Άννα Δερέκα, Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Από τις εκδόσεις Κέδρος

Η ελεγεία αλλιώς

Η πολυγραφότατη Άννα Δερέκα, μετά την τελευταία της συλλογή, (Εις εαυτόν κρημνοί, εκδ. Κύμα, 2022), συνεχίζοντας την ποιητική της διαδρομή, επανέρχεται με μια νέα ποιητική συλλογή, την δέκατη όγδοη στη σειρά. Εκατόν πέντε ποιήματα και μια πρόζα συνιστούν το νέο ποιητικό της σύμπαν, όπου η ποιήτρια διαπραγματεύεται τον έρωτα, τον ανεκπλήρωτο πόθο, την απουσία, τη μοναξιά, τον θάνατο,  προσθέτοντας το στοιχείο της ελεγείας στο υπερρεαλιστικό της σύμπαν, ενώ διατηρεί το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας. Εδώ, ο χρόνος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής παραμένει άχρονος, καθώς κινείται αμφίδρομα, ενώ ο τόπος συνδέεται υπαρξιακά, κυρίως με τον έσω κόσμο, τη νύχτα, μα και σε σαφείς αναφορές στους τόπους όπου μεγάλωσε και διέμεινε ή διαμένει.

Οι περιγραφές της, όπως σε προηγούμενες συλλογές, περιλαμβάνουν το στοιχείο του νερού, εδώ είναι το απέραντο της θάλασσας, το οποίο θα μπορούσε συχνά να θεωρηθεί και τόπος στην ποιητική της ανίχνευση. Η άνοιξη, «Έχοντας την ανόητη  σιγουριά/ Πώς άλλαζα την ιστορία/Της άνοιξης.//Έμεινα κλεισμένη – όλη μέρα/Κλαίγοντας/Για εκείνον τον Άντρα» (σ, 90), παρούσα και σ’ αυτήν τη συλλογή, ενώ η ποίηση και οι ποιητές συνδέονται διακειμενικά και λογοτεχνικά, καθώς εκτός από τις αναφορές σε ποιητές της αρχαιότητας, όπως η Σαπφώ, «Κι είναι το σώμα μου/Που θέλει να ζήσει//Και χωρίζει το ποίημα/Από το λευκό χαρτί.» (Ποθήω και μάομαι, σελ. 134), στο ποιητικό της σύμπαν αναπνέουν και ο Σιμωνίδης, ο Αρχίλοχος, η Ήριννα και ο Αλκμάνας, δανείζεται και το ύφος, τη γλώσσα τους την αρχαιοπρεπή, με τίτλους όπως «Τον Τάλλω» (σ. 54), «Αχλαόν εννύχευε σέλας, (σ. 58), αλλά και ο Δάντης, ο Μ. Σαχτούρης, Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ (σ. 22).

Δεν είναι τυχαία η παρουσία της Ισιδώρας Ντάνκαν στους στίχους της ποιήτριας, να εξυμνεί με την παρουσία της την αγάπη για το ελληνικό πνεύμα, το πνεύμα μιας πατρίδας της οποίας τη γλώσσα ονόμασαν ελληνική. Αυτήν ποθεί να αναστήσει μέσα από τις λέξεις, καθώς οι λέξεις και η γραμματεία αυτής της γλώσσας αποτελούν μια ακόμα αγάπη της ποιήτριας, «Με το ένστικτο/Μιας κλασσικής χορεύτριας/Και τη φντασία/Μιας Ισιδώρας Ντάνκαν/Τοποθετούσε η άνοιξη/Με ενδιαφέρον – σχεδόν μητρικό/Στώματα φωτόε/Στρώματα ήχων/Στον δρόμο μας…», (σ. 91).

Άλλοι τόποι και χρόνοι, που αποτελούν αφετηρίες για το ξεδίπλωμα του ποιητικού σύμπαντος της Δερέκα, είναι η νύχτα, το Ψυχοσάββατο «Αντίκρισα την ανάμνησή του/Περνώντας βιαστικά/Από καθρέφτη σε καθρέφτη//Εντέλει/Ένα βλέμμα δρόμος/Ως τον θάνατό του.» (σ. 98), στο οποίο αφιερώνει ένα εξαιρετικό πεζό, εν είδη πρόζας, το μοναδικό σε πεζή μορφή σε όλα τη συλλογή, ο Αχέροντας ποταμός, η άνοιξη και η αναφορά στη μητέρα. Είναι και ο θάνατος και ο έρωτας που συνδέονται με το θηλυκό «Άλλο» στην ποιητική της Δερέκα με έναν υπερρεαλιστικά ελεγειακό τρόπο, που καταδεικνύει την ωριμότητα της ποιητικής της τέχνης και την αγάπη της για την ποίηση και τη λογοτεχνική μελέτη γενικότερα.

Πρόκειται για μια ποίηση γένους θηλυκού. Πρόκειται για μια Ελένη, μια Μήδεια, μια πόρνη, «Τη φωνάζουνε/Πόρνη//Αυτήν.//Που περπάτησε/Πάνω/Σε σπασμένα γυαλιά.» (σ. 95), όλες τους σύμβολα ενός πόθου, ενός αγιάτρευτου καημού, κόρες μιας Εύας, που εξαγοράζει ξανά και ξανά την προσφορά του μήλου και επιθυμεί να ανυψωθεί.  Πάντα μια θάλασσα, μια λίμνη, ένα ποτάμι και είναι πάντα ένα καράβι, ένα πλοίο, μια αρχαία ναύς, πάντα γένους θηλυκού. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο πατρίδα, είναι η αδερφή που αναζητά μάταια, μα τόσο επίμονα τον Αλέξανδρο, είναι η άρνηση της οριστικής απουσίας, «Δεν είναι πως η αγάπη δεν υπάρχει/Μα πλανιέται αόριστα στα λουλούδια…», (σ. 60)είναι η αγάπη, ο έρωτας «…Νερά πικρά/Θαλάσσια κοιμητήρια/Αχ, μαύρο κυπαρίσσι/Το δάχτυλο του θανάτου/και στις όχθες/Κατάρτια βυθισμένα/των αντρών κατάρτια…», (σ.20), το αντικείμενο του πόθου που χάθηκε μια μέρα, «Διψάω για τα φιλιά σου/Αχ, διψάω για τα φιλιά σου./Είμαι ένα μήλο κόκκινο κι αδάγκωτο/Παραδομένο στα μοναχικά τραχιά σου χέρια…» (σ. 59), πριν φθαρεί, πριν ξεθωριάσει, πάνω στο άνθος της, έτσι καθώς η άνοιξη «Έχοντας την ανόητη σιγουριά/Πως άλλαζα την ιστορία/Της άνοιξης//Έμεινα κλεισμένη/Στο δωμάτιό μου-όλη μέρα/Κλαίγοντας/Για εκείνον τον άντρα.», (σ. 90). Η γοργόνα, η αδερφή του Μ. Αλέξανδρου, σαν ισχυρό σύμβολο ξημερώνει συχνά στις σελίδες της συλλογής της Δερέκα.

Έρωτας, θάνατος, μοναξιά, «Δεν επινοείς τη μοναξιά/Και την απόγνωση//Ούτε τη νύχτα//που συχνά είναι βαθιά /Σαν τη μνήμη…» (σ. 43), θλίψη, ελπίδα για αναγέννηση, η βάρκα στον ποταμό Αχέροντα να φέρνει μνήμες από Ψυχοσάββατα (σ.53), να συνομιλεί με το επέκεινα. Μια διακαής επιθυμία  για επικοινωνία με εκείνους που ταξίδεψαν στην «άλλη μεριά», και πάντα η θηλυκή φωνή που αναζητά εκείνο που αποχωρίστηκε πρόωρα, άδοξα, οριστικά. Ο χρόνος «Καθώς κατέβαινα/Προς τον Λευκό Πύργο/Τον συνάντησα/Τυχαία//Βέβαια/πέρασαν χρόνια…» (σ.137), τους περιλαμβάνει όλους. Γονείς, σβησμένοι έρωτες, πατρίδες και αυτό είναι για την ποιήτρια τελικά η Ζωή. Αυτήν υπερασπίζεται, αυτήν περιγράφει, καθώς καταβυθίζεται στο διηνεκές, καθώς περιδιαβαίνει στις όσες πατρίδες την υποδέχτηκαν, την ανάθρεψαν, τη συντηρούν. Η Ζωή και η Ελπίδα αναδύονται από τους στίχους της, δια της ατόπου απαγωγής, κι εκείνη απλώς τις περιγράφει, καθώς αναδύεται από το γαλάζιο της θάλασσας, για να γίνει φως, πάθος για ζωή, να ωριμάσει η φύση, να υποδεχθεί μια νέα αναγεννητική Άνοιξη. Γιατί, αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Άννας Δερέκα είναι ο πόθος για ζωή, «Να ζήσω/τον έρωτα/Τη μεγάλη περιπέτεια/Που ταιριάζει στις ωραίες γυναίκες//Όπως/Ο πόλεμος/Στους σπουδαίους άντρες.» (σ. 113), είναι ο ύμνος για τη φλόγα και το πάθος για ό,τι αγάπησε, κι ένα από αυτά είναι το αρσενικό «Άλλο», ως σύντροφος, ως πατέρας, ο έρωτας, η αγάπη που χάθηκε, μα δεν έσβησε, κατάρτι στο πλοίο της συντροφικότητας, ήρωας γενναίος που επιστρέφει από τη μάχη, το αδράχτι της Πηνελόπης ή το άλλο μισό του μήλου της Εύας.

Ευωδιάζω ρόδα και ίαμβο πυρετό

Θα πω στα δάχτυλά μου:
Γίνετε σταφύλια, να σας ζουλήξει η μασχάλη του
Θα πω στο κεχριμπάρι που ’χω στο λαιμό:
Φώτισε τα στήθια μου
Να γλιστρήσει η αγάπη του σαν πλοίο._

*

©Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου