόνον ο γιος μου γλιτώνει μα και αυτός σε κάποιον καιρό μελλοντικό τυλίγεται εξίσου, κάπως βιαστικά μα αποφασιστικά μες στο ταπέτο του δικού του καιρού, μιας εποχής που όλο έρχεται. Κάθε φορά που υποκύπτω σε παρόμοιους στοχασμούς, θυμάμαι εκείνον που είπε πως το μέλλον συνιστά ένα παρόν σε αργή εξέλιξη. Και κάπως παρηγοριέμαι.
ΙΙ. Τα έχουν δώσει όλα, πάει να πει η καρδιά τους χτυπάει τρελά και έχουν πια χάσει όλο τους το κουράγιο. Είναι οι παίκτες, με τις τσαλακωμένες φανέλες, τις πεσμένες κάλτσες, τις επικαλαμίδες που έχουν φύγει από τη θέση τους και εκθέτουν τους παίκτες σε κάποιο βίαιο μαρκάρισμα, σε έναν σοβαρό τραυματισμό. Ως και να χάσουν την δυνατότητα να παίζουν ποδόσφαιρο. Και όμως εφορμούν όλοι μαζί και έπειτα επιστρέφουν, ο καθένας σε άλλη θέση, τεντώνονται, κλωτσούν, σπρώχνονται, δέχονται παρατηρήσεις, βάζουν μπόλικο ψυκτικό στο σημείο του τραυματισμού και δίνουν το σύνθημα στο κοινό που με το ζόρι κρατιέται να ορμήσει στην μικρή περιοχή και να σφραγίσει μες στο δίχτυ το τέλος του αγώνα.
Και όμως, επιμένουν, αγωνίζονται, βγαίνουν στην παράταση, ψάχνουν την αυτοσυγκέντρωσή τους. Το κορμί άλλα λέει. Και είναι μετά στο ποντάρισμα της ρουλέτας που τ’αστέρι του συλλόγου, σουτάρει άτσαλα και ο μεταλλουργός χτυπάει το όνομα του αντιπάλου στη βάση του πολυπόθητου τροπαίου.
Αυτόν, που σούταρε άτσαλα και που το βράδυ απομένει μόνος, αυτόν σκέφτομαι περισσότερο που μπορεί και διαβάζει τις σκέψεις των άλλων και λυπάται με την αδέξια εκτέλεση. Αυτόν που στέρησε το κύπελο από την ομάδα. Τον μοιραίο, καθώς λένε ποδοσφαιριστή.
ΙΙΙ. Τ’ωραίο στο ποδόσφαιρο δεν είναι μόνον τα φλας και οι φανέλες και αυτό το συλλογικό που μας συνδέει μόλις σφυρίξει ο διαιτητής τη σέντρα. Τότε που παύουμε να είμαστε ο Γιώργος, ο Ανδρέας, η Κατερίνα, ο Χρήστος και γινόμαστε κομμάτι της κερκίδας που τραγουδά απρόσωπη και συντονισμένη. Εκείνη την ώρα κάτι μοιράζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, ένα κοινό πάθος κοινωνούν.
Είναι το ίδιο συναίσθημα που δοκιμάζουν οι πιτσιρικάδες στις αλάνες που αντέχουν ακόμη. Καθένας με τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας, τρέχει, σουτάρει, πανηγυρίζει και λυπάται όταν χάνει. Είναι το ίδιο συναίσθημα με εκείνο του παιδιού που καθώς βαθαίνει το σούρουπο κερδίζει οριστικά τον αγώνα. Και η αλάνα ή το ξερό γήπεδο της αθάνατης, ελληνικής επαρχίας μεταμορφώνεται σε Γουέμπλει και Σαντιάγκο Μπερναμπέου και ένα σωρό άλλοι ναοί του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Είναι το ίδιο συναίσθημα εκείνο του πιτσιρικά με αυτό του σπουδαίου σέντερ φορ όταν σκοράρει στο κρίσιμο σημείο, παραδίνοντας το συλλογικό μας θυμικό σε ένα είδος έκστασης.
Ελαφρότητες θα πείτε , ανοησίες που δεν έχουν καμιά αξία. Ένα παιχνίδι είναι και τίποτε. Και όμως, μες στις τέσσερις γραμμές του θα βρεις να διαδραματίζονται, πιο ζωντανές από ποτέ, οι θρυλικές του στιγμές. Με αυτήν την προσδοκία γεμίζουν τις Κυριακές τα γήπεδα και σε αυτήν την προσμονή οφείλεται η βαθιά μελαγχολία των οπαδών όταν η γιορτή έχει πια τελειώσει. Στη μεγάλη τη στιγμή που ακόμη δεν ήρθε. Και όμως, είναι ένα συναίσθημα ίδιο και απαράλλαχτο, ένα συναίσθημα που συνδέει για πάντα τον επαγγελματία ποδοσφαιριστή με τ’αγόρι της πλατείας και ίσως με μένα ακόμη που βάζω με το νου μου ότι σκοράρω στον τελικό. Και βρίσκω, άμα τελειώνει το όνειρο, την καρδιά μου γλυκά πικραμένη, σαν τα τραγούδια, για εκείνο που και αν δεν έχασα, ποτέ δεν θα ξαναβρώ.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.