
εργάκι
με σκηνικά
σε απόχρωση πορτοκαλί
(Σκηνικό κρεβατοκάμαρας. Με ένα μεγάλο κρεβάτι στο μέσον. Διαθέτει κουνουπιέρα και ένα μεγάλο, ξύλινο κεφαλάρι, σκέτο τέμπλο, με λογιών επάνω του σκηνές. Άραγε ποιος να κατέβαλε τόση προσπάθεια καλλιτεχνική για το κεφαλάρι ενός κρεβατιού; Άβυσσος οι ψυχές των κεκοιμημένων εκεί έξω. Στους τοίχους αχνοκαίνε δυο καντήλια, μια ηλεκτρική λυχνία στο μέσον του τοίχου πάνω ακριβώς από το κεφαλάρι, φέγγει την προτομή του κοιμισμένου. Ξάφνου, εισβάλλουν στην κάμαρη μερικοί άνδρες. Ελέγχουν τριγύρω, ανασηκώνουν το κρεβάτι, τον κοιμισμένο, ανάβουν και σβήνουν τις λυχνίες, τσεκάρουν πίσω από το κεφαλάρι. Έπειτα ακροβολίζονται μες στο δωμάτιο, φοράνε κατάμαυρα γυαλιά και διαθέτουν κάτι που συνιστά μείγμα διαστάσεως κωμικής από τη μια και καφκικής από την άλλη. Στην πόρτα στέκει ένας ένστολος. Στο πέτο του έχει πλήθος παράσημα και στους ώμους του μπόλικο χιόνι που το τινάζει εκεί ακριβώς. Μπαίνει ήσυχα, κοιτάζει γύρω του, κάθεται στο κρεβάτι. Έχει ένα ύφος αγωνιώδες μαζί με εκείνο ενός ήρωα γουέστερν.)
Ένστολος: Κύριε, κύριε πρόεδρε. Κοιμάστε; Κύριε;
Πρόεδρος: (μουρμουρίζει , τρίζει τα δόντια του, μες στον ύπνο του λέει κάτι ακατάληπτα) Να τους ορμήσετε! Επίθεσης κύριοι, επίθεσης! (συνέρχεται, κοιτάζει γύρω τους φρουρούς με τα μαύρα τους γυαλιά και τα περίστροφα. Φοράει και εκείνος ένα ζευγάρι πρώτης τάξεως που τώρα τελευταία γίνηκαν της μόδας, προσδίδοντας κάτι στο στυλ που χρειάζεται ένας άνδρας πολιτικός τώρα που τέλειωσε η πολιτική.) Μα τι έγινε; Πώς μπαίνετε έτσι κύριοι; Κοιμόμαστε εδώ! Μετά θέλετε να διοικήσω μια χώρα! Μα αν δεν έχω κοιμηθεί, θα κάνω λάθη!
Ένστολος: Συγχωρέστε μας κύριε. Πρόκειται για κάτι σοβαρό. Αλλιώς δεν θα σας χαλούσαμε τον ύπνο.
Πρόεδρος: Α, κάτι σοβαρό; Πιο σοβαρό από τον ύπνο μου κύριε αξιωματικέ; Απορώ ποιος σας έδωσε όλα αυτά τα παράσημα. Θα κάνω μια τελετή να σας τα πάρουν πίσω. Και αυτό , διότι στερείστε ευγενείας στοιχειώδους, κύριε. Αξιωματικέ!
Ένστολος: Ας είναι κύριε. Ωστόσο, δεν σηκώνει αναβολή το πράγμα. Είναι κάτι φοβερό.
Πρόεδρος: (ηρεμεί και αρχίζει να υποψιάζεται ότι όντως το θέμα είναι σοβαρό) Πόσο σοβαρό δηλαδή; (πετάει τα σκεπάσματα, βάζει ένα μπέρμπον, κρέμεται από τα χείλη του ένστολου) Πείτε μου, μην ωραιοποιείτε τις καταστάσεις. Νέτα σκέτα που λένε! Εδώ είναι μπίζνες, δεν είναι παίξε γέλασε. Λοιπόν.
Ένστολος: Να, κύριε. Μας είπατε σήμερα να επιτεθούμε. Είπατε στο υπουργικό συμβούλιο τα εξής λόγια. “Ορμήστε να τους πάρουμε φαλάγγι!
Πρόεδρος: (καμαρώνει) Όχι να το παινευτώ, μα ήσαν ωραία λόγια. Ήταν μια ομιλία πρώτης τάξεως. Χάλασε κόσμο!
Ένστολος: Το λιγότερο κύριε, το λιγότερο. Μα το θέμα είναι άλλο.
Πρόεδρος: Νύσταξα άνθρωπέ μου! Ποιο είναι το θέμα τελικά;
Ένστολος: Να, η επίθεση κύριε.
Πρόεδρος: Τι η επίθεση;
Ένστολος: Δεν μπορούμε να την κάνουμε.
Πρόεδρος: (θυμωμένα) Γιατί; Δειλιάζετε μωρέ;
Ένστολος: Όχι, όχι κύριε, το στράτευμα αλαλάζει από χαρά κάθε φορά που ο επίσκοπος σηκώνει το κάδρο σας. Πιο πάνω δεν πάει το ηθικό μας κύριε!
Πρόεδρος: Ε, τότε τι;
Ένστολος: Να, η επίθεση δεν μπορεί να γίνει διότι, ο στόχος, κύριε, ο στόχος δεν εντοπίζεται.
Πρόεδρος: (παίρνει από κοντά τον αξιωματικό, του μιλάει εμπιστευτικά) Μήπως το παράκανες με το μπέρμπον; Είναι πάθος το ρημάδι, μα κάνει κακό στην κρίση. Δεν σας παρεξηγώ, θα μπορούσα να πιω ένα βαρέλι από δαύτο! (γελά)
Ένστολος: Είμαι απολύτως νηφάλιος κύριε. (σηκώνεται όρθιος) Και σας λέω ότι ο στόχος προς κατάληψη δεν εντοπίζεται.
Πρόεδρος: Και δηλαδή θες να μου πεις ότι έχασες τον στόχο; Μια ολόκληρη χώρα; Και πως δεν τα ‘χεις τσούξει;
Ένστολος: Στείλαμε δυνάμεις, μελετήσαμε χάρτες, βάλαμε μπρος όλους τους δορυφόρους. Δεν υπάρχει κανέναν νησί στα βόρεια. Ο στόχος διέφυγε κύριε.
Πρόεδρος: Μια ολόκληρη χώρα, ξαναλέω.
Ένστολος: Ναι, κύριε, η χώρα αυτή δεν εντοπίζεται πουθενά. Λένε πως την πήραν μακριά για να σπάσουν πλάκα μαζί μας.
Πρόεδρος: Ά, ώστε να σπάσουν πλάκα; Θα δουν τι θα πάθουν!
Ένστολος: Ξέρετε, δεν μπορούν να πάθουν τίποτε.
Πρόεδρος: Με εμπαίζετε κύριε;
Ένστολος: Κρύφτηκαν και αυτοί. Κάποιοι λένε πως φύγανε όλοι και μας αφήσανε μονάχους μας να ζούμε. Βαρέθηκαν λένε, με τα καπρίτσια σας και μας αφήσανε τον πλανήτη καταδικασμένο να τον κάνουμε ότι θέλουμε.
Πρόεδρος: (μελαγχολικά) Εγώ να παίξω ήθελα.
Ένστολος: Το ξέρω, κύριε, το ξέρω, μα το πράγμα σοβάρεψε κάπως. Οι άλλοι κουράστηκαν με το παιχνίδι και μας εγκατέλειψαν. Όλος ο κόσμος μας ανήκει κύριε, τα όπλα μας δεν τα χρειαζόμαστε.
Πρόεδρος: Είναι τρομερό! Πώς θα ζήσουν τόσοι άνθρωποι, εκεί έξω;
Ένστολος: Οι στιγμές είναι δραματικές κύριε. Ας σταθούμε και ας συλλογιστούμε τι πήγε λάθος.
(Ητελευταία ατάκα είναι σκέτη διακόσμηση. Άλλωστε, όλοι ξέρουν τι πήγε λάθος καθώς με τη νυχτικιά του να ανεμίζει ο ροκαμβολικός πρόεδρος κατεβάζει μεγάλες γουλιές μπέρμπον και αιωνιότητας. Εννοείται πως το έργο δεν τελειώνει εδώ.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.