Δημήτρης Μποσκαΐνος, «… Χέρι… χέρι»

Το λεπτό και κοκκαλιάρικο χέρι της τον γράπωσε με δύναμη.
  Από κάτω το χάος.
  Εκείνος έσφιξε το δικό του, τεράστιο, βρώμικο και δυνατό σε μια σωτήρια λαβή. Ήταν ανάλαφρη. Περίμενε να την τραβήξει γρήγορα επάνω. Αντ’ αυτού άρχισε να τη λικνίζει σαν εκκρεμές. Έβαλε δύναμη και πάνω στη μεγαλύτερη ταλάντωση έδωσε μια και την ανέβασε πάνω. Την πέταξε κατά γης.
  Εκείνη ένοιωσε να πέφτει στα μαλακά.
  Οι πέτρες και το κακοτράχαλο έδαφος στο χείλος του γκρεμού της φάνηκαν ένα μαλακό στρώμα σε σχέση με το χαώδες άνοιγμα στο οποίο κρεμόταν ένα λεπτό πριν. Λύτρωση.
 Δευτερόλεπτα πριν κλείσει τα μάτια της από ένα κοκτέιλ εξάντλησης κι ανακούφισης, το μεσημεριανή ηλιόφως πήρε να σκοτεινιάζει ξαφνικά. Πρόλαβε να δει την τεράστια αρβύλα του να προσγειώνεται σαν αμόνι στον δεξί της ώμο. Την πίεζε σταθερά στο χώμα μην έχοντας αφήσει ακόμη την παλάμη της από τη δική του. Έπιασε και με το άλλο του χέρι κάπου στον αγκώνα της.
  Και τότε ξαφνικά κι απροειδοποίητα… τράβηξε.
  Γρήγορα και δυνατά.
 Ένοιωσε να της βγαίνει η ψυχή από το στόμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και κόντεψαν να πεταχτούν έξω από το κρανίο της. Γύρισαν αμέσως ανάποδα κι έμεινε να τον κοιτάει άψυχα με μάτια μπαλάκια του πινγκ πονγκ. Τόσο πόνο αισθάνθηκε καθώς εκατομμύρια βελόνες εξαπλώνονταν από τον ώμο της σε όλο της το κορμί.
  Λιποθύμησε κι άρχισε ν αλλάζει χρώμα από το τραυματικό σοκ.
  Δεν πρόλαβε να δει το δεξί της χέρι να αποκολλάται από το υπόλοιπο σώμα της.
—
Έβαλε το χέρι σε ένα σακί που είχε κρεμασμένο στην πλάτη του και με περισσή ευκολία σήκωσε το σώμα που αιμορραγούσε στην πλάτη. Δεν ένοιωθε σχεδόν καθόλου το βάρος του.
  Μπροστά στο γιγάντιο σώμα του ήταν σα να κουβαλάει ένα θήραμα κυνηγιού, ένα σφάγιο μετρίου μεγέθους.
  Η σπηλιά – κρυψώνα του ήταν κοντά. Θα ασχολιόταν αύριο, να κρύψει τα αίματα.
  Μέσα στη σπηλιά το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Την άφησε κάτω κι άναψε ένα δαδί. Τρεμάμενοι τοίχοι άρχισαν να φεγγοβολούν απειλητικά τριγύρω. Την έσυρε ανάμεσα σε δαιδάλους και σκοτεινούς διαδρόμους μέχρι που έφτασε σε ένα πλάτωμα με μια μεγάλη πέτρα στη μέση , μια πέτρα μα σχήμα σφαίρας. Μετακίνησε με κόπο την πέτρα στο πλάι.
  Αποφορά κι αποσύνθεση πλημμύρισαν το χώρο, κι αυτός μονάχα γρύλλισε σα ζώο. Κοίταξε την τρύπα που έχασκε αβυσσαλέα κάτω από την πέτρα. Έσυρε το κορμί της και την πέταξε μέσα, ξανακλείνοντας το φυσικό πηγάδι. Ένα πηγάδι γιομάτο Θάνατο.
  Προσπερνώντας την μεγάλη αίθουσα μπήκε δεξιά σ ένα στενό πέρασμα και βγήκε στο χώρο του. Ένα αποστεωμένο τσοπανόσκυλο φύλακας τον περίμενε στο σκοτάδι κουνώντας χαρούμενο την ουρά του, τον είχε μυρίσει από ώρα γι αυτό δε γαύγισε καθόλου. Το χάιδεψε άγρια και του πρότεινε πρωτόγονα το άψυχο χέρι της κοπέλας. Ο σκύλος τρομαγμένος το μύρισε κι οπισθοχώρησε μυξοκλαίγοντας μην αφήνοντας καθόλου από τα μάτια του εκείνον.
Το αφεντικό
Το γιατάκι του ήταν σε ένα μακρύ και σχετικά στενό διάδρομο πολλών μέτρων. Ένα πρόχειρο κρεβάτι με ξύλο κι άχυρα, με μια βρώμικη και ξηλωμένη κουβέρτα από πάνω. Παραδίπλα είχε ένα μικρό τραπέζι με κάτι μικρά σαπισμένα ξύλινα κιβώτια επάνω και δυο στάμνες. Η μεγάλη είχε μέσα νερό. Στη μικρή με το πώμα φύλαγε λίγο κρασί. Πέταξε στο σκύλο ένα ξεροκόμματο μπαγιάτικο ψωμί και ρούφηξε λαίμαργα από το κανάτι με το κρασί χύνοντας λίγο στο λερό πουκάμισό του.
  Άναψε με το δαδί του τρία μικρά λαδοκάντηλα που είχε τοποθετημένα σε εσοχές του τοίχου. Καθώς ο χώρος φωτίστηκε τρεμάμενα αλλά επαρκώς για εκείνον, έσβησε το δαδί σε μια μικρή φυσική λεκάνη με άμμο.
  Περπάτησε στο ζόφο του ημισκότεινου διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν επενδεδυμένο με πέτρα. Μεγάλες ακατέργαστες πέτρες σε γκρι καφέ απόχρωση που ήταν χτισμένες με το βάρος τους χωρίς λάσπη. Η μια πάνω στην άλλη. Προσπάθησε να κουνήσει κάποιες. Έψαξε για την πιο χαλαρή και τη βρήκε. Την κούνησε με τέτοια μανία που την ξεκόλλησε με μιας από τον τοίχο. Χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι από το πάτωμα της σπηλιάς και το στρίμωξε στην οπή που άφησε η βγαλμένη πέτρα. Έπιασε μικρότερες πέτρες που ‘τανε διάσπαρτες στο πάτωμα και τις στρίμωξε όπως – όπως γύρω από τα κενά που άφηνε ο απάνθρωπα ξεριζωμένος βραχίονας στον τοίχο. Όταν σταθεροποίησε το χέρι έπιασε να το χαζεύει. Ντελικάτο παρά το θαμπό υπόλευκο χρώμα του. Τα νύχια είχαν σπάσει από την πτώση της κοπέλας καθώς την κυνηγούσε λίγο πριν το γκρεμό. Φορούσε ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν το πείραξε. Έκανε το χέρι ομορφότερο. Το πλησίασε κι άρχισε να το μυρίζει. Κοκκίνισε. Έπεσε στο ένα γόνατο κι έβαλε το κεφάλι του κάτω από την γυμνή παλάμη σε ένα παρανοϊκό μα συνάμα, στοργικό κι ανάποδο χάδι. Σηκώθηκε όρθιος κι άνοιξε το πουκάμισο του. Πλησίασε το χέρι που παγωμένο τον άγγιξε στο στήθος. Ένοιωσε να καίει από μέσα του παρά την παγωνιά της νεκρής σάρκας. Φούντωσε ολόκληρος κι ένοιωσε να χτυπάνε τα μηλίγγια του σα ταμπούρλο. Καύλωσε.
  Κοίταξε δεξιά και χαμογέλασε λυκίσια με τα σάλια του να τρέχουν.
  Το θέμα ήταν μακάβριο. Μια εικόνα βγαλμένη από τους πιο τρομερούς εφιάλτες.
  Μια στιγμή σταλμένη από τα βάθη της Κόλασης.
  Το πέτρινο τείχος δεξιά του ήταν γεμάτο γυναικεία δεξιά χέρια που έχασκαν στο διάδρομο.
  Xέρια μικρά και λεπτά, άλλα μακριά και ψωμωμένα. Χέρια από κοπέλες αλλά κι από μεσήλικες γυναίκες. Χέρια με μακριά νύχια κι άλλα με φαγωμένα, εφηβικά. Κάποια φορούσαν κοσμήματα, βραχιόλια ή δαχτυλίδια. Χέρια με τεντωμένες παλάμες και χέρια όπου τα δάχτυλα συστρέφονταν ελαφρώς.
  Δεκάδες χέρια, όπου έφτανε το μάτι …κι όλα δεξιά. Σαν πολλές γυναίκες μαζί να προσπαθούσαν ν αρπάξουν κάτι διερχόμενο από το σκοτεινό σπηλαιώδη διάδρομο.
  Όσο προχωρούσε σε μήκος αυτή η τραγελαφική παρωδία, τα χέρια μαραίνονταν από την παλαιότητα και την αποσάθρωση. Τα τελευταία, μέχρι εκεί που έβλεπε, ήταν σκέτοι λευκοί σκελετοί με σάπιες πέτσες να σκεπάζουν κάποια σημεία τους σα βρώμικες λινάτσες.
  Συσπάστηκε στο υπογάστριο κι έχυσε μέσα στο παντελόνι του με τα σάλια του να τρέχουν ακόμα καταγής. Πίσω του ο σκύλος χόρευε δεμένος με την αλυσίδα του κουνώντας ασταμάτητα την ουρά του.
  Έπιασε το πουλί του πάνω από το παντελόνι και το μετακίνησε να τον βολεύει καλύτερα.
  Ήταν μούσκεμα.
  Βούτηξε το κανάτι με το κρασί. Έκατσε στο αχυρένιο κρεβάτι κι άρχισε να ρουφάει λαίμαργα.
  Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ένα ύπνο βαθύ δίχως όνειρα.
  Τι να έβλεπε άλλωστε όταν οι μύχιοι φόβοι στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ήταν η δική του καθημερινότητα. Μόνο παραμίλαγε καμιά φορά και ξύπναγε το γκέκα του ψιθυρίζοντας, «… χέρι… χέρι… ΧΕΡΙ».
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Author unknown

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»
σιωπή
«Εγώ κάποτε πίστευα. Πίστευα σ’ αυτή την τύχη που λένε πως βοηθάει τους τολμηρούς. Τολμούσα τα πάντα, αν θυμάσαι. Δεν κώλωνα πουθενά. Μου άρεσε να σοκάρω, να βλέπω τους άλλους να κατεβάζουν το βλέμμα πρώτοι, να μην περιμένουν αυτό που θα συμβεί . Τολμούσα να μιλήσω, κι έπειτα τολμούσα να σωπάσω . Εκεί να δεις ταραχή. Οι σιωπές μου ξεκινούσαν συνήθως τις πιο μεγάλες φασαρίες. Τους άφηνα να αναρωτιούνται τι μπορεί να συνέβη. Ψήνονταν για μέρες μέσα στην αμφιβολία. Με τριγύριζαν, με καλόπιαναν, με απειλούσαν. Στο τέλος προσπαθούσαν να με ψυχαναλύσουν. Εγώ, ούτε λέξη. Τσιμουδιά.»
«Κι έπειτα;»
«Είδες που τσίμπησες κι εσύ μόλις σώπασα; Έβαζα στοίχημα πως θα το κάνεις. Γι’ αυτό καταλήγω πως η σιωπή είναι πιο χρήσιμη από τα λόγια. Πάρε για παράδειγμα μια ταινία. Τις πιο πολλές φορές θα κλάψεις μόλις ο ήρωας πάψει να μιλάει. Τότε, θα αρχίσεις να φαντάζεσαι διάφορα: Πόσο δυστυχισμένος είναι, πόσο σοφές είναι οι σκέψεις του, πόσα τον έμαθε η ζωή και άλλα βαθυστόχαστα. Θα αρχίσεις να κλαις. Ξαφνικά θα ανακαλύψεις πόσο του μοιάζεις. Δεν είναι αυτός που υποφέρει, είσαι εσύ. Δεν είναι δικά του τα λόγια, από το στόμα σου τα έκλεψε. Εσύ κι αυτός γίνατε ένα – κι όλα αυτά, μέσα στη σιωπή. Αστείο δεν είναι;»
σιωπή
«Τώρα μου κρατάς μούτρα, σωστά; Το ξέρω καλά αυτό το παιχνίδι, μη νοιάζεσαι. Ατέλειωτες οι μέρες και οι νύχτες που το έχω παίξει. Θα μπορούσα να το διδάξω σε πανεπιστήμιο . Χα, μιλάμε για το απόλυτο παιχνίδι αντοχής. Να πώς παίζεται: Πες πως είσαι ο άντρας και εγώ η γυναίκα. Την πρώτη μέρα δε θα ξέρω τι είναι αυτό που σε τρώει, απλά θα κοιμηθούμε με τις πλάτες γυρισμένες. Την επομένη, θα αρχίσω να μαντεύω. Θα σου αραδιάζω μία – μία τις πιθανές αιτίες που σε κρατούν αμίλητο κι εσύ απλώς θα κουνάς το κεφάλι σκεφτικός. Θα επιμείνω, γιατί θα σε αγαπώ. Εσύ θα απαντάς σταθερά πως δεν έχεις τίποτα και θα ζητάς λίγο δικό σου χώρο. Θα περάσουν άλλες δυο μέρες. Εγώ δεν θα τρώω, για να μη νομίζεις πως δε νοιάζομαι για σένα. Έπειτα θα ανεβάσω πυρετό κι εσύ από καθήκον θα μου φέρεις ασπιρίνες. Για λίγο θα αναθαρρήσω, μετά θα ξαναπέσω στο κρεβάτι γιατί θα αργήσεις να επιστρέψεις το βράδυ από το σπίτι του φίλου σου. Την πέμπτη μέρα θα αρχίσω να κλαίω. Την έκτη θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις -‘για όλα’. Θα μου χαμογελάσεις. ‘Δεν ήταν τίποτα μωρέ, συμβαίνουν αυτά στα ζευγάρια.’ Θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. Θα βάλω το πιο σέξι νεγκλιζέ, θα έρθω τη νύχτα να σε ξυπνήσω με την πιο άγρια πίπα. Όλα θα είναι πάλι τέλεια. Home Sweet Home!»
«Δεν νομίζεις πως εκχυδαΐζεις τα πάντα ;»
«Όχι, απλά κόβω δρόμο. Δεν έχω καιρό για χάσιμο. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ειπωθεί. Όλα είναι εδώ μέσα. Το ξέρεις κι αυτό είναι που σε τρομάζει. Όσα ψάχνεις τα έχεις κιόλας ζήσει, τα έχεις κάνει, τα έχεις δει. Και σιχαίνεσαι τις επαναλήψεις. Γι αυτό κρύβεσαι μαζί μου. Λες να μην έχω καταλάβει πως με χρησιμοποιείς;»
Σιωπή
«Δεν περίμενα να μου απαντήσεις. Τόσο τυπική σου αντίδραση που θα με ξάφνιαζε οποιαδήποτε άλλη . Αλήθεια, τι καιρό κάνει έξω; Χα, χα – τρόμαξες, ε; Σε πειράζω. Το ‘ξερα πως θα σε έπιανε ταχυπαλμία, μόλις θα έλεγα ‘έξω’. Εντάξει λοιπόν, φέρε κάποιον από ‘μέσα’. Να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις τουλάχιστον, να θυμηθούμε τα παλιά. Μουχλιάσαμε. Μόνο, κοίτα. μη φέρεις ξανά τη μητέρα σου. Λυπάμαι που θα στο πω, αλλά καταντάει κουραστικό. Αρχίζει να μιλάει για τα παιδικά σου χρόνια και δεν το αντέχω. Το μάθαμε πια, δεν υπήρχε πιο όμορφο μωρό. Όλοι στο σχολείο έλεγαν πως η επιστήμη περιμένει εσένα για να προχωρήσει – ευτυχώς που πρόκοψες. Αλλά κι εκείνη, ήρωας, με ‘Η’ κεφαλαίο! Και μάνα και πατέρας μαζί. Δεν υπήρχε περίπτωση να σωθεί αυτός ο γάμος αν ήταν άλλη στη θέση της, με όσα της είχε κάνει ο πατέρας σου. Σωστά δεν τα λέω;»
«Ήταν μικρός. Τα ξέρεις.»
«Ακόμα τον δικαιολογείς, λοιπόν. Όμορφα θα περάσουμε πάλι. Κοίτα, δεν έχω καμιά διάθεση να λέω και να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πρέπει να προχωρήσεις. Θυμάσαι που έλεγες πως ενήλικος είναι αυτός που γίνεται πατέρας και μάνα του εαυτού του; Αυτός που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει κάτι στους άλλους; Αυτός που δεν περιμένει καμιά ανταμοιβή; Τι σκαλίζεις, λοιπόν ακόμα ; Τι περιμένεις να αλλάξει; Μέχρι κι εγώ μεγάλωσα. Εσύ, γιατί δεν ξεκουμπίζεσαι από δω μέσα;»
Σιωπή
«Είναι ώρες-ώρες που δεν ξέρω τι με τρελαίνει περισσότερο – το αξιοθρήνητο ύφος σου ή η σιωπή σου; Σε κοιτάω και αναρωτιέμαι πως μπορεί κάποτε να πίστεψα πως είχες στόφα για κάτι μεγάλο. Τα έλεγες όμως πολύ όμορφα, και στα αλήθεια με είχες πείσει. Να σου διαβάσω κάτι από τα λόγια σου; Δε χρειάζεται να μου απαντήσεις -σου διαβάζω: «Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κυνηγάει. Θέλω να πάψω να ζω στις σκιές που παίζουν στο μυαλό μου. Δεν έχω ανάγκη πια κανέναν να μου δείξει το δρόμο. Εγώ είμαι ο δρόμος. Παραιτούμαι από ό,τι νόμιζα αυτονόητο. Αρνούμαι όσα πίστεψα πως με ομορφαίνουν. Τι να τον κάνω τον κάλπικο θαυμασμό σας; Στο εξής θα τρέφομαι μόνο από το λιγοστό αντιφέγγισμα των αστεριών στη θάλασσα, μέχρι να γεμίσω φως.» Τι έχεις να πεις;»
«Παιδιάστικες ανοησίες.»
«Πράγματι. Το θυμόμουν καλύτερο αυτό το κομμάτι. Ψάχνω να βρω τίποτα άλλο. Φοβάμαι όμως πως αυτό ήταν το καλύτερό σου. Από ένα σημείο και πέρα είναι όλο μουτζούρες. Και πιο παλιά, όλα μέσα στην κλάψα. Θυμάμαι όμως μια εποχή ευτυχισμένη. Τι απέγινε;»
Σιωπή
«Ώστε την έσκισες. Σωστά, πώς θα μπορούσες να βρίσκεσαι πάλι εδώ μέσα, αν δεν είχες βουλιάξει στην αυτολύπηση; Ίσως και να μην έχεις κι άδικο. Κάποτε ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα. Ψέματα. Κάποτε ήμουν ΕΣΥ. Συγχώρεσέ με που καμιά φορά το ξεχνάω. Πέρασαν αιώνες από τότε. Από εκείνη την μέρα που μ’ άφησες σαν να μην τρέχει κάστανο. Που βρήκες ξάφνου το νερό της ευτυχίας, κι έγινες καπνός. Θυμάσαι ποια ήταν η τελευταία σου φράση; ‘Αντίο. Τώρα πια ξέρω, τώρα πια μπορώ. Σε ευχαριστώ για όλα.’ Μπλιαχ, θα προτιμούσα να με έφτυνες αντί για αυτόν τον εμετό κοινοτοπίας.
«Λυπάμαι».
«Λυπάσαι; Γιατί δεν λες και κάτι καινούργιο. Γύρισες και πίστευες πως θα με βρεις στην ίδια θέση. Λυπάμαι που σε απογοήτευσα . Τα μάγια βλέπεις, λύθηκαν. Σίγουρα όλα σου φάνηκαν αλλιώτικα και στενάχωρα εδώ μέσα. Γκρίζα, μαραμένα, γερασμένα. Δίκιο δεν έχω; Τίποτα δεν μοιάζει τολμηρό, πρωτότυπο, επαναστατικό, όπως κάποτε. Ίσως και να μη διαφέραμε τελικά από τους άλλους όπως νόμιζες, σωστά; Γι’ αυτό έκλεισες λοιπόν τα πατζούρια; Για να μη μας βλέπουν απ’ έξω, ή μήπως για να μη βλέπεις εσύ έξω; Να σου πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει πια. Κι αν κάθομαι τόση ώρα και σου μιλάω, το κάνω μόνο για χάρη του παλιού καιρού.
Σιωπή
«Πολύ θα ήθελες να σταματήσω, το ξέρω. Όμως τώρα θα πάρω εγώ την εκδίκησή μου. Ξέρεις, ήρθε η ώρα να φύγω. Ανήκουστο, ε; Μάθε λοιπόν πως εμένα δεν μου γουστάρει πια το σκοτάδι. Με κούρασε η μπόχα του. Βαρέθηκα να ζω στη μιζέρια του και να αναπλάθω λέξη-λέξη την ασκήμια του για να ικανοποιώ την κοπρολαγνεία σου. Πάει καιρός που δεν βρίσκω στις σιωπές σου κανένα μυστήριο, οι ατέρμονες μωρολογίες σου δεν αξίζουν ούτε για κωλόχαρτο, τα φιλοσοφικά σου αποφθέγματα είναι για τα πανηγύρια. Και ναι, λοιπόν. Είναι καιρός που δεν ζω πια εδώ. Σου έλεγα ψέματα. Σε λυπόμουν. Ήξερα πως μόλις το μάθεις θα καταρρεύσεις. Αλλά δεν πάει άλλο. Έχω κι εγώ τη δική μου ζωή να ζήσω.
Έχω μόνο μια τελευταία ερώτηση να σου κάνω.»

«Σ’ ακούω.»

σιωπή 

*
©Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’
φωτο© Στράτος Φουντούλης, «La solitude du dimanche» Bruxelles, 2008.

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

Αρχείο 03/10/2013

 

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’»

Christopher Veasey, Renovation

 

Ian followed Adam slowly around the room in sidesteps. First the steam, then the blade.

  The thick gloss bubbled and melted before their eyes. They talked and sometimes laughed and everything rebounded off the bare walls and floor. Occasionally they stopped for cigarettes, Adam rolling his own unless Ian offered one from his packet. Despite all the doors and windows having been open for weeks, despite the chemicals and cut wood, the offensive scent of other people’s bodies dominated the air.
  ‘So how much altogether?’
  Adam half-smiled, sidestepped and applied the head of the steamer to the wall. A black plastic tube trailed from beneath his hand down between his legs and to the bubbling box behind them.
  ‘Too much. Not as much as they’d wanted.’
  Ian laughed, too much probably, he thought. He sidestepped into the dusty footprints Adam had left and scraped at the wilting paint.
  ‘I knew a girl who lived her’ he said. ‘Years back now, fifteen maybe.’ The bubbling stopped. Adam lifted the head from the wall and looked at it’s face. ‘I’ll fill it.’
  He unplugged the plug and detached the hose as Ian looked down on him. He carried what was left out of the room and out of the front door to the tap on the garage wall, feeling Ian’s eyes on his back long after they weren’t. Ian scraped at the wall, glancing over his shoulder every few seconds. He heard the water hit the bottom of the reservoir and pictured it immersing the element. He wanted to finish his story. He scraped the wall too hard. Through the paint, through the next layer, then the next, gouging the plaster and shifting from one splattered trainer to the other, the ache in his arm numbed. He heard Adam close the door behind himself. Stop. He collapsed inwards. He wouldn’t finish the story for now. He would keep it to himself. He would talk about the game and the rigmarole of house-buying, how tradesmen are. He wouldn’t finish the story for now.
  Adam was crouched behind him, re-plugging and attaching. His thighs burned in the squat. ‘Feeling old’ he thought. ‘Not old, just fucked’. Weeks of this now, ripping out and scraping, sanding and skimming, taking hold of the bathroom carpet, feeling the decades of steam and sweat soaked into it leaking out into your hands and pulling it from the floor. He looked up from the steamer to the backs of Ian’s legs. The bunch of keys in one back pocket and the wallet in the other, underneath the fadings of the denim where they had been before. The fabric pulled to the contours of him as he shifted his weight. It was tiresome t work for hours on end in an empty house with this prick and a broken radio, but we don’t truly choose our friends. Besides, they were moving in that weekend. Adam stood unsteadily, feeling the joints and muscles working, looking at the back of Ian. They would probably go for a pint when they were finished, he thought, at the Tippings Arms at the end of the street. He was resigned to it. Ian would talk. He would never be funny, though he would try. After a couple of drinks he would start leering at the barmaids, talking too loudly about them, making Adam his accomplice in the embarrassment. Adam thought about ending the day there and then with a convoluted lie involving a falsified phone call and an elaborate story about Emma, his new, pregnant, wife in trouble. But the idea of having to actually go home, as he would have to, in Ian’s car, was worse than his current situation. The steamer began to bubble.
  ‘I went to school with her.’
  Ian stopped, staring into the wall, not scraping, not quite believing what he was doing.
  Silence, bubbling.
  Adam looked at the back of his head then down at the steamer. Silence. Long seconds go by. He could hear the tone of the voice. He hadn’t heard it from his friend before, but knew that it implied a dangerous desperation. Not quite believing what he was doing –
  ‘St Marks?’
  Ian pursed his lips and inhaled through his nose, a rush of blood roaring from his feet to his head. License.
  ‘Yeah, in my year. Fucking gorgeous. We all used to hang around here. A few of them lived in this street, all around here. Just kids though, bladdered off three tins. Funny though. You’d be at home getting ready not knowing what was going to happen. You’ve seen fuck all at that age, haven’t you? Birds who though they were shit-hot at school having a couple of drinks and getting their tits out. Fucking brilliant at that age, as a kid, like, as a young lad. Sat on the park usually, just boozing. Or if somebody’s mam and dad were away you were in there, fucked, seeing what happened. This house, you should have seen it. Her mam and dad were old, in their sixties, she was the youngest. She had this dickhead brother in his thirties who tried to have a go at us all once when she came home pissed. We just stood there laughing at him and he did fuck all. This house though, light brown leather couches and sad clown ornaments on the fireplace. Paintings of little girls with puppies. It stunk of old slippers and food that’s been on all day.’
  Adam hadn’t moved. He stood at Ian’s right shoulder before approaching the wall and applying the steamers head to a thick lump of paint. He held it there for a few seconds, then moved it. Ian began to scrape.
  ‘One night we ended up here. Her brother didn’t live here anymore. About ten of us, lads and girls. A Saturday night. Bladdered. Music on, loud. I was talking to her, this girl, the one that lived here. Everybody else was in the kitchen, we were in here. She was plastered. I started asking her all these questions, taking the piss like, about what she’d done with lads. She was just laughing and saying ‘Wouldn’t you like to know’ and all that shite. I carried on, trying more, seeing how far I could go with her. For a laugh, like.’
  Adam put the steamer down and walked over to his jacket. He pulled his tobacco from the pocket and began to roll a cigarette. Ian stayed at the wall, scraping harder.
  ‘Well, she stops laughing. I carry on. Now she starts giving me a load of shit. She slaps me in the fucking face and storms off, storms upstairs. And I’m just sitting there, on the fucking brown leather, holding a bottle. I couldn’t believe it. I was looking at the kitchen door hoping nobody heard. Then I was looking at the front door, thinking about going. I couldn’t believe it. Then I was looking at the stairs. The fucking bitch. Couldn’t have a laugh pissed up on a Saturday night. Couldn’t play along. Stuck-up bitch. She was laughing, she was playing along. I necked the bottle and put it on the rug. I didn’t know what to do but I stood up. I was going to kitchen but I stopped. I was going to the stairs.’
  Adams phone rang and he looked at Ian, standing motionless, silent, never taking his eyes from the wall.   Both men breathed heavily. The ringing stopped.
  ‘Hello?’
  Adam walked out of the room to the hallway. Ian couldn’t hear, he didn’t move. Then Adam said –
  ‘I have to go…now…it’s Emma.’
©Christopher Veasey
Photo©Stratos Fountoulis,2009
 
bio

Christopher Veasey lives and works in the North of England.

Eric Mwathi, In the Minority

 

«Have some more couscous, Andy. After all it is not sure what the cooking will be like in the concentration camp, we’ll be sent to” said Coco, with a mischievous smile, holding a ladle, full of couscous over Andy’s plate, which Andy had held away from her, in protest, from her hand, and had said, “You will not find that joke funny once we really get sent to one, Coco.” To that, Coco had served herself that couscous, as she had rolled her eyes and had said, “It won’t happen, Andy. That one, crazy, bigot, you met in the tram, is not enough to start a second Holocaust.” Then Adam had waived his right index finger at her and had said, “Huge war crimes always start with one maniac, with evil plans, before more angry people join them in deciding to gang up on racial minorities, to do something horrible to them.” Then Coco had grabbed her spoon and begun eating large portions of her couscous as she had said, “That man was only agitated over that other fat man, who was talking to himself, because the bigot noticed that you do tend to find crazy people more and more often in the public transport, these days. You cannot blame him for complaining about that. After all, those maniacs drive me crazy as well.” Then Adam had took a gulp of his Lambusco wine and had said, “Yes, and after that maniac had staggered out of the train, the bigot had talked about the so called good, old, days, when people, like that mad man, used to be locked up at Steinhof, during the slightest hint of a mental illness. What had then hurt me was when he had complained that you cannot lock people up as much today, when supposedly every second person has got some mental disorder or other.” Then Coco had gently put her hand on Adam’s shoulder and had said, “That was not a comment that was directed towards you, Adam. There is no way that a complete stranger could know that you are in psychiatric treatment.” Adam had brushed her hand away and had said, “For four years I have been living in this area, avoiding eye contact, and showed irritation at the slightest noise, that was only a bit louder than usual. In such a long time, people do tend to notice these things.” Then she had said, “You cannot keep assuming that everyone who says something insulting automatically knows your whole life story” Then Andy had said, “Those insults were different from the ones I usually hear from the sick people I often walk into. This bigot had blamed the Socialists for failing to fight unemployment, which he says is responsible for the mental deterioration in society, and can only be solved through forced labour, as was done under Hitler’s regime. Nobody even opposed that man in his outrageous views, after he had said those things inside of a crowded tram. In fact the old man next to him had agreed with all of his views.” Whilst cutting another slice of lamb on her plate, Coco had said, “You cannot blame passengers for not quarrelling with this man. He certainly sounds insane.” Then Adam had placed his right hand onto hers, so that she had stopped using her cutlery, and then had said, “Coco, I do not think that this was why nobody had opposed him.” She tore her hands from his and had kept eating as she had said, “Yes, I know where you are coming from, Andy, but I would not read too much into this. Even you were too afraid to tell that maniac to shut up, which does not make you a supporter of his views. By not quarrelling him you wisely felt that maniacs like he are best to be ignored. So, you cannot know what the other tram passengers thought about the views of that psycho, just because they did not oppose him.” Then Andy had poured another big glass of Lambusco for himself and had said, “Having watched all of my neighbours join my landlady in tormenting me, though I did not harm or even talk to either of them, I think I know what they were thinking. People here will only criticise an inhumane, dictatorial, bigot once he is not around, so people do not find out that they in fact supported him, and long for someone to replace him and who will be just as evil.” Then Coco had said, “There is no proof that most people prefer to be ruled or to be controlled by a dictatorial tyrant and a mean landlady, instead of to live in a liberal democracy, and to have a kind person in control of important aspects of their life” Then Adam had replied, “You cannot wait for people who want you dead, to tell you about their cruel intensions to your face. It might be too late by then.” Coco then finished the rest of her Lambusco and took a deep sigh, before she had said, “Neither can you take every insult from a mad man as an automatic death threat, or you will be running away from people for your whole life.” Then Andy had said, “That mad man was not like the mad people I usually meet in the tram. Those threatening words of his were loaded with the evil intention to one day act upon his wicked beliefs.” Then Coco had looked Andy strait in the eye and had said, “I repeat, Andy, one man cannot start a second Holocaust.” Andy had shrugged his shoulders and had said, “I’m afraid this man might not be alone in his evil intentions. As a matter of fact, it might be the people who oppose him, who are in the minority.”

 

©Eric Mwathi
photo©Stratos Fountoulis, «Zappeion» 2005
 

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Απόβραδο

Nighthawks, by Edward Hopper, 1942

Η περίπτωση Έντουαρντ Χόπερ

Ο γελωτοποιός της κλίμακας του Χένρυ Μίλερ στο λαϊκό κατάστημα. Τοίχοι από μίκα ή αλλιώς μια θάλασσα στους τοίχους και το κορίτσι με τις τεχνητά ερυθρές παρειές. Μια κατατομή περασμένων δεκαετιών, μια εποχή δίχως αυταπάτες. Το κορίτσι με το λευκό, νεκρό δέρμα προσομοιάζει εξαιρετικά σε μια ελληνική εκδοχή φιλμ νουάρ. Οι χαμογελαστοί ναύτες και τα κινέζικα φώτα. Ετούτο το μαγαζί βρίσκεται ίσως κάτω από μια γέφυρα. Κανείς δεν θα φανταστεί ποτέ πως σε μια τέτοια ιδιόμορφη θέση θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι πρωινές, πιστές σκιάσεις. Καθώς τα ηλιοτρόπια θα γείρουμε κάποτε ο ένας προς τον άλλον, χτίζοντας τις πόλεις μέσα μας. Ετούτοι οι άνθρωποι, όσοι θα επιζήσουν κάτω από τα φώτα τύπου china town θα ομολογήσουν συντριμμένοι, λίγη μόνον ώρα προτού ξημερώσει πως πληγώθηκε ανεπανόρθωτα πια εκείνη η βεβαιότητα πως θα μπορέσουμε τάχα να επινοήσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επαρκέστατη, μια άκρως πετυχημένη σκηνογραφία η προοπτική του τοίχου. Με ένα θαυμάσιο τρόπο θα απομείνει ο γελωτοποιός στη θέση του, με τα χαραγμένα αστέρια στα μάτια του ο γελωτοποιός, με τη λευκή ενδυμασία του που αναγνωρίζουν και αγαπούν τόσο τα παιδιά. Το κορίτσι του κέντρου ερμηνεύει ένα φλογερό τραγούδι. Οι στίχοι του μιλούν για πάθος και αν θα μπορούσε κανείς να αντικρίσει μόνο το κορίτσι εκείνο, αργά τη νύχτα, θα μαρτυρούσε μια φριχτή θλίψη, ένα λασπωμένο πρόσωπο κάτω από τις φωτιστικές απάτες των χαραυγών. Είπαν, εκείνα τα σημάδια δεν ήταν αστέρια. Εκείνα τα σημάδια ήταν αίματα, τα άλικα χείλη ήταν πνιγμένα μες στο αίμα. Ο νεκρός γελωτοποιός σε μερικά έτη θα αποσυρθεί από το κατάστημα. Θα περιφρονήσει την χαρτοπαιξία και όταν αιωρηθούν οι πολύχρωμοι φωτισμοί πάνω από τα κινέζικα, φορτηγά πλοία, λοιπόν τότε ο κρυφός εκείνος άνδρας θα αποσυρθεί στα λιτά, καθολικά ησυχαστήρια, λησμονώντας τις κλίμακες και τους ζωηρούς φθόγγους του κόσμου. Ο χαμογελαστός ναύτης, εκείνος που μοιάζει τόσο στον ζωγράφο Ρέμπραντ, ο μελαγχολικός εκατομμυριούχος, ακόμη και το κορίτσι με την αμήχανη γύμνια θα κοιτάξουν με δέος τον γελωτοποιό που αποσύρεται πολύ πάνω από τις κλίμακες, διαλυμένος ήδη σε θεωρίες και εικασίες.

  Εκείνος ο άγιος με τα αιμάτινα μάτια είναι ο φωτισμένος άνθρωπος των συνοικισμών. Ανήκει σε εκείνους τους πολύ δικούς μας ανθρώπους που εξέρχονται των αιθουσών, χύνονται σαν νερά μες στα οδοστρώματα για να ξεθωριάσουν ως αργά το μεσημέρι, δίχως να θυμίζουν τίποτε από τις νεοανακαλυφθείσες ηπείρους των εκατομμυρίων προοπτικών. Τα μάτια του είναι πάντα στυλωμένα στο άδειο. Είναι πηγάδια τα μάτια του και η περηφάνια του κοριτσιού λαμπρή. Μια επιβλητική συγκίνηση σε εκείνη την παρουσία, προτού απομείνουν κρεμασμένα στις πόρτες και πάνω στα δρεπάνια φεγγάρια τα κατάμαυρα σακάκια. Αργά το πρωί ο απόκοσμος γελωτοποιός θα είναι διάφανος μες στην αυλική του στολή, μονάχα σημάδια κόκκινα πάνω στα μάτια, έξω τα καταραμένα νερά των πρωινών βροχών, η σκουριασμένη κλίμακα και το στενό, δαντελένιο κολάρο. Ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι και το περήφανο κορίτσι που χάνεται μες στη βρόχινη θάλασσα, μια αθεράπευτη μοναξιά, εξαιρετικά μακρινή στο μέσον του λαϊκού κέντρου που σβήνει τους φωτισμούς του και όλοι μπορούν με ησυχία να θρηνήσουν το τέλος της νύχτας και την τραχιά, καινούρια μέρα που ανοίγεται μες στις βορειοελλαδίτικες ομίχλες που τόσο αγαπούν οι λάτρεις του συγγραφέα Ιωάννου. Σε όλο το μήκος του λιμανιού τα απόμακρα πλοία με τα διεθνή χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο βάθους οι καινούριες σκιές και η υδατογραφία ενός ολοένα και λιγότερο, ανθρώπινου Θεού. Το κορίτσι τραγουδά στους δρόμους κάτω από τις γέφυρες, μια ζαχαρένια κούκλα με σπασμένα μέλη και το πρόσωπο κολλάζ με όλους τους εραστές νωπούς στα ερειπωμένα της μάτια.
  Οι γέφυρες θα΄ναι πάντα οι σκληρές, σκιερές μέρες του ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ, η ομίχλη και οι γερασμένοι φάροι από αντοβιανά τούβλα και παλιά σιένα. Η μοναξιά και η αποτίμησή μας, μια ίδια μουσική παιγμένη από χίλια, πανομοιότυπα χέρια που διαφέρουν μονάχα στις γραμμές και τις μοίρες. Η μορφή του γελωτοποιού απαντάται συχνά στα καταστήματα φαρμάκων, στα μεσημεριανά, αμερικανικά τοπία, στα μπαρ των διασταυρώσεων, τα νυχτερινά γραφεία και σε εκείνα ακόμη τα μοτέλ των δυτικών πολιτειών. Πρώτο πλάνο, γυναικεία φιγούρα, τα δυτικά βουνά, τελευταίο οχυρό πριν τον κόσμο των Αζτέκων, φωτεινές αιχμές και τα φετίχ των ανδρικών οραμάτων. Ο φωτογραφικός χρωστήρας, δαιμονικός, γεροντικός και ατομικός. Μια ανεπαίσθητη, ψύχραιμη, εξπρεσιονιστική ποίηση, φωτορεαλιστικών προδιαγραφών. Ο λυπημένος γελωτοποιός αποσύρεται αργά προς την αποβάθρα των μεγάλων Αυγουστίνων. Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης θα μπορούσε να ξερνά κατάμαυρες πεταλούδες μέσα από το υδραίικο στόμα του.
©Απόστολος Θηβαίος

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.

Ελένη Κοφτερού, Το ταξίδι της Παρασκευής

Ήταν τόση η χαρά μας που συναντιόμαστε, κατάφερε να βάλει φράγμα στο ηχητικό κακόγουστο πανηγύρι του ταξιτζή. Τα εκνευριστικά σκυλέ τραγούδια – που άλλοτε μου προκαλούσαν νευρικότητα σε βαθμό υστερίας – και οι αναλύσεις για τον ΠΑΟΚ, δεν έφταναν στ’ αυτιά μας.
  Μια ελαφριά ζαλάδα προερχόταν από το ανακάτεμα των αρωμάτων μας, μα κυρίως από τη λαχτάρα της για τη συνάντηση. Ξέραμε κι οι δυο ότι “εκείνος” θα έπαιρνε μέρος στην παράσταση. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσε γι αυτόν, όπως το περίμενα. Όλες οι λέξεις της, οι τρυφερές, οι σκληρές, οι παραπονιάρικες, τα γιατί, τα πως, τα πότε, τα άραγε, κουβαλούσαν στην ακρούλα τους το “Αχ!”. Στα σύμφωνά τους φύτρωναν ζουμπούλια. Στα φωνήεντα ισορροπούσαν και λικνίζονταν άσπρα χελιδόνια. Ναι, άσπρα, έτσι τα ήθελε τα χελιδόναι της φωνής της, χωρίς μια στάλα μαύρο. Δικές της ήταν οι λέξεις και τις έκανε ότι ήθελε στο κάτω -κάτω της γραφής. Και τα δάκρυα δικά της ήταν, μόνο το δάγκωμα στα χείλη της φτεροκοπούσε και καθόταν για λίγο και στους δικούς μου ώμους τρεμάμενο. Έπειτα φώλιαζε στα μαλλιά της και κοιμόταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την απαλλάξω από την εξαίσια οδύνη της, ούτε είχα τέτοια πρόθεση φυσικά.
  Το ταξίδι μέχρι το θέατρο έγινε ασυνήθιστα μακρύ, λόγω της κίνησης στους δρόμους. Φτάσαμε όμως κάποτε και βγήκαμε από το ταξί, άσπρες σαν τα χελιδόνια της και διψασμένες όπως κάτι σπιτικά γατάκια που τα ξεχνούν για ώρες οι ιδιοκτήτες τους. Αγοράσαμε χυμό απ’ το περίπτερο και καθίσαμε στο παγκάκι, αυτή σφιχταγκαλιασμένη με την αγωνία της, εγώ να κανακεύω αμήχανα ένα παλιό ξεχασμένο χαμόγελό της. Οι λέξεις της υποταγμένες πια, μπήκαν και κούρνισαν στα πνευμόνια της να ξαποστάσουν, να νιώσουν την υγρασία του χυμού. Πως ξέφυγαν, πότε προλάβανε να βάλουν τη στολή τους κάτι λέξεις-στρατιώτες σ΄επιφυλακή, μόλις η άκρη του ματιού της χύθηκε επάνω του; «Καλησπέρα, πανέτοιμος να κατακτήσεις τα πλήθη;» θυσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή για να σωθούν οι υπόλοιπες.
  Μ’ ένα νεύμα της απάντησε, μια “καλησπέρα” από δεύτερο χέρι που είχε πρόχειρη στην δεξιά τσέπη του. Καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι έπειτα μπήκαμε να δούμε την παράσταση. Θεατής του πάθους της, του πόθου της κρυφακουστής έγινα εκείνη τη νύχτα, δεμάτια έδενα τα στάχυα της λύπης της, μα δεν υπήρχε αλώνι να τ’ αφήσω.
  Αυτός ήταν απόμακρος, εντοιχισμένος σ’ ενα θολό αόρατο κουβούκλιο. Του έριχνα κλεφτές ματιές, μήπως βρω εκείνο το ελάφι που τη μάγεψε. Τίποτε δεν κατάφερα να δω, μόνο για μια στιγμή, ένα ελάχιστο κόκκινο δευτερόλεπτο, (ίσως ήταν απ’ το λευκό κρασί που ήπιαμε στο διάλειμμα) είδα δυο τεράστια βαλσαμωμένα ελαφίσια μάτια στο χρώμα του χαλκού. Τα κρατούσε στις παλάμες του, τα χάιδεψε για λίγο κι έπειτα τα πέταξε προς το μέρος της. Διαλύθηκαν στη διαδρομή, έγιναν χρυσοχάλκινη σκόνη που κάθισε αθόρυβα στο πίσω μέρος του λαιμού της, εκεί στη ρίζα των μαλλιών.
  Στον γυρισμό το ταξί ήταν πιο άνετο, η μουσική ευτυχώς δεν ήταν ανυπόφορη. Καθίσαμε κοντά, την αγκάλιαζα απαλά, προστατευτικά. Οι λέξεις της ξυπνούσαν σιγά – σιγά, τεντώνονταν και φώναζαν σαν κακομαθημένα νήπια: «Δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καλά!». Ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα να τις κάνω να σωπάσουν. Χρησιμοποίησα το πιο ύπουλο κόλπο για να τις αποδεκατίσω: «Πήγαινε ν’ αγκαλιάσεις τον γιο σου, να νιώσεις την κοιμισμένη του ανάσα και οι λέξεις θα ησυχάσουν.»
  Δεν ξέρω αν το έκανε. Τη σκεφτόμουν όλη την ώρα της επίμονης αυπνίας μου. Στο τέλος κουράστηκα, αγκάλιασα την ήττα μου, όπως υποψιάζομαι ότι θα έκανε κι εκείνη και αποκοιμήθηκα.
  Το πρωινό του Σαββάτου, ο ουρανός ήταν κάπως πιο διάφανος, οι αιχμές της Δημητρίου Γούναρη κάπως πιο λειασμένες. Πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε από ένα σφηνάκι μαρτίνι, αγκαλιαστήκαμε για λίγο, μου πήρε δώρο μια μπλε τσάντα. Με κοίταξε με τρυφεράδα και μου είπε συνωμοτικά: « Άστο, δεν είμαι εγώ για έρωτες που μιμούνται τα ποιήματα… δεν ξέρω να τους διαχειριστώ, αδυνατώ να τους διαβάσω… μου διαλύουν το μυαλό…»
  «Ε, τότε, βρες τα ποιήματα που μιμούνται τους έρωτες!» της απάντησα για να πετάξω κι εγώ μια δήθεν εξυπνάδα… Έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά… Σκάσαμε στα γέλια…

© Ελένη Κοφτερού 
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012

*

Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.