Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire

[…Νύχτες μεγάλες
με το φόβο του απείρου
διπλοσφαγμένες νύχτες
με υπόκωφους θορύβους
τυραννικές και απέραντες…]
Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου”
Επί πιστώσει
Γιώργος Μαρκόπουλος

Ο Άλκης μπήκε στην Αθήνα, ήσυχα και μοναχικά. Πήρε τη βαλίτσα του από το πρακτορείο, ήσυχα και μοναχικά γύρεψε ένα δωμάτιο στην οδό Μενάνδρου. Τα κανόνισε και ανέβηκε πάνω. Οι πατριώτες πηγαίνανε και έρχονταν. Ξάπλωσε να ησυχάσει. Προτού κοιμηθεί είδε την υγρασία στις γωνιές της οροφής. Σκέφτηκε, τα σημάδια της φρίκης, μα δεν άντεξε. Ήσυχα και μοναχικά αποκοιμήθηκε.

Έπειτα ήρθε το όνειρο, του φεγγαριού τα αίματα.

“Τι ανάγκη έχεις εσύ”, του λέγανε και γελάγανε τρανταχτά, τότε στο χωριό. Ο Μήλιος τον έδειχνε με το δάχτυλο και όλοι γνωρίζανε καλά πως εκείνη τη στιγμή όλοι μαζί περνούσαν ένα σύνορο. Ο Άλκης σηκωνόταν και με μια από εκείνες τις προφάσεις που εφευρίσκουμε σε παρόμοιες καταστάσεις, απομακρυνόταν. Ποτέ του δεν έπαιρνε το πλακόστρωτο, μόνον περνούσε μέσα από τις συστάδες, πυκνές, πελώριες αδερφές του μες στη μοναξιά τους. Τι νέος που ‘ταν μες στο όνειρό του!

Να ‘ξεραν μόνο πόση ανάγκη έχει εκείνος, πόσο πολύ κομματιάζεται η καρδιά του κάθε φορά που συλλογίζεται πως του λόγου του πέρασε μια ζωή δίχως έρωτα. Αυτός, που εντός του αγαπούσε περισσότερο , μέχρι θανάτου, έζησε δίχως το χάδι, τα λόγια που γλυκαίνουν κάθε λύπη. Αυτός, Θεέ μου αν υπάρχεις, έλα και πες εδώ κάτω στους ανθρώπους, πόσο πολύ αγάπησε εντός του.

Μια φορά μονάχα του χαρίσανε το μήλο και του’παν, “εμπρός τράβα, έξω από εδώ θα βρεις ότι χρειάζεσαι για να φθάσεις κάποτε στην καλοσύνη”. Μα εκείνος φοβήθηκε τα μαύρα μαλλιά, τα μάτια κάρβουνο, αυτός δείλιασε εμπρός στο σώμα, την τόση ομορφιά. Πολέμησε μέσα του, είπε θα βρει τ’αντίδοτο μα είναι ίσκιος καπνού η αγάπη και μας γλιστρά. Άραγε πόσες φορές γεννιέται και πεθαίνει η αγάπη μες σε μια μέρα, κανείς και ποτέ δεν λογάριασε.

Στάθηκε για μια στιγμή, κοίταξε ολόγυρα, έπεφτε η μοναξιά του δειλινού. Και οι βιολέτες και τα σπαθόχορτα που έφθαναν το μπόι των δέντρων, όλα έβγαιναν έξω από τις γραμμές τους, γίνονταν μορφές, παίρνανε παράξενες διαστάσεις. Όλα μιλούν αν ξέρεις να ακούσεις , όλα μπορούν να γίνουν μια ολοκάθαρη και κρυστάλλινη αίσθηση. Έτσι για να αντέξεις μια στιγμή το βάρος του θανάτου, να διαβείς πιο πέρα ακόμη, εκεί που μόνο να θαυμάσει μπορεί κανείς και να προσκυνήσει.

Τότε την ξεχώρισε ανάμεσα σε όλα εκείνα τα σχήματα. Ήταν η αγριομηλιά, με τους καρπούς της κρεμασμένους, με τη φωνή της πιο καθαρή από ποτέ. Με την ψυχή της αδάμαστη, μια καταιγίδα μες στη νύχτα. Ζύγιασε καλά τα πατήματά του, κατηφόρισε τη μικρή πλαγιά, ξοπίσω του σάλεψαν τα ξερά και οι πέτρες, πέρα πήγαν μακριά. Κανείς δεν το ξέρει και μήτε που θα το μάθει, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Άλκης άλλαζε για πάντα κάτι από το σχήμα του κόσμου.

Δεν χρειαζόταν τον ίσκιο της, μόνο να δει ήθελε, να δει από κοντά αυτό το κόκκινο χρώμα της πιο τρομερής ασπλαχνίας. Έκοψε τον καρπό δίχως προσπάθεια, όλα είχαν πια εκπληρωθεί. Στο χέρι του κρατούσε το ασύλληπτο. Δάγκωσε τον καρπό, να γευτεί τη σάρκα και όλη του η ζωή διάβηκε ευθύς μέσα από τα μάτια του. Τα μαλλιά της στο πρόσωπό του ένα καλοκαίρι στην Αμοργό, τα μάτια δυο φώτα ξαφνικά των δρόμων που βγάζουν στην παλιά μας αθωότητα. Κάτι του ‘λεγε μα ήσαν όλα μακρινά και φευγαλέα. Ξεκρέμαστος από τα αετώματα αυτού εδώ του κόσμου ο πιο βαθύς του αναστεναγμός, αυτό ήταν όλο. Παρακαλούσε με τα μάτια του κλειστά για λίγη αθανασία, Κάποιος έγραψε για τον “ιδρώτα κάτω από τα γιασεμιά”, κάποιος σου χαμογέλασε μες στο καφενείο του σταθμού και σου ‘πε, είκοσι αιώνες μετά, άκου Φαίδρε, ετούτη είναι η ζωή.

Ξύπνησε από την παγωνιά. Περασμένη η ώρα, έξω η νύχτα μονάχη της. Τίναξε από πάνω του τα φύλλα, γύρεψε την αυτοκυριαρχία του. Κοίταξε το δαγκωμένο μήλο, κάτω στο χώμα. Θυμήθηκε, τότε πριν τον ύπνο, το όνειρο της ζωής του. Και καθώς επέστρεφε σαν το παιδί του που ξεγλίστρησε κάποιο πρωινό από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας, τ’άκουσε. Το τραγούδι της καρδερίνας μες στη νύχτα. Το πουλί εκείνο τραγουδούσε με την καρδιά του, αλλιώς θα σώπαινε. Τ’αρπακτικά της νύχτας θα την ακούσουν, το τραγούδι της θα το σπαράξουν μα εκείνη δεν νοιάζεται σκαρφαλωμένη στ’αρχονταρίκι εκείνης της αγριομηλιάς. Κανείς αγιογράφος δεν τη φαντάστηκε.

Κάτι λαϊκά από τον ακάλυπτο τον έφεραν πίσω. Ο χρυσαφένιος ταφτάς της κουρτίνας, αρχαίος και αυτός σαν όλα τα υπόλοιπα, χάριζε στον κόσμο ένα παραληρηματικό χρώμα, κάτι σαν θάμπος. Κοίταξε το ρολόι με το ρυθμικό του χτύπο. “Κάποτε είμαστε νέοι, τίποτε δεν ξέραμε τότε, τίποτε”, είπε μονάχος του.

Συλλογίστηκε τη ζωή του μια τελευταία φορά. Έπειτα σαν να επανήλθαν μερικές σκόρπιες σκηνές από εκείνο τ’όνειρο. Αναζήτησε την παλιά του συσκευή μες στη φόδρα του παλτού του. Σχημάτισε τον αριθμό.

“Έύα;”, ρώτησε το κενό και ήταν σαν να μάθαινε όλος ο κόσμος πόσο μόνος υπήρξε. Έξω στους διαδρόμους της “Ωραίας Ηπείρου” οι φωνές των ενοίκων και οι πελοποννησιακοί στίχοι του ποιητή, χρόνια τώρα.

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης

❀