Εσείς, στολίσατε;
Η κυρία με το χαριτωμένο το τετράποδο που αν μπορούσε να μιλήσει θα’λεγε ως εδώ και ίσως να’φευγε με την πρώτη αγέλη που θα περνούσε, ρώτησε με στυλ και τίναξε τα μαλλιά της, όχι πολύ μην χαλάσει το χτένισμά της. Η άλλη, ολοφάνερα νεότερη, με απόλυτη συνείδηση αυτού του συντριπτικού πλεονεκτήματος, έγνεψε, όχι. Και έπειτα πρόσθεσε.
Θα σας πω ότι απεχθάνομαι όλους αυτούς τους στολισμούς. Και τα λαμπιόνια μου φέρνουν ταραχή και ίσως μια κάποια μελαγχολία. Αν ίσως ανάβανε παντού και πάντα με τον ίδιο τον ρυθμό, αν λέω αν, ίσως να με ενοχλούσαν λιγότερο. Μα θα στολίσω, τι, έτσι θα μείνω και εγώ; Ύστερα γελάσανε, είπανε και κάτι άλλο μα το πήρε μαζί της η μοτοσικλέτα που πέρασε με ορμή. Τώρα θα βρίσκονται όλοι τους στον απάνω, κιόλας δρόμο.
Έπειτα συλλογίστηκε που δεν είχε στολίσει. Εκείνη ακριβώς την ώρα δε, θυμήθηκε πως δεν είχε καθόλου δεντράκι του λόγου του. Είχε λησμονήσει να αγοράσει ένα, του’φτανε λέει το πλαστικό τριγύρω τους που ήταν αμέτρητο και πολύχρωμο και δεν πέθαινε, σαν όλες τις αλήθειες. Καλύτερα να αγοράσει ένα μικρό, από εκείνα με τ’αραιά κλαδιά και μια υποψία χιονιού στα κλαριά του. Θα πάρει και ένα σετ με κόκκινες μπάλες και λευκά φωτάκια και να που γίνηκε η δουλειά. Και θα’ναι όλα καλύτερα, μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτή τη σιωπή που ‘χε πέσει μες στο σπίτι, τόσα χρόνια τώρα, τόσα χρόνια.
Πήρε το δρόμο της επιστροφής και βρήκε το βάδισμά του αποφασιστικό, περπατησιά ενός σίγουρου ανθρώπου. Επιτέλους τα κατάφερε και έφερε στο νου του μια ρήση που σήμερα αποδίδεται στην Έλενα Βάιγκελ. Το χωρίο ανέφερε. “Η δημιουργία έχει να κάνει με την λήψη αποφάσεων , αφορά το προσωπικό όραμα”. Το δικό του ήταν ετούτο εδώ το δεντράκι. Τι πειράζει που δεν ήταν κάτι σπουδαίο και μεγάλο και άφταστα ωραίο. Ένα στολισμένο δεντράκι μπορεί να κάνει λίγη διαφορά μες στον κόσμο. Και όλο και πιο σίγουρα βάδιζε και είχε κιόλας σαν σκηνογράφος μαιτρ, διαλέξει από φαντασίας που θα το ‘βαζε. Να ποζάρει και εκείνο μια σταλίτσα. Έτσι και αλλιώς, το τοπίο κάνει τη διαφορά σε όλη αυτήν την υπόθεση και ήταν ο Τισιανός που’πε το τοπίο να κοιτάς, όχι το δέντρο, όχι το δέντρο.
Τώρα βρίσκονται μονάχοι τους μες στο πνιγηρό το σαλονάκι. Εδώ γερνάει που λέτε του λόγου του, ήσυχα, βαριά, αργά που γερνάει. Και το μοντάζ τριγύρω του απαράλλαχτο. Το τραπέζι και οι καρέκλες και ο μπουφές και η πιατοθήκη που ‘ναι έτοιμη να σωριαστεί χάμω. Μόνο το δεντράκι ήταν καινούριο εκεί μέσα. Είχε στηθεί περήφανο πάνω στο τραπεζάκι πλάι στην τηλεόραση και έστεκε προσοχή. Έπρεπε κανείς να προσέξει πολύ για να δει τα κλαράκια του να τρέμουν, από την αγωνία του. Ίσως να εύχεται να του χαρίσει το μέλλον τίποτε κόκκινες μπάλες , ίσα να ομορφύνει, να μην είναι τόσο μόνο του. Πού να κοντράρει τα πρόσωπα που περνούν με φασαρία και στρας από τη μικρή οθόνη. Έχει την αίσθηση πως όλα τον προσπερνούν. Αν είχε λέει βλέφαρα, ίσα που να τα κλείσει μαλακά σαν πεταλούδες, ο χρόνος έχει διαβεί μέσα από το δέκτη και όλα έχουν φθαρεί μια στάλα.
Οι μπάλες είναι κόκκινες και αστραφτερές. Στο καρτελάκι κάτι κινέζικα ιδεογράμματα φανερώνουν την προέλευση. Τι τα θες, ο κόσμος φτιάχνεται σήμερα εκεί, άνθρωποι σαν εσένα και εμένα που σου γράφω δουλεύουν ολημερίς. Έπειτα βγαίνουν στις φωτισμένες λεωφόρους, περνούν εμπρός από τις μπάλες που γυαλίσανε οι ίδιοι, δεν τις κοιτούν, μόνο γλιστρούν λυπημένα προς την άλλη μεριά της πόλης, λογαριάζοντας την κατάκοπη ζωή τους. Δεν τους ανήκει τίποτε και μόνο για κάτι στάλες μιας παλιάς κουλτούρας ακούνε να μιλούν εδώ και εκεί. Τι τα θες, ο κόσμος κάπου θα φτιάχνεται πάντα απ’ανθρώπους με σπασμένο μετατάρσιο από την επαναλαμβανόμενη εκείνη κίνηση που κάνει τα Χριστούγεννα την πιο όμορφη του κόσμου εποχή.
Τέλειωσε με τα στολίδια. “Να με βλέπατε κυρίες μου πρωινές από καμιά γωνιά, να βλέπατε τι όμορφο που έγινε το δεντράκι μου”, σκέφτηκε και πήρε στο χέρι του τ’αστέρι. Του θύμιζε τα παλιά, τα χρυσά δουκάτα έτσι που λαμπύριζε μες στη συσκευασία του. Το κράτησε μες στα χέρια του και γέλασε σαν μικρό παιδί με τη χρυσόσκονη που ‘μπλεξε στα δάχτυλά του. Ήσαν και εκείνα γερασμένα και να ξέρετε, τα χέρια ποτέ δεν λένε ψέμματα. Έκανε να ανεβεί στη σκάλα που με είναι γέρικη και τρίζει εξωφρενικά. Κρατήθηκε και υπολόγισε πώς έπρεπε να κάνει για να μπει τ’αστέρι στην περίοπτη του θέση.
Μα τότε ήταν που ‘νιωσε κάτι σαν σφίξιμο στην καρδιά του. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του, το βλέμμα του πάγωσε και τ’αστέρι γλίστρησε από τα χέρια του. Κάπου στον κόσμο μια ευχή ξοδεύτηκε. Σκέφτηκε να κατέβει μα το σώμα του δεν τ’όριζε. Και δίχως να το καταλάβει γλίστρησε με κάτι μάτια γυάλινα στην άλλη την πλευρά. Και έμεινε δίχως εκείνον η ησυχία του σπιτιού, των δωματίων η σιωπή απέμεινε ορφανή. Μαζί με τα έπιπλα και με εκείνο το δεντράκι που δεν τα κατάφερε και που κανένα αστέρι δεν θα του δείξει το δρόμο.
Πάει καιρός που ‘φυγε ο κύριος Άρτσι. Στην αρχή δεν το πρόσεξε κανείς, επειδή του λόγου του ο νεκρός υπήρξε σαν άνθρωπος, διακριτικός πολύ. Και θα μπορούσε κανείς ποτέ να μην τον παρατηρήσει μες στις καθημερινές τις συναλλαγές, μες στη συνήθεια της ανάγκης που κινεί τον κόσμο. Το σπίτι το κλειδώσανε και τ’αφήσανε με τα πράγματά του, δίχως τίποτε να πειράξουν. Και έτσι μπορεί κανείς, από το απέναντι πεζοδρόμιο να δει εκείνο το δεντράκι που καταδικάστηκε σε αιώνια Χριστούγεννα. Δεν έχει αστέρι, μα αυτό είναι μια ιστορία που δεν νοιάζει κανέναν εκεί έξω. Μόνο το παιδί από τ’απέναντι διαμέρισμα που φέτος δεν έχει δεντράκι για να χαρεί και εκείνο μια στάλα.
Και όλο το κοιτάζει εκείνο το ολομόναχο ελατάκι μες στο κάδρο του παραθύρου. Και όλο συλλογίζεται πως θα’το θελε δικό του. Το ίδιο σκέφτεται και το δεντράκι που λέτε, μα πρέπει κανείς να νιώσει τη μυστική ζωή των πραγμάτων για να τ’ακούσει που θρηνεί. Ένα δεντράκι, σκέτος συλλογισμός μέρες που’ρχονται και μια ανταπόκριση από έναν κόσμο μελαγχολικό που όσο και να το θέλει δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό θέλησε ετούτη η ιστορία να σας πει και αν τις διακοσμήσεις αφαιρέσετε, αυτό θα βρείτε, μια γενναία ποσότητα μοναξιάς που σαρώνει τα έρκερ της πολιτείας μας.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.