
Έφτασε ασθμαίνοντας στη στάση. Πάλι δεν πρόλαβε το λεωφορείο. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Ήξερε πως τέτοια ώρα τα δρομολόγια περνούσαν αραιά. Θα έπρεπε να περιμένει για ώρα. Έκανε παγωνιά. Ο ψυχρός και νοτισμένος άνεμος τής προκάλεσε τρέμουλο και ανέβασε μέχρι τα ζυγωματικά το γαριασμένο μάλλινο κασκόλ της. Αλήθεια πόσες ώρες είχε χάσει σε αυτή τη στάση του λεωφορείου; Η σκέψη αυτή την αναστάτωσε. Τριάντα χρόνια δουλειάς. Τριάντα χρόνια αναμονής στην ίδια στάση λεωφορείου. Τον πρώτο χρόνο -κοπελίτσα ήταν – ονειρευόταν πως θα παιρνε δικό της αυτοκίνητο. Είχε δει πως εκείνος ο γείτονας απέναντι από το πατρικό της πουλούσε το παλιό του αμάξι. Σαραβαλάκι ήταν, αλλά τη δουλειά του την έκανε. Ένα χρόνο μονάχα θα δούλευε σε αυτό το πόστο, ίσα να μαζέψει λεφτά. Έπειτα θα παιρνε το αμαξάκι της, θα φόρτωνε τη μπαγκαζιέρα και θα πήγαινε να κυνηγήσει το όνειρό της. Το ξερε πως η μάνα της θα πέθαινε από τον καημό της. Δεν εννοούσε εκείνη από όνειρα και ελπίδες.
Το πούλησε ο γείτονας το αμάξι σε μια μάντρα. Τα σιδερικά του άξιζαν παραπάνω από όσο υπολόγιζε. Το όνειρο δεν ξεχάστηκε. Μετατέθηκε για άλλη φορά.
Για όταν θα μάζευε περισσότερα χρήματα.
Για όταν θα έβρισκε ένα καλύτερο αμάξι που να αντέχει τα χιλιόμετρα και τους κακοτράχαλους δρόμους.
Για όταν θα μπορούσε να μιλήσει στη μάνα της.
Για όταν εκείνη θα μπορούσε να την καταλάβει.
Μα το αμάξι δεν βρέθηκε ποτέ. Κανένα δεν ήταν κατάλληλο να κουβαλήσει το όνειρο.
Και το όνειρο; Κάπου χάθηκε. Κάπου ανάμεσα στην παράδοση των εγγράφων, στο ανεβοκατέβασμα των ορόφων, στην αναμονή του λεωφορείου, στο χαμόγελο της μάνας της. Λαβύρινθος. Kαι τα όνειρα υποκύπτουν εύκολα στα χέρια των αιμοδιψών τεράτων της ρουτίνας, της συνήθειας και της δειλίας.
Δυνατά φώτα και κορναρίσματα. Το λεωφορείο είχε φτάσει. Μπήκε μέσα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Ήταν αργά. Αύριο θα ξυπνούσε στις 6 το πρωί.
*
©Σοφιαλένα Ψαρρά
φωτο: Στράτος Φουντούλης
✳︎
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.