Μαρία Κασσιανή, Μια ιστορία αιώνων – lost in space

Ιστορία αγάπης
Ο παρατηρητής

Έτσι σβήνεις παρελθόν.
Με βλέμματα,
κι η ακροθαλασσιά
σαρώνει απαλά
ό,τι έχει χαράξει
ανθρώπινο χέρι
πάνω στην άμμο.

Έντυσες με κίτρινα λουλούδια
της άνοιξης
τα άσπρα της μαλλιά
και χάιδεψες το πρόσωπό της.
Κοιτώ με κατανόηση τα σώματά σας,
καθώς η απουσία της σάρκας δένει με αίμα,
μέχρι,
να επιστρέψετε ολόκληροι, ολάκεροι,
εκεί που σας θεσπίζει ο έρωτας.
Οξυγόνο ατόφιο τα νοήματά σου·
τι γλυκάνεμα,
τι ήμερη καταπράυνση,
τι απάλυνση του πόνου και της σκληρότητας,
τι στοργική εξημέρωση!
Όλα
στα χείλη σου,
στα χρόνια της ζωής σου,
έγιναν σάρκα νέα,
ζύμη φωτισμένη
απ’ την υπομονή.
Κι εκείνη τι κρινεῖ;
Τη γύμνια της προβάλλει χωρίς αιδώ,
την απόλυτη, ναι την απόλυτη,
για να την αγαπήσεις, πονώντας την.
Ακατάπαυστα να μελετά,
οργώνοντας χώμα και νερό,
για μια σου ακόμη λέξη,
πιστή σε ό,τι έχτισες
με τόσο ουρανό.

*
Πίνω

Ό,τι δεν καταλαβαίνω το ονομάζω βρικόλακα.
Τους στοιβάζω όλες τις αμαρτίες του κόσμου.
Χάρη και προτέρημα αφήνω στην άκρη.
Από τα μύρια που ξερνάνε έξω
οι άγγελοι και οι διάβολοι
από το κουτί της Πανδώρας,
διαλέγω τα στυφά.
Δεν με αγγίζει ό,τι σου λέω.
Μια βρικόλακας κι εγώ.
Πίνω το αίμα όσων με πλησιάζουν.
Και τώρα θα σου πω την ιστορία μου.
Μια ιστορία αιώνων – lost in space.
Μια ιστορία ανθρώπων – lost in paradise

*
Ο Άγιος Ιανουάριος
Ορόσημο

Να μιλήσεις με την καρδιά,
που χτυπά άτσαλα,
με ψυχή να ροβολά
μια γλώσσα ακατάληπτη,
το σώμα να πιτσιλά
εδώ και κει
τα του σώματος στην πλάση.

Δροσίζομαι με τη σκέψη πως
αύριο ο κόσμος θάνε καλύτερος
κι εγώ πιο δίκαιη.
Ας μοιραστώ λοιπόν ευθύνη,
και πόνο για ό,τι ζήτησες.
Άρα ποθούμε μόνο φως
απ’ τον άλλον,
μα και το σκότος αγαπημένε
δικό σου είναι.

Γύρω μου το φεγγάρι πέφτει
και νανουρίζει βλέφαρα
με σιωπηλή ανάσα.
Τα χείλη μου μισάνοιχτα
σιγοτρέμουν, ανεπαίσθητα,
σαν φευγαλέα μικρή αστραπή
από σταγόνες βροχής.
Το πρόσωπό μου
κατευθύνεται σε μια σκιά,
κρύβεται λίγο, μην το δουν,
κρατά μυστικό, γλυκά
και το μοιράζεται μ΄ αστέρια
με κατάνυξη.
Μυστήριο που είναι η ζωή,
κατρακυλά ο χρόνος,
βιαστικά— έτσι μου φάνηκε —
τι κρίμα, να τον κρατήσω
για λίγο ακόμη τόλμησα ,
μήπως και φωτογράφιζα
στο στερέωμα το πρόσωπό σου
στραμμένο στο δικό μου.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο,
το πιο δύσκολο το πιο επικίνδυνο
το πιο σκληρά ανθρώπινο·
γιατί ο άνθρωπος σκληρός εστί.

Πόσο ταξίδι στον δρόμο, χρειάζομαι
ώσπου η ψυχή να πάρει ανάσα.
Πόσο αίμα κυλά, δικό μου
νέο, ατόφιο, κόκκινο, ρουμπίνι,
για να ’ρθει πάλι κοντά στο δικό σου
το αίμα
που κυλά στις φλέβες,
σαν τις χαϊδεύουν τα δάχτυλά μου.

*
Το γυμνό σώμα

Εσύ να με φυτεύσεις
Σε λίγο χώμα θέλω.
Εσύ να μου μιλάς κατά καιρούς.
Το σώμα που σου χάρισα
και σου χαρίζω.
Όχι για χρήση λίγου χρόνου.
Μα φυλακτό για σένα ταπεινό.

*

Φτηνό κρασί

Φτηνό κρασί πίνω, στην υγειά σου,
και σου λέω:
Με το ίδιο σώμα πάμε σ΄ ένα είδωλο,
με το ίδιο σώμα πάμε στην αγάπη.
Μου λες μη μιλάς για την αγάπη.
Και εγώ ανοίγω το πώμα από το μπουκάλι.

*
Βυθισμένο δάσος

«Τον χαμένο χρόνο αναζητώ
μέσα στα λόγια σου,
το βλέμμα, την καρδιά,
το κορμί ανταριασμένο.
Η συστολή με κρατά
και δεν περιγράφω
το δικό μου το κορμί —
που δεν είναι πια κορμί,
αλλά ψυχή
που σε ακολουθεί».Σου είπα.

Και εσύ είπες:
« Τα λόγια σου
χάδι και φωτιά μαζί ».
Μετά ξεχάστηκες.
Τα σπάσαμε
με κομμένη την όψη,
πρόσωπο με πρόσωπο.
Το νερό κυλά.
Ο χρόνος και εσύ —
οντότητες, οντότητες.
Θρονιάστηκες μαζί του
για τα καλά,
και χώρος
για μένα δεν υπάρχει.
Μόνο εσύ
και αυτός.

Με ανακατεύετε
όπως η θάλασσα
τ΄ανακατεύει όλα.

Λόγια δικά σου
και δικά μου
σμίγουν για να μιλήσουν
κι αυτά,
μάρτυρες
του έρωτά μας
που φούντωσε
όπως
βουλιάζει το δάσος
η φωτιά.

Κάποιοι φοβούνται μην πεθάνουν
και σβήνουν τη φωτιά.
Εγώ, που δεν φοβάμαι, τη σβήνω
για να μην καούν
πουλιά και ελάφια,
αρκούδες και λύκοι.
Και με σβησμένη τη φωτιά
θα σε προσμένω.

Δεν μετριέται ο ουρανός.
Γι’ αυτό κάνε το σάλτο
και φτάσε σε μένα.
Μην περιμένεις
την ανάσταση.

Τώρα τα σώματα,
μ’ αυτό το πρόσωπο της γης,
ας φιληθούν.
Και πάρε από πάνω μου
τη θλίψη —
Ξεχάστηκες για λίγο —
και δες τι έγινε.

*

©Μαρία Κασσιανή – Πανούτσου 2025-2026

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎