Έλενα Κουρή, Παρακαταθηκών και δανείων ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

 Έλενα Κουρή, Παρακαταθηκών και δανείων, εκδόσεις Κύμα

«Η νύχτα κοιμάται στις επάλξεις…»

Η Έλενα Κουρή εμφανίζεται για πρώτη φορά στα λογοτεχνικά δρώμενα. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή η οποία συνδυάζει όλα τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων τάσεων στην ποίηση. Ο αφηγηματικός και βιωματικός χαρακτήρας της, ο ελεύθερος στίχος, η εξομολογητική διάθεση, καθώς και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία που φέρει στα σπλάχνα της την καθιστούν αναγνωρίσιμη. Στην ποιητική της κατοικούν ελάχιστα επίθετα, τα οποία χρησιμοποιεί με μια οικονομία που ωθεί τα ρήματα κίνησης στο προσκήνιο. Ταυτόχρονα, ο λόγος της διαθέτει μια ισορροπημένη εικονοποιητική δύναμη. Πρόκειται για μια εσωτερική περιπλάνηση με εξωστρεφή χαρακτήρα, αφού ένα μεγάλο μέρος της αφορά την απεύθυνση  σε β΄ πρόσωπο εντός μιας υπαρξιακής και κοινωνικής περιπλάνησης. Τα έμβια όντα της θάλασσας, τα λουλούδια, τα στοιχεία της φύσης υπάρχουν για να αφηγηθούν ένα συναίσθημα.   Κυρίαρχος ο έρωτας εντός του αστικού τοπίου, «Ακολουθώ σε πόλη μπετόν/εξωτικές μελωδίες κίτρινων πουλιών/…Στην πραγματικότητα/μια σκόνη συμπαγής από εξάτμιση/πενθούντος τροχοφόρου είναι…», (σ.7) αφηγούμενος συχνά με όχημα εικόνες υγρές που θυμίζουν θάλασσες καθόλου γαλανές. Στο ποιητικό σύμπαν της Κουρή κυριαρχεί το γκρίζο, και κάθε υποψία χρώματος υποδαυλίζεται από το πένθος.

Ωστόσο, δεν την αφήνουν αδιάφορη τα κοινωνικά ζητήματα, τα οποία προσεγγίζει ρεαλιστικά με μια ιδιαίτερη ευαισθησία. Ανήκει στη νέα γενιά ποιητών που τώρα δημιουργείται, όπου η έσω στροφή φαίνεται να είναι επιτακτικά υπαρκτή, ενώ ταυτόχρονα την απασχολούν δυστοπικά σημεία από το ζοφερό παρόν που βιώνει και την κοινωνική απομόνωση η οποία κυριαρχεί. «Ταίριαξα με την είσοδο/της πέτρας/σαν παρόν με εσοχές/χωρίς κανένα όφελος» (σ.30). Τα σχεδιάσματά της, άλλοτε ολιγόστιχα και άλλοτε ήπια εκτεταμένα, εκλύουν πάθος, πένθος, συναίσθημα, «Καταχωρίστε με/στα Σάββατα των Λαζάρων/με ρούχο τριμμένο/υπόδημα φθαρμένο/κι ένα δικαίωμα//Εγέρθητι νεκρών», (σ. 10).

Το διακείμενο κατέχει περίοπτη θέση τόσο στους τίτλους των ποιημάτων της, όσο και στο περιεχόμενο, άλλοτε από την Αρχαία ελληνική Γραμματεία, ξεπηδούν συμβολικά ήρωες όπως ο Ορέστης και ο Προκρούστης, οι Ερινύες, η Μήδεια, φιγούρες τραγικές και άλλοτε το άγαλμα του Γιαννούλη Χαλεπά ξεπηδά μέσα από το αστικό τοπίο, «…μου ήρθε στο μυαλό ο Γιαννούλης Χαλεπάς/βγαλμένος από τη Μήδειά του/…κίνησα να πάω να τον βρω/με βρήκα να ζω σαν γλυπτό/μάρμαρο σπασμένο στα χέρια του εγώ…»

Η Κουρή αφηγείται την ερωτική απώλεια, τον βιωμένο και τον ανομολόγητο έρωτα, «Τροχίζω τα δόντια μου/την ηχώ του έρωτα/ανοίγω και κλείνω δυνατά το στόμα/με ακούν μόνο το μουράγια» (σ.31), ενώ είναι φανερή η σύνδεσή της με τη θάλασσα, καθώς επάνω ή εντός της ακουμπά κάθε παράπονο, πόνο, αντίρρηση, εσωτερική συνομιλία. «Στον ορίζοντα/μονότονος ο περίπλους/πάντα το πλοίο/μες στη σκουριά…//Πόση νύχτα πλησιάζει απότομα/κι εγώ δεν πρόλαβα να ζήσω», (σ. 41).

Η θλίψη, το σώμα, η γλώσσα και οι λέξεις, η μνήμη, είναι μερικά ακόμα στοιχεία που στηρίζουν το ποιητικό της σύμπαν, καθώς κινείται μεταξύ του αστικού ιστού και της παράκτιας ζώνης μιας και τα τοπόσημα που βρέχεται από νερό. «Τα Σάββατα, συντρίμμια/τα αμύγδαλα πάνω στο τραπέζι/τα πρωινά γκαζάδικα, φασαριόζικα/σαν τα εργατάκια στις αποβάθρες//Τα μεροκάματα σκληρά/τα γλαστράκια ανθισμένα», (σ.57). Εκεί κοντά, ονειρεύεται, θυμάται τους ανθρώπους, αγωνιά για την ανθρωπότητα, ορίζεται ή όχι ως κοινωνικό φύλλο, δηλώνει αγάπη για τη ζωή, ενώ ταυτόχρονα κάνει ένα μεταφυσικό άλμα, αναφερόμενη υπαινικτικά, στη θυσία ενός Υιού ανθρώπων και θεού που συνέβη μάταια. Η Έλενα Κουρή ανήκει σε μια δυστοπική γενιά ανθρώπων που επιθυμεί διακαώς να βγει στο φως, αλλά όλα μαρτυρούν το αντίθετο. «Η θυσία σου/υπήρξε ανώφελη/πιθανολογώ/σε τσάκισε ο άνθρωπος/σε σύνθλιψε η πόλη» (σ. 61).

*

©Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

✳︎