
Στη Θωμαή, στο φως και στη σκιά
–Είμαστε μεγάλοι πια κι ο χρόνος πίσω δεν γυρνά.
–Μεγάλοι ήμασταν και τότε.
–Και πού θα πήγαιναν της ξενιτιάς τα χρόνια τα γραμμένα;
–Θα έπαιρνα τη γομολάστιχα και θα ’σβηνα τα ξένα.
–Και χρόνοι χίλιοι αν γυρίζανε, θα μ’ αγαπούσες πάλι;
–Σ’ όλους τους χρόνους και τις εποχές θα σ’ αγαπούσα πάλι. Δέντρο θα γινόμουνα για να σε προστατεύω.
–Και το φθινόπωρο ακόμη;
–Και το φθινόπωρο. Θα σε βαστούσα επάνω στα κλαριά μου.
–Και τον χειμώνα;
–Ιδίως τον χειμώνα. Θα σε κρατούσα από τις ρίζες μου σε μια αγκαλιά μεγάλη.
–Την άνοιξη τι θα ’κανες;
–Μελισσοφάγους και τρυγόνια θα ’φερνα για συντροφιά σου.
–Και τι θα γινόταν με το καλοκαίρι;
–Θα θρόιζαν τα φύλλα μου νανούρισμα ολόδροσο να φέρουν.
–Και όλα ίδια θα ’ταν όπως τώρα;
–Ίδια κι απαράλλαχτα, στην κάψα και το χιόνι. Κι αν ήμασταν μικρότεροι, θα ήμασταν μεγάλοι.
Κι ο χρόνος συνομήλικος και συναξαριστής στις βαμβακένιες λέξεις.
*
©Κώστας Δρουγαλάς
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.