Βάκης Λοϊζίδης, Αγκαθερά ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Εσκλάβωσες μας
με τούντον φουμισ̌ιάρικον
δεκαπεντασύλλαβον Βασίλη
που θέλεις σώνει τζ̌αι καλά
την ρωμιοσύνη
συνότζιαιρη του κόσμου
Οι μιάλες ιδέες
Εφέρασιν μονόδρομον
Όπου τζ̌αι να δικλίσεις
Εν κρεμμός Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βάκης Λοϊζίδης, Αγκαθερά ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Jules Verne, Παιδικές και νεανικές αναμνήσεις ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Στιγμός

Παρουσίαση

Γραμμένο, κατά προτροπή του Αμερικανού δημοσιογράφου Θίοντορ Στάντον (1851-1925), ανταποκριτή του πρακτορείου Associated Press στο Παρίσι, το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο του Ιουλίου Βερν δημοσιεύεται για πρώτη φορά στα αγγλικά με τον τίτλο «The Story of my Boyhood», στις 9 Απριλίου 1891, στη Βοστόνη, στο περιοδικό Youth’s Companion. Πρόκειται για μια προσωπική εξομολόγηση, μια ανάλυση του έργου του Ιουλίου Βερν με την πένα του ίδιου του συγγραφέα και ταυτόχρονα για μια ακόμη φανταστική ιστορία.
Το μικρό αυτό κείμενο δίνει τον τόνο στη σειρά «Opusculum». Φέρει τον αριθμό «0» και ανοίγει με το κλειδί του την πόρτα του λογοτεχνικού «Cabinet of curiosities» που φιλοδοξεί να σας προσφέρει ο Στιγμός. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.

Ο Δημήτρης μου άρεσε, όταν μαζί με τον Γρηγόρη μου πρωτομίλησαν, μιά μέρα που περπατούσα στην παραλία. Τον Γρηγόρη προτίμησα που σιγουριά με γέμιζε και όπως βλέπεις είμαι μαζί του ακόμα».
Αυτά είπε η Αμαλία σε άνδρα ευπορώτερο που τον εκαλοκοίταζε, αλλά φιλήδονο και για οικογένεια ούτε να ακούσει.
Επλάγιασε μαζί του μερικά βράδυα, μήπως τον εδελέαζε τις απόψεις του να εγκαταλείψει, από το φόρεμα της πίσω να συρθή, όμως τον άνδρα μανιωδώς η αίσθηση ενδιέφερε, και η Αμαλία στην σιγουριά της ετραβήχθη, την ευκαιρία περιμένοντας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.»

Γιώργος Δουατζής, Οι δέκα ευχές μου

Σας εύχομαι να ενδίδετε στις επιθυμίες, τα όνειρα, τα πάθη σας, στο βαθμό που δεν βλάπτουν εσάς και τους άλλους, γιατί ζούμε μια φορά και μόνον εμείς μπορούμε να προσδώσουμε αξία στη ζωή μας

Σας εύχομαι να παλεύετε να γίνει εφικτό αυτό που σας φαίνεται ανέφικτο, γιατί ποτέ δεν γνωρίζουμε το μέτρο των δυνάμεών μας και δίχως στόχους χαμηλώνει η ματιά

Σας εύχομαι να υποδέχεστε την κάθε μέρα με ανοιχτή αγκαλιά, με τη λαχτάρα του απρόσμενου, με χαρά που θα γευτείτε μία ακόμα μέρα κι ας φέρει λύπες, απογοητεύσεις, απώλειες, γιατί αυτά είναι μαθήματα που μας κάνουν γενναίους και εντείνουν το μέγεθος της χαράς Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Δουατζής, Οι δέκα ευχές μου»

Σπύρος Αραβανής, Ο φιλοθεάμων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Κουκούτσι

Περιγραφή

«[…] κενος φιλοθεάµων κα οδαµ νεχόµενος ν τις ν τ καλν φ εναι κα δίκαιον κα τλλα οτω» γράφει ο Πλάτων σε ένα σημείο της «Πολιτείας» του (478e-) και αποτελεί την προμετωπίδα- φιλοσοφία της πέμπτης ποιητικής συλλογής του Σπύρου Αραβανή.

Το Πρώτο Μέρος εμπεριέχει είκοσι ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και περιεχομένου έχοντας όμως συνεκτικό δεσμό εκείνον τον φιλοθέαμονα ως «μύστης του θαύματος που γεννά η πραγματικότητα / όταν όλοι ξεσκίζουν το σώμα της φαντασίας».

Το Δεύτερο Μέρος, με τον τίτλο «Nox», αποτελεί ένα εκτενές ποιητικό-θεατρικό αφήγημα, ενδοσκόπησης και όχι δράσης ως μια έκρηξη απολογισμού της τελευταίας «ευημερούς» τριακονταετίας, όταν μια παρέα «πρώην» νέων κάθεται στην παραλία, µιαν αυγουστιάτικη βραδιά, ακούγοντας τον μικρότερο της παρέας, τον «Λύγκα», να εξιστορεί: «Γεννηθήκαμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις καμάρωναν για την ελευθερία τους / σαν το παγόβουνο που ατενίζει στητό στον ορίζοντα / ξεγελώντας τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες / για το βάθος της ραχοκοκαλιάς του»…ώσπου.. «Το απότομο ξύπνημα της πραγματικότητας / ήρθε από έναν άσχημο ύπνο και όχι από το σκούντημα μιας νέας πραγματικότητας / κι έτσι η αντιμετάθεση των γραμμάτων έλξη-λέξη / παρέμεινε ένα όραμα νεκρών». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Ο φιλοθεάμων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…

γγελέ μου, πάει καιρὸς ποὺ δὲν κατάφερα νὰ σκαρώσω οὔτε ἕνα τόσο δὰ στιχούργημα. Ἡ σκόλη τύλιξε τὶς φτεροῦγες της καὶ μαζεύτηκε στὴ γωνιά, στριμωγμένη ἀπὸ τὴν ἰλιγγιώδη ταχύτητα τῶν πραγμάτων κι ἔτσι δὲν προλαβαίνω τώρα νὰ δροσοσταλάξω λίγη ὀμορφιὰ πάνω στὸ κιτρινισμένο κορμὶ τοῦ χαρτιοῦ, ὅπως ἀφήνει ὁ κλῶνος τὴ δροσοσταλίδα νὰ πέσῃ πάνω στὴ γῆ μπροστὰ στὸ φέγγος τῆς πρώτης ἀχτίδας. Κατάλαβέ με, οἱ ἔγνοιες βυζαίνουν τὴ σκέψη μου διαρκῶς καὶ μὲ ὁδηγοῦν κάτω ἀπὸ τὸν θόλο ἑνὸς στέρφου ὀνείρου. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό μου. Κατάντησα διαβατάρικο πουλὶ ποὺ ἀκόμα ψάχνει τὴν Ἄνοιξη γιὰ νὰ ξαποστάσῃ ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ οὐρανοῦ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…»

Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα– βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού»