Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»

Νανά Τσόγκα, Momentum –ποίηση

~~*~~
(Antonio Vivaldi : La Follia)

Momentum ~ η διάσωση 

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω – σε ξένη κλίμακα –
έχει τεράστιο μεγαλώσει
λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια

χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
– αναπόδραστες – του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά – εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει – και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
– με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

Momentum ~ η παραπομπή

Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
– ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
– το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.

Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο–Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.

Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων –
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.


Momentum ~ η επικράτηση

Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ τη λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Σαγκάλ τα μούσμουλα φεγγάρια.

Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.

Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.

*

© Νανά Τσόγκα τρίπτυχο από το βιβλίο ‘σημειΟμματα’, εκδόσεις Δωδώνη, 2010 
photo © Stratos Fountoulis, « Sur les rives de la Seine », Paris 2012

Supurna Dasgupta, «They say margin gives the privilege of freedom» -poetry

 
‘Old Masters’

The night History slept with Fate, Tragedy died.
At least through its other, history had been distanced, in comedy et al.
But in this unequal match- history stood triumphant, deified.

But History knows its cunning turncoat ways,
Knows that it will die with the many,
And live commemorated in singular eternal royal days.

When I read Auden I shivered
like one among a pack of newborn cubs just out of the caves;
For until then I was looking for Icarus in the painting, and looking, and not finding him.
Auden pointed him out- those dying calves raised out of the waves.
I thought of those two legs still thrashing against fate.
Is it because that artisan’s son dared not aspire?
Did Sun burn his wings, or history with destiny did mate?

They say margin gives the privilege of freedom.

What freedom, when nearly not seen?
What margin, when it keeps closing in?

*
Another ****poem

I had a blueprint in my hands-
A book of quotes that told me what to say and where to go.
But they stretched like a skein of threads of different shades
All knotted and wound about one lonely reel.
So I took to the paper-boats that recall Tempest, Helen, World War II
And the many affections therein.
Sat and chained them together in a string of paper-sails,
A veritable army
From Yeats’ launching of a thousand ships
To the elegy on my captain.

And I wrote a letter of your name on each boat,
Such that when they drown down below,
Swimming backwards and forwards they will coagulate and name you
Paddling in a puddle of mush.

Then the world will have a new blueprint:
Of boats and corals fusing fair in **** and war
In the said and unsaid
In the named and the unnamed
In time and without
Glowing through those fishbones from the riverbed.

*
(…)

death is mundane. it makes you pick up your phone first and become a grapevine curtly letting the circuit know. Next you switch the wifi on and send letters through the clouds across the seas. Then you sit and talk until you are too tired for words. And in the middle of the night in a dark room your phone flashes with a message from the dead. in that moment of mundane presence you apprehend a spirit. then you press buttons to call back and gather more tidbits- death, bills, body, cremation. then you gasp for water and air drowning in a bad nightmare. you sink and sink and hit the seabed and bury bits of you in the sand with the shells and forget poetry and think of stories.
it is only when you are sucked dry of words and poetry
That Death comes to you:
Silently
Making eyes burn and throb
Throats ache
And sleep flee.
That
is
when
Death
C(onnives)
O(gles)
M(asticates)
E(nters)
S(mirks)
.
Puts you in parenthesis.
Elliptically
To kill language.

*
©Supurna Dasgupta
photo © Stratos Fountoulis, «Paris café» -May 2012

*

Supurna Dasgupta, 22, is a student of English literature from Delhi University

Visit All «English Wednesdays»

Brenda Wilson Wooley, Pencil Fingers

He sashayed into my life without warning and ran away with my heart. “Konstantas Dimitri Papadopoulos,” he laughed, “But you can call me ‘Costa.’”

We met at my best friend’s wedding. I was maid of honor; he, best man. Slim and graceful, with startling black hair, his high cheekbones and arched Roman nose put me in mind of a tall, slim Al Pacino. Although his true love was art, he made his living as a chef at an upscale Manhattan eatery. He had recently moved back home to the Detroit suburb of Bloomfield Hills to pursue his dream.
“It’s now or never; I’m giving myself one more chance to make it with my art,” he said, “If not, I guess I’ll be forced to give it up.”
Costa was electrifying, impulsive, and dangerous; a free spirit, one of a kind. The most exciting man I had ever met. It was only after we married that I realized there were two sides to him. Many sides, really. But the good times were so enchanting that I anxiously awaited them. He encouraged things I would never have done before he came along, singing our favorite Air Supply song, “All Out of Love” in a packed Karaoke bar, running naked in the rain, smoking pot, flipping the bird to drivers who cut me off on Telegraph Road. And trading obscenities with him during our screaming fights.
He painted my portrait as I lay naked on our bed, his worn bomber jacket draped across my thighs. He taught me Greek dances as the musicians strummed their mandolins in the dark, cozy bars down in Greek Town. He took me to Reggie’s, where we danced the night away to the old Motown sound, and to Flood’s Bar & Grill, where we dined on soul food and listened to smooth jazz.
But the best times were our nights at home. And the best of them all was the rainy night of our last wedding anniversary. He zipped around the kitchen, preparing Spanakopita, Dolmathakia; Moussaka and Baklava, yelling “Opa!” as he lit the flame, squeezed lemon juice and a smattering of Cognac over the sizzling Kefalotere cheese, serving it all with the pizzazz of the superb chef that he was.
Costa dined like he made love, slowly, savoring each course, a look of pure joy on his face. “What a delight,” he said, taking sensuous bites of the filo-layered spinach pie, tangy stuffed grape leaves, creamy Moussaka. Washing it down with cheap red wine.
“More Dom Perignon, madam?” he said, bowing gracefully.
Everything about him was graceful: his long, slim legs whirling me around the dance floor; his flowing arms, pretending to direct an orchestra when he was tipsy from too many Rusty Nails; his artistic fingers, so long that friends called him “pencil fingers.”
We planned our future as we smoked a joint, legs entwined on our old tattered sofa. “You’re the next Eudora Welty,” he said, tracing my eyebrow with one long, tapered finger. “You’re the next Jackson Pollock,” I said, running my fingers through his black, silky hair.
Later, his gold-brown eyes held mine as we made love to the sound of the rain falling softly on the eaves.
But, like flipping a switch, things always changed.
“Why are you ruining it all?” I cried.
We had just arrived home from visiting an Air Force buddy who had served with him in Vietnam. We had enjoyed a lovely evening with Mark and his wife Cindy. Until Costa and Mark closeted themselves in the den with a bottle of Ouzo. Cindy and I sat in the living room, trying to ignore their talk about “Nam,” the Viet Cong, “jarheads,” babies with bombs strapped to their diapers and whores with razor blades in their vaginas. Subjects which had become all too familiar to me.
“You don’t understand, Sarah, you can’t possibly understand,” he said, “I’ve fucking murdered men, women and children. Babies, god damn it, tiny, innocent babies!”
I held him in my arms until he fell asleep. And I lay awake the rest of the night.
“I promise that will never happen again, sweetheart,” he said the next morning, taking a sip of tomato juice mixed with hot sauce, his cure for a hangover.
“You need help.”
“How many times have I told you, I’m not going to a god damned shrink? They don’t understand. Nobody understands!”
The nightmares began coming more often, the night sweats and flailing, scrambling for cover. “Gooks!” he screamed, “Look! They’re right there in the bushes! Fuck! Watch out! No, no, no!”
He clung to me when I awakened him, thin body slick with perspiration, hands shaking as he lit one Marlboro after another. He never slept after the nightmares. Not that he slept much anyway.
He began spending more time away from home, obsessing about Vietnam, painting less and less, fits of anger, fists through doors. And his infidelities.
“Give me another chance, my love,” he said, gathering me in his arms the mornings after, “Please.”
And I did. Time after time. But I felt I was hanging by a thread at the peak of a cliff, slipping toward the swirling abyss below.
And, as it turned out, I was.
It was around three o’clock on a freezing February morning when I received the call. I don’t remember getting dressed or even leaving the house; I suddenly found myself speeding down 13 Mile Road, sleet spitting at the windshield. And when I arrived at Beaumont Hospital, all I could see was a clutch of people in white, all staring at me.
As the doctor moved toward me, a thin veil descended over my vision, dim and moving, shifting and blending, mind numb, body frozen, thoughts fading in, fading out. He spoke the words in a soft, gentle voice, the sounds around me receding; muffled, like underwater. But they struck with the force of a sledgehammer.
“No!” I heard myself cry out through the haze, “No!”
I waited two long weeks before I let them take him off life support. Thick, heavy snowflakes drifted past the window that cold, gray morning as I kissed his parched lips, touched his smooth, familiar face, caressing his hands and committing to memory his long, pencil fingers.
I am no longer the woman Costa knew, nor am I the woman my family and friends know. She is boxed up; put away, along with his cards and gifts, pictures, the painting of me with his bomber jacket draped across my thighs, and the tiny gold locket in which I placed a lock of his black, silky hair.
There are times, though, when the faint strings of a mandolin drift through a soft summer night, or I hear Air Supply’s “All Out of Love,” or a Greek waiter yells “Opa!” and I am cuddling with Costa on our tattered sofa, his gold-brown eyes holding mine as we make love to the sound of the rain falling softly on the eaves.
©Brenda Wilson Wooley
photo © Stratos Fountoulis, «Hoeilaart», 2011
bio
Brenda Wilson Wooley’s work has appeared in more than forty-five publications in the United States and around the world, including The Birmingham Arts Journal, Kentucky Monthly Magazine, Barely South Review and Looking Back Magazine. She lives in Paducah, Kentucky, where she is working on a novel.

Γιώργος Κοζίας, «Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης» -ποίηση

 
ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,
με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.

Το τραπέζι προχωρά,
στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,
γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,
καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,
ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
με την ψυχή ανάποδα.

Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα
ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:
«Το όνομά μου Λεγεών…
Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»

*
Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό
ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,
διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:

Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν
βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους
όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.

Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,
φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,
ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.

Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,
λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…

*
ΤΑ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους,
τρώνε τις πόρτες του σπιτιού,
τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα,
πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.

Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,
έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες
γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες,
κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.

Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια
εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα
καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:

-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!

*
ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ Α.Ε.
(Κωμειδύλλιο)

Στους δρόμους της πόλης εμφανίστηκε
ωραία, τολμηρή, ουράνια,
λεπτή μια ρέγκα Πολωνέζικη.
Πούλησε το βαρέλι της αγόρασε στολή
κάθεται στο καφενείο Άστυ,
στην μπυραρία των καταθλιπτικών πίνει αντισηπτικό.

Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης.
Οι νεόνυμφοι είχαν χάσει έναν γάμο,
ο βαπτισμένος την κηδεία,
ο τελώνης μετράει τα χρυσά του
κι οι καλεσμένοι -δούκες, βασιλιάδες,
παλλακίδες- εμπορεύονται
δαντέλες, δαχτυλίδια, βελούδα …

Η μαρκησία-Αυτόματο ουρλιάζει:
-Τράβηξε Δήμιε, την αγχόνη-αλεξικέραυνο!

Στο Πάνθεον των ηρώων, η ρέγκα-κυβερνήτης 
με γαλόνια σέρνει την Δόξα απ’ το λουρί.

*
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

*
CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τους μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σε πόλεμο εναντίων λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…»
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς-Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

*

© Γιώργος Κοζίας
φωτο © Στράτος Φουντούλης, Στοά του Βιβλίου, Αθήνα 2011.

*

Γιώργος Κοζίας 
41ος Παράλληλος 
εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Στιγμή, 2012

Σαράντα μία συν μία ποιητικές αφηγήσεις χαρτογραφούν τον έρωτα, την μοναξιά, την αναζήτηση της ευτυχίας, την απόλαυση για τη Δεύτερη Ζωή ή τη χαρά για την Πέμπτη Διάσταση.

Εικόνες-ποιήματα, μουσικές-ποιήματα καταθέτουν ιστορίες για αθώους, ταπεινούς, δειλούς, ενόχους που αγαπιούνται, λατρεύονται, προδίδονται και προδίδουν ανάμεσα από χίμαιρες και ευκαιρίες, από ήττες και λιτανείες:

Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία 
με τα κεριά όλων των προδομένων.

*

O ποιητής Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Ευθύνη», το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ζωολογικός κήπος», 1989, «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», 1995, «Πεδίον ρίψεων», 2001, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», 2007, με σχέδια της Εύης Τσακνιά και «41ος Παράλληλος», επίσης με σχέδια της Εύης Τσακνιά, όλα από τις εκδόσεις «Στιγμή». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα γαλλικά και τα ισπανικά. Ποίησή του έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο και έχει παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τον Ιανουάριο του 2009, με ερμηνευτές τη μετζοσοπράνο Αγγελική Καθαρίου και την πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο.

Νίκος Βλαχάκης, ποίηση

 
Χορικό Β’
(της απόγνωσης)

Τα ναυάγια μου στο βυθό
κι οι κούρσαροί μου
παλικάρια αμούσκευτα
στου πελάγου την αύρα.

Πόση δόξα άδολη
στης ακτής το μυχό.
Εγώ που σε πόθησα
πόσο λάθος είχα! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βλαχάκης, ποίηση»

Μάνος Χατζιδάκις: «Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι»

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτειιδεολογία.

Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη, αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Ομως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς, με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως, απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα, επικίνδυνη, που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ενας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης.)
Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Ομως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα, άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους.)
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Ομως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους, ή παθητικός, μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία, όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.
Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ωσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

Μάνος Χατζιδάκις

Φεβρουάριος 1993

(Πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων στην «Ελευθεροτυπία«)

Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη, Η Ζαργάνα

Από μικρή της άρεσε να χώνεται στην κουζίνα. Έπλενε πιάτα στο νεροχύτη, τα έβαζε στη στεγνώστρα, παρακολουθούσε τη μάνα της να μαγειρεύει και απ’ τα οχτώ της άρχισε να μαγειρεύει. Η οικογένεια άναυδη απ’ τη μαεστρία της. Ακόμα και στο σχολείο μαθεύτηκε. Όταν η δασκάλα πήγε να τους εξηγήσει τι είναι τα μακαρόνια, η Νικολέτα σήκωσε το χέρι.

    «Τι ‘ναι, παιδί μου, τι θες;»
   «Κυρία, τα μακαρόνια θέλουν λίγο λάδι στο νερό που βράζει για να μη κολλήσουν», είπε και δεν ξαναμίλησε.
   Στις εκθέσεις, από δω to πήγαινε από ‘κει το ‘φερνε, έγραφε και τι μαγείρεψε για την οικογένειά της. Κάποια στιγμή, η δασκάλα δεν άντεξε, κάλεσε τη μάνα της στο σχολείο. Την πέρασε από ανάκριση.
  Και πότε προλαβαίνει να παίξει; Μα το μαγείρεμα είναι το παιχνίδι της. Και πότε διαβάζει; Μαγειρεύοντας. Και εσείς που είσαστε; Εγώ είμαι στη δουλειά. Και τα αδέλφια της; Τα αδέλφια της είναι μεγαλύτερα. Και μαγειρεύει για την οικογένεια; Ναι, για ποιον να μαγειρεύει; Και τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τι θέλετε να γίνει, απ’ την τρίτη δημοτικού θ’ αποφασίσει η κόρη μου;
    Η δασκάλα έμεινε με την εντύπωση ότι η Νικολέτα βασανίζεται σ’ ένα σπίτι με άστοργους γονείς κι η μάνα της με την εντύπωση ότι η δασκάλα θέλει την κόρη της για μαγείρισσα. Η ίδια η Νικολέτα συνέχισε να μαγειρεύει σε όλο το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, το πανεπιστήμιο. Σπούδασε νομικά γιατί κατά τη γνώμη της τα μαγειρέματα των νόμων είχαν την ίδια γοητεία με τα μαγειρέματα των τροφών.
   Φυσικά τραβούσε τ’ αρσενικά όπως η μέλισσα το μέλι. Κάτι οι στρογγυλάδες της, κάτι οι κουβέντες της, ειδικά όταν έλεγε τι μαγείρεψε, κάτι τα γέλια της, οι άντρες τρελαίνονταν για τη Νικολέτα και η Νικολέτα για τους άντρες. Όλοι την παίνευαν για τη μυρωδιά της – ένα μίγμα αρώματος, σαπουνιού και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ούτε η ίδια ήξερε ποιο ήταν το τρίτο συστατικό της μυρωδιάς της, αλλά της το είχαν πει τόσες φορές που πίστευε ότι όντως υπάρχει.
   Γύριζε τα βράδια στο σπίτι, έβαζε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα και σκεφτόταν απορημένη τι είναι το τρίτο, το απροσδιόριστο της μυρωδιάς της, ποιος θα το βρει να της το πει. Πήρε το πτυχίο της στη Νομική, έπιασε δουλειά, ασκούμενη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, δεν της άρεσε, ήθελε τα δικαστήρια, τη βαβούρα, τον κόσμο, το μαγείρεμα των νόμων. Η οικογένειά της διαμαρτυρόταν, ήταν πια εικοσιεφτά και πουθενά γαμπρός στον ορίζοντα.
   Ο Γρηγόρης ήρθε στο σπίτι τους, τραβηγμένος απ’ τις μυρωδιές. Στην αρχή, μόλις τέλειωνε απ’ την οικοδομή, στεκόταν στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έχτιζε και οσμιζόταν να καταλάβει από πού προέρχονταν. Στο μήνα, συσχέτισε τη Νικολέτα με τα μαγειρέματα. Μισή ώρα αφότου έμπαινε στο σπίτι της, άρχιζε η λιγούρα του. Τα κουβέντιασε με τη μάνα του, ρώτησε και στη γειτονιά, μόνο καλά λόγια άκουσε, πήγε και τη ζήτησε.
   Ήταν ένα βράδυ που η Νικολέτα, συγχυσμένη απ’ το γραφείο γιατί δεν την άφησαν να παραστεί σε μια δίκη, δήλωσε παραίτηση και γύρισε νωρίτερα να μαγειρέψει μουσακά και σαραγλί. Ο Γρηγόρης χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της, έτοιμος να λιποθυμήσει. Του άνοιξε ο πατέρας της κι έμεινε να τον κοιτάζει. Κρατούσε γλαδιόλες κι ένα κουτί πάστες. Τον πέρασαν στο σαλόνι. Μάνα και πατέρας έκατσαν και τον άκουσαν αποσβολωμένοι. Ήταν αρχιτέκτονας, παρακολουθούσε τη Νικολέτα ενάμιση μήνα, έχτιζε την απέναντι πολυκατοικία, ήθελε να την παντρευτεί.
   «Δηλαδή, αγαπιόσαστε;» ρώτησε συγκινημένη η μάνα της.
   «Θα αγαπηθούμε μετά το γάμο», μουρμούρισε.
   Σε λίγο κατέφθασαν και τ’ αδέλφια της. «Ό,τι πει η Νικολέτα», κατέληξαν.
  Η ίδια άργησε να εμφανιστεί στο σαλόνι. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει, εξάλλου έφτιαχνε το σιρόπι για το σαραγλί κι απαγόρευε να τη διακόψουν. Έκατσαν να φάνε, χωρίς να της εξηγήσουν ποιος είναι ο Γρηγόρης. Αυτή ήταν η συμφωνία, έμπνευση του πατέρα της. «Αν σε σερβίρει πρώτο, σημαίνει ότι της αρέσεις».
  Και τον σερβίρισε πρώτο. Μετά το φαγητό, βγήκαν έξω οι δυο τους να μιλήσουν. Της εξηγήθηκε. «Μυρίζεις άρωμα, σαπούνι και κανέλα, είμαι σίγουρος, έτσι μύριζε η γιαγιά μου, ήταν απ’ τη Σμύρνη».
  Η Νικολέτα ενθουσιάστηκε. Σ’ ένα τρίμηνο παντρεύτηκαν. Εκτός από καταπληκτική μαγείρισσα αποδείχτηκε και καταπληκτική ερωμένη. Ο Γρηγόρης δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, να δει τι φαγητό του έφτιαξε και με τι αμφίεση. Γιατί η Νικολέτα απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το πατρικό της και παράτησε τη δικηγορία, κάθισε και το σκέφτηκε. Ναι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αλλά πριν το στομάχι είναι τα μάτια, άρα, πρέπει να τον έχω μονίμως σε διέγερση. Τη μια του έκανε παστίτσιο με δαντελένιο κορμάκι και ζαρτιέρες, την άλλη γουρουνόπουλο με διάφανα πέπλα, την παράλλη κολιούς πλακί με τσαντόρ, ό,τι κατέβαζε ο νους της, ό,τι διάβαζε στα περιοδικά, ό,τι άκουγε στην τηλεόραση, όλα τα ‘κανε, όλα τα απολάμβανε ο Γρηγόρης. Μόνο παιδιά δεν έκαναν. Ο άντρας της έλεγε, «καλύτερα οι δυο μας, αν γεννήσεις, θα με βάλεις στην άκρη», όμως η Νικολέτα σκεφτόταν πως μεγαλώνοντας, το παιδί κρατάει την οικογένεια, κι ας διαλύει το ζευγάρι, κουβέντα της η μάνας της.
   Κρυφά απ’ το Γρηγόρη έτρεξε στους γιατρούς. Όλοι της έλεγαν το ίδιο πράγμα: «Δε φταίτε εσείς, κυρία μου, να εξεταστεί και ο σύζυγος». Δεν διανοήθηκε να του το πει.
   Στα τριάντα-εφτά της που γιόρταζαν δέκα χρόνια γάμου, έκανε άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα για τους δικούς της και την πεθερά της. Τους κάλεσε απ’ το μεσημέρι της Κυριακής, να τους περιποιηθεί ως το βράδυ. Και τι δεν τους μαγείρεψε. Ψάρια, κρέατα, σάλτσες, ζυμαρικά, ατζέμ πιλάφι, πίτες, σαλάτες γλυκά, παγωτό σπιτικό, μέχρι και ψωμί είχε ψήσει. Το κρασί έρεε άφθονο. Ο Γρηγόρης έφερε κι έναν συνάδελφο, ένα γεροντοπαλίκαρο που αναστέναζε παραπονεμένα σε κάθε μπουκιά, λέγοντας, «α, ρε τυχεράκια που βρήκες στα πενήντα σου τέτοια ζαργάνα!» ρίχνοντας θαυμαστικές ματιές στην Νικολέτα.
  Το βράδυ όταν έφυγαν όλοι με τα ταπεράκια τους, «μην πάει χαμένο, αμαρτία είναι», ο Γρηγόρης ζήτησε απ’ την Νικολέτα ένα ακόμα κομμάτι τούρτα σοκολάτα. Κι όπως το έτρωγε στο κρεβάτι, ενώ η Νικολέτα φορούσε μια ρομπίτσα νοσοκόμας να του κάνει τα κόλπα της, πέθανε με το κουτάλι στο στόμα.
  Μπήκε η Νικολέτα στην κρεβατοκάμαρα να τη δει, να της ορμήσει και τον βρήκε να κοιτάζει την τούρτα, καθιστός στο κρεβάτι, με το κουτάλι στο στόμα. Τον πλησίασε, του το πήρε, μα ο Γρηγόρης εκεί, να κοιτάζει το πιατάκι με σκυφτό κεφάλι. Έκατσε απέναντί του, πήρε το πιατάκι, έφαγε την υπόλοιπη τούρτα με το κουτάλι του κι έβαλε τα κλάματα.
  «Πάει, ο Γρηγόρης!» φώναξε στο άδειο σπίτι, γύρισε στην κουζίνα κι ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναμαγειρέψει στη ζωή της.
   Στην κηδεία ξαναείδε το φίλο του που την είπε ‘ζαργάνα’ εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Άρχισαν να βγαίνουν κρυφά λόγω πένθους. Ένα χρόνο, κρυφά. Η πρώην πεθερά της τους τσάκωσε σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα. Η Νικολέτα με τον Παντελή, η πεθερά με μια παρέα απ’ τα ΚΑΠΗ Γλυφάδας.    Κόντεψαν να πάθουν ταμπλά και οι δύο.
   Την επομένη αριβάρισε σπίτι της. Η Νικολέτα περίμενε κατάρες. Όμως η κυρία Ευθυμία είχε μάτια κι έβλεπε. Η νύφη της παραήταν μικρή και νόστιμη, κρίμα να μείνει μόνη της, το ήξερε κι απ’ τον εαυτό της, στα δεκαοχτώ έμεινε χήρα, στα εικοσιδύο ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το Γρηγόρη και τώρα, στα εβδομήντα-πέντε, αν της τύχαινε κάνας κοτσονάτος δε θα έλεγε όχι.
   «Νικολέτα, μια ερώτηση έχω παιδί μου».
   «Ναι, μάνα».
   «Εσύ δεν έκανες παιδιά, ή ο γιος μου;»
   Η Νικολέτα τη σερβίρισε κανταΐφι απ’ τα χεράκια της και σκέτο καφέ. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Μάνα, θα ξαναπιάσω δουλειά. Δε μου πάει να παίρνω τη σύνταξή του…»
   «Να πιάσεις δουλειά και να παίρνεις και τη σύνταξη. Απάντησέ μου».
   «Ο Γρηγόρης μάνα, αλλά δεν του το ‘πα ποτέ».
  «Μπράβο, κόρη μου». Έφαγε το κανταΐφι της κι έφυγε. Στην εξώπορτα της έδωσε την ευχή της.
«Ήσουνα καλή νύφη… η ζωή προχωράει… καλή τύχη».
   Στο δεύτερο χρόνο, ο Παντελής ζήτησε απ’ τους δικούς της. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της. Ήταν και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τον άκουγαν προσεκτικά δεκατέσσερα άτομα. Η Νικολέτα βρισκόταν και πάλι στην κουζίνα – δεν τον κράτησε τον όρκο της, μαγείρευε.
  Ο Παντελής ήθελε παιδιά απ’ τη ζαργάνα του και στον τρίτο χρόνο τον πέτυχαν το γιο. Χαράς ευαγγέλια για τη Νικολέτα. Παράτησε το δικηγορικό γραφείο, ρίχτηκε στον κανακάρη της, τον άντρα της, τα σόγια τους, τις μαγειρικές της. Η αγάπη ξεχείλιζε από μέσα της στις κατσαρόλες και τα ταψιά της. Μέχρι και η πρώην πεθερά της ξαναγύρισε στο σπίτι που μοσκοβολούσε κανέλα, κύμινο, καμένη ζάχαρη, ζυμωτό ψωμί. Τις Κυριακές γινόταν πανηγύρι. Η Νικολέτα ξανάκανε τα κόλπα της και στον Παντελή. Τη μια ντυνόταν πουτάνα, την άλλη καλόγρια, την παράλλη μαθήτρια, μόνο νοσοκόμα δεν ξαναντύθηκε, το είχε γρουσουζιά.
  Ο Παντελής έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και οι δουλειές του άνθιζαν. Ποιος δε θέλει έναν κεφάτο αρχιτέκτονα, ποιος δε θέλει μια σύζυγο του αρχιτέκτονα που σε καλεί σε λουκούλλεια γεύματα;
Το ζευγάρι απέκτησε και εξοχικό και σκάφος και δεύτερο αυτοκίνητο και φυσικά ο μικρός πήγε σε ιδιωτικό σχολείο. Στα πέντε του χρόνια εμφάνισε τα μαγειρικά ταλέντα της μάνας του και τα αρχιτεκτονικά του πατέρα του. Οι δάσκαλοι άναυδοι απ’ το παιδί-θαύμα, οι γονείς του σεμνοί, «δεν έγινε και τίποτα», μουρμούριζαν και τον άφηναν να μαγειρεύει και να σχεδιάζει κατά βούληση.
  Όταν ο Γιωργάκης δήλωσε ότι δε θέλει να σπουδάσει, δεν έφεραν αντίρρηση. Τους έφερε μια κοπέλα, της έκαναν το τραπέζι κι ύστερα ο Παντελής σχολίασε ότι, «δεν θα κρατήσει αυτή η σχέση, αυτή δεν είναι ζαργάνα», χωρίς να ξέρει ότι τον άκουσε ο γιος του.
  Απ’ την άλλη μέρα, τους ανακοίνωσε ότι για να τους ξεκουράσει και να τους ευχαριστήσει που δέχτηκαν την κοπέλα του, θα τους μαγείρευε αυτός από δω και στο εξής. Το δέχτηκαν. Η Νικολέτα γιατί δεν προλάβαινε αφού τα δύο τελευταία χρόνια έτρεχε με τις αρρώστιες των γονιών της κι ο Παντελής γιατί όταν κλεινόταν στην κουζίνα, την έχανε.
  Μόνο που στη βδομάδα πάνω αρρώστησαν με τροφική δηλητηρίαση, έτσι είπε ο γιατρός που κάλεσαν.
  «Τι έβαλες Γιωργάκη στο φαί;» ρώτησε η μάνα του μόλις σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.
  «Ό,τι βάζεις κι εσύ, μαμά».
  Όμως η Νικολέτα ήταν σίγουρη ότι κάτι τρέχει. Έπιασε και τ’ αυτί της μια συζήτηση του κανακάρη της με τη φιλενάδα του όπου γελούσαν κι έλεγαν πως αν πεθάνουν οι γέροι του θα ξεκοκαλίζουν μέχρι τα δισέγγονά τους την περιουσία τους.
 Δε μίλησε. Όμως φρόντιζε να ταΐζει τον Παντελή μόνο στο γραφείο του. Μια δυο φορές ξεγελάστηκε σαν μάνα κι είπε μέσα της ότι κολάζεται άδικα, αποκλείεται να τους το κάνει αυτό ο λεβέντης τους, αλλά ξερνούσαν όλη νύχτα.
  Τελικά τη βρήκε τη λύση. Θα καλούσε Κυριακή τη φιλενάδα του για φαγητό, μαζί με το υπόλοιπο σόι, ένδειξη ότι την εγκρίνουν.
  «Ζαργάνα μου, θα μαγειρέψεις εσύ;» ρώτησε ο Παντελής και η γυναίκα του σιγούρεψε ότι κι αυτός είχε τις ίδιες υποψίες.
  Ήρθαν όλοι. Οι γονείς τους, τα αδέλφια της, τα ανίψια της, δυο αρχιτέκτονες με τις γυναίκες τους, η πρώην πεθερά της. Ο γιος της έφυγε στις 11 και γύρισε στις 1 με την κοπέλα του. Έκατσαν στο τραπέζι. Η Νικολέτα τους έδινε τα πιάτα ένα-ένα. Πρώτη και καλύτερη σερβίριζε τη νύφη, όπως έλεγαν οι υπόλοιποι γελώντας, και στεκόταν από πάνω της να σιγουρευτεί ότι θα δοκιμάσει. Η νύφη δοκίμαζε κι αναστέναζε. Οι άλλοι την περίμεναν ν’ αποφανθεί με υγρά μάτια απ’ τη λιγούρα.
  Άμα απόφαγαν, τους πέρασε στο σαλόνι να τους κεράσει τούρτα σοκολάτα, κανταΐφι και σαραγλί. Η νύφη πάλι δοκίμασε πρώτη, λίγο απ’ όλα πίνοντας καφέ.
  Έπιασαν τα τραγούδια και το χορό. Σε μια στιγμή ο γιος τους σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστεί.
   «Να ζήσετε! Να ζήσετε!» ευχήθηκαν όλοι.
  Ο Παντελής δήλωσε ότι την άλλη Κυριακή θα καλούσαν και τους γονείς της κοπέλας για να περάσουν βέρες. Κιχ για την ανεργία και των δυο τους. Μόνο η γιαγιά είπε ένα, «άντε να βρείτε και δουλίτσα» και ο Γιωργάκης την αγριοκοίταξε.
  Η Νικολέτα ζήτησε απ’ τη νύφη της να τη βοηθήσει στο μάζεμα. Η κοπέλα σηκώθηκε κρατώντας την κοιλιά της.
  «Πονάς;» τη ρώτησε μόλις βρέθηκαν μόνες τους στην κουζίνα.
  «Ναι».
  «Ωραία. Σε μία ώρα θα έχεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα». Είχε βάλει στον καφέ της καθαρτικό και κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια.
  Η μικρή δεν την πίστεψε. Σε μία ώρα την έπιασαν οι σπασμοί. Μπροστά στα μάτια όλων. Ο γιατρός διέγνωσε ανακοπή από τροφική δηλητηρίαση.
   «Μα πώς; Αφού όλοι τα ίδια φάγαμε», μουρμούριζαν αποσβολωμένοι οι συγγενείς.
  Στη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι δηλητηριάστηκε από μανιτάρια. Όμως στο τραπέζι δεν υπήρχαν μανιτάρια κι ο γιος τους είπε στο σόι ότι πριν συναντηθούν στις 11, η κοπέλα του είχε φάει τηγανητά μανιτάρια σπίτι της. Η Νικολέτα έκλαιγε στην κηδεία αγκαλιά με την παρ’ ολίγο συμπεθέρα της. Κανείς δεν έμαθε ότι είχε βάλει καθαρτικό στην πρώτη μπουκιά που έδωσε στην υποψήφια νύφη. Το γιο της τον κρατούσαν παραμάσχαλα ο πατέρας του κι ο συμπέθερος. Του πήρε καιρό να συνέλθει.
  Μια μέρα η μάνα του τον έστειλε στο φούρνο να ζητήσει λίγο προζύμι. Γυρίζοντας ήταν άλλος άνθρωπος. «Μάνα, την ξέρεις την κόρη του φούρναρη;»
  «Μια ξανθούλα, είναι;»
  «Μάνα, μυρίζει κανέλα!»
  «Μπράβο αγόρι μου, να τη φέρεις σπίτι να της μαγειρέψουμε».
  Το βράδυ η Νικολέτα τη ρώτησε αν ξέρει κι αυτή από μαγειρική.
  «Κόρη φούρναρη είμαι, γίνεται να μην ξέρω;»
  Ο Παντελής αντάλλαξε ματιές με τη γυναίκα του. Ύστερα κοίταξαν το γιο τους με τρυφερότητα. Τους δήλωσε ότι θα βρει δουλειά, ό,τι να’ ναι.
  Στα τρία χρόνια και αφού τσεκάρισαν για τα καλά τη νέα νύφη και βεβαιώθηκαν ότι οι γονείς της τη χρυσοπροικίζουν όπως κι αυτοί τον δικό τους, το πήραν απόφαση, τους πάντρεψαν. Αλλά ο Γιωργάκης δουλειά δεν βρήκε ούτε καν στο φούρνο των πεθερικών του πήγαινε.
  Μια μέρα η νύφη ήρθε στα πεθερικά της κλαμένη. «Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησαν ανήσυχοι.
  «Δε θέλει να μαγειρεύω εγώ, θέλει να μαγειρεύει μόνο αυτός».
  Ο Παντελής κοίταξε τη Νικολέτα. «Ζαργάνα μου, τι λες;» τη ρώτησε τρομαγμένος και δεν άγγιξε τον μπακλαβά με παγωτό καϊμάκι που του σερβίρισε στη βεράντα.
  «Να έρθετε την Κυριακή για φαγητό, κορίτσι μου» είπε εκείνη στη νύφη της.
  Όντως την Κυριακή το μεσημέρι ήρθαν με το υπόλοιπο σόι – είχαν προστεθεί στην οικογένεια οι συμπέθεροι. Έφαγαν και ήπιαν του σκασμού. Τελειώνοντας η Νικολέτα ζήτησε απ’ το γιο της να τη βοηθήσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του με κόπο. Ίδρωνε κι είχε πρασινίσει.
  «Πονάς;» τον ρώτησε η μάνα του.
  «Πολύ».
  «Ωραία. Σε μια ώρα θα ‘χεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα», του απάντησε και του γύρισε την πλάτη.
 Την πρόλαβε στο διάδρομο ο Παντελής. «Ζαργάνα μου, τι έχεις;» ρώτησε βλέποντάς την βουρκωμένη.
  «Τίποτα, τίποτα», μουρμούρισε και πήγε στο σαλόνι.
  «Ζαργάνα μου, τι έκανες;» επέμενε ο Παντελής.
  «Μάνα!» ακούστηκε απ’ την κουζίνα.
  Έτρεξε μόνη της, πείθοντας τους υπόλοιπους να μείνουν στις θέσεις τους.
  «Πες μου, έχεις γκόμενα;»
  «Ναι…» απάντησε με βογκητά.
  «Και γι’ αυτό θες να δηλητηριάσεις τη γυναίκα σου;»
  «Όχι, κάνεις λάθος».
  «Ε, καλά, αφού κάνω λάθος, μείνε εδώ, σε μισή ώρα θα πεθάνεις».
  Έμεινε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας ν’ ακούει τα βογκητά του. Στο τέλος δεν άντεξε και μπήκε. Στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση.
  «Ο πρώτος μου άντρας έλεγε ότι μυρίζω κανέλα και ο δεύτερος με λέει ζαργάνα, εσύ τι λες στη γυναίκα σου και τι στη γκόμενα;»
  «Η μία μυρίζει κανέλα και η άλλη…» κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τη λέξη. «Δεν ξέρω…» κατέληξε κάθιδρος.
  «Γιατί δεν παίρνεις διαζύγιο;»
  Δεν της απάντησε. Σφάδαζε.
  «Αγόρι μου, δεν ξέρω πώς σε κάναμε τέτοιο φιλοχρήματο καθίκι. Θες να πεθάνει η γυναίκα σου για να την κληρονομήσεις;» είπε παρατηρώντας τον να ξερνάει χωρίς την παραμικρή κίνηση βοήθειας.
  «Μάνα, σώσε με».
  «Μόνο αν μου ορκιστείς ότι θα φύγεις!»
  «Πού να πάω μάνα;»
  «Όπου θες, αρκεί να μη μας ενοχλείς και να περιμένεις να πεθάνουμε στην ώρα μας».
  «Σώσε με, μάνα!»
  «Ορκίσου!»
  Ο Παντελής μπήκε στην κουζίνα. «Ορκίσου!» είπε ήσυχα στο γιο του.
  «Ορκίζομαι!»
  «Ωραία, πιες ένα ποτήρι γάλα! Ηλίθιε που φαντάστηκες ότι θα σε δηλητηριάσει η μάνα σου. Καθαρτικό έβαλα στο γλυκό σου, να χέζεις δυο μέρες».
  Ο γιος τους όντως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σε πέντε χρόνια η γυναίκα του με την έγκριση των γονιών του, τον κήρυξε εξαφανισθέντα. Κανείς δεν τον έψαξε.
  Μόνο η μάνα του διάβαζε υποψιασμένη τις εφημερίδες κάθε φορά που έγραφαν για θάνατο από τροφική δηλητηρίαση και τις πετούσε μην τις δει ο Παντελής.
  Η πρώην νύφη τους ξαναπαντρεύτηκε ένα παλικάρι δυο μέτρα που τους είπε ότι μυρίζει κανέλα, τη φώναζε ζαργάνα και του έτρεχαν τα σάλια κοιτώντας την.
  Τους υιοθέτησαν και τους δυο και τους περίμεναν πώς και τι κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι.
  Μετά από οχτώ χρόνια, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ένας μουσάτος. Ήταν ο γιος τους. Μετανοημένος. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει σε άλλα οχτώ χρόνια που θα ήταν πια χούφταλα και δεν θα τους ένοιαζε αν θα τους δηλητηρίαζε.
  Εκείνο το βράδυ ο Παντελής ήταν πολύ συγκινημένος που ξαναείδε το Γιωργάκη. Η Κατερίνα τον κοίταζε λυπημένη. Γερνούσε άσχημα ο Παντελής της, έφταιγε η κράση του, θέλει δίαιτα, είπε ο γιατρός.
  Το πρωί σηκώθηκε πρώτη να φτιάξει όπως πάντα τους καφέδες τους, να τους πιουν κουβεντιάζοντας στη βεράντα. Στα εβδομήντα-τρία η Νικολέτα, στα 90 ο Παντελής, αυτό το καφεδάκι τους είχε μείνει. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον είδε με μισάνοιχτο στόμα, κατάλαβε. «Αχ, βρε Παντελή μου», είπε.
  Πήρε ένα χαρτί, έγραψε τη διαθήκη τους. Άφησε σε ακριβοδίκαια μερίδια τα πάντα στα ανίψια της και στην πρώην νύφη της. Στο γιο της τίποτα. Υπέγραψε και για τον άντρα της, τόσα χρόνια στο γραφείο του, ήξερε να αντιγράφει την υπογραφή του. Έβαλε περσινή ημερομηνία.
  Έριξε στον καφέ της ποντικοφάρμακο. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του.
  Τους βρήκε η γειτόνισσα που είχε κλειδιά. Το ταψί με το κανταΐφι περίμενε συγγενείς και φίλους να φάνε, να σχωρεθούν τα ‘ποθαμένα τους, που έλεγε κι η γλυκομιλούσα η μάνα της.
*
©Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
(part of a) Photo copyright-free, creative commons 2011, επεξεργασία Στάχτες