Μανώλης Μεσσήνης, «υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου» -ποίηση


“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”————————————

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του

Αφήνει ανοίγματα στο τριμμένο του σακάκι,
εξόδους,
έτσι για να συγχωνεύεται με τους ανέμους –
αέναα ένδον της ύπαρξης,
άσαρκος ως αποφράς ημέρα

Η νύχτα του αποσβένει μέρες
υπολειμματικών περιττωμάτων

Τα κείμενά του αποδομιστικά,
ναρκοθετεί αμφιβολίες·
στρόβιλοι σε ζοφερά τοπία

Ανοιγοκλείνοντας παράθυρα,
κτυπώντας τα εκκωφαντικά
σαν κραυγή πριονισμένη,
με την υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου
ως κατανοήσιμη του λόγου ύλη,
ραπίζει διανοήματα που εξουσιάζουν
ως το ικρίωμα και ως τη σάρκα πέρα,
κάνοντας ματ στον βασιλιά
που αντιφάσκει

Και η σκιά,
στερημένη και αυτή από ελαφρυντικά,
στην αρπάγη του λόγου του σιωπά

***

Τούτοι οι δρόμοι

Τούτοι οι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά
Έχουν μια κλίση προς το μη παρέκει
Πορεία ή παραμονή σε σκοτεινό κελί
Βρίθουν υπονοούμενα κι άλλες εικόνες συναφείς
Οι δρόμοι τούτοι είναι απροσπέλαστοι
και υποδοριεί ξοπίσω τους το τρίχωμα του ζώου
Ουλές βαθιές και μνήμες αδυσώπητες
εκεί που το σκοτάδι βαθμιαία επιβάλλεται ως νύχτα
Οι δρόμοι τούτοι μεταλλαγμένη σιωπή
Είναι η σιωπή που σαν λόγος διαλέγεται

***

Λιγοθρύλητα αισθήματα 

Αφού φυγομαχούν οι απαντήσεις,
αφού οι διαπιστώσεις αναβάλλουν,
αφού τα συνειδησιακά ικριώματα χαράσσουν
μια γραμμή καμπύλη ώς το τίποτα,
έλα να γευθούμε την οσμή του ανέλπιστου·

να έρθει ένα κύμα βίαιο,
ένα τετέλεσται των εξαχρειοτήτων,
μια λάγνα σάρωση μ’επιφωνήματα,
σαν μπαλταδιά στη μαύρη κωμωδία·

και μη σε στερεότυπες αρέσκεσαι κραυγές
για δήθεν σωτηρία, χωρίς να κινδυνεύεις
φτωχό πουλί που σου’ μαθαν σε κλουβί να επιβιώνεις

©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Στράτος Φουντούλης, «Wol. Shopping Center», Brussels, 2013

Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση

Αρχείο 19/09/2013

“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση»

Bill Yarrow, “Expose those for whom freedom is greed” -poetry

 

THE CITY RISES IN ME

Cities! Cities! I have lived
in cities: habitual, arrogant,
cities circumscribed by cities,

on the alert for alacrity,
filled with false vitality,
rising revised out of history,

burgeoning cities bloated
with stoic pride, notorious
for hope, filled with ethical travail.

These cities, yes, but also
cities reticent, inferential,
embedded with desuetude.

A decade here, a decade there,
to what end? Position. Man needs
locus, not looseness, in his life.

What’s a road? A swift excuse
for a city at each end. What is
not a city? Nothing.

Socrates lived in a city.
So did Meyer Lansky. The city
rose against them. That’s what

cities do; they rise,
sometimes in us,
sometimes against us.

The city rises in me.
I hear it whisper.
I ignore its roar.

*
TARIFF HAPPY

Be subversive in your chores.
Knock at the door of indecency and demand to be let in.
Factor in your final calculations the weight of longing among the self-assured.
Do not fob off.
Keep a second set of books for Raphael.
Inculcate imprudence.
Wash with emotion, then with good soap.
Expose those for whom freedom is greed.
Scour the future so as to inure it.
Keep lists.
Change the air in your protocol every time you crave a tattoo.
Lock your knees before you do anything wily.
Wear linen at funerals.
Hands off the secret levers of the world.
Watch out for the kids of Narcissus.

*
THE BEAUTIFUL MERCEDES

No one who saw the beautiful Mercedes
in the summer of 1966 could ever forget her.
When she walked into Café Danglars, heads turned.

I was sent upstate for two years for passing unpopular
checks, but when I got out, I went back to the Café
just to catch a glimpse of her again. It took a month
but she did return. I was there that day, sitting at
the counter in my Bermuda shorts, sucking a 7-Up.

The screen door slowly opened. I was expecting the second
coming of perfection. Not quite. She was bloated like a
bagel. Her thighs looked like freezer bags filled with dimes.
There was no necklace anywhere that could fit around that neck.

Two years earlier, she was real money, a class investment.
When she ate up all her principal, well, we lost interest.

*
RESURRECTION HAPPENS

The doctor diagnosed it as walking pneumonia
but Cid knew better. He had (hadn’t he?)
suffered trauma when Marguerite died of AIDS.

Jesus, he was in a coma. Except he could see.
And hear. And feel. Walk around. And talk.
Damn it, it was. A kind of walking coma.

One where he could remember but not
exactly remember, communicate but not really
communicate, exist but not fully exist.

Then one day all the symptoms just vanished.
He stopped using, got his CDL, drove to Reno,
married a dealer, agreed to raise her kid.

It’s possible to forgive the past its trespasses
stop seeing the future as a threat, reimagine
the present as a goal. Yes, resurrection happens.

*

© Bill Yarrow
Photo © Stratos Fountoulis, “Plateia Derveni, August 2011”

Bill Yarrow is the author of Pointed Sentences, a full-length collection of poems published by BlazeVOX in 2012 and two chapbooks–Wrench published by Erbacce Press in 2009 and Fourteen, published by Naked Mannekin Press in 2011. He has been published in many print and online journals including Poetry International, PANK, Thrush, DIAGRAM, Contrary, and RHINO. He is a Professor of English at Joliet Junior College where he teaches creative writing, film, and Shakespeare, all online. Two chapbooks (Twenty from MadHat Press and Incompetent Translations and Inept Haiku from Červená Barva Press) are forthcoming in 2013.

Felino A. Soriano, “… in the apparitional momentum of memory” -poetry

from Of isolated limning

of Wednesday, the oddity of this summer’s rain becoming subsequent

I found thunder
its thickened wrap in
the apparitional momentum of memory——————-when
whole fruition exercises space into
wealth and the body’s building of
tonal silences ——————————————- this
surprise of amalgamated loudness
reinvents angles’
and
—-their
————-fundamental
—-exposure to
positional freedom of fear-articulation of
physiognomy’s vocal
clarification

*
of watching the mother-daughter mirror’s interaction

in the silent combing a hand
commits solace, tooth-silk
————-slide
afterward the tonal clarity
of reflection rests
in the purpose of self’s
time of added
interactions

*
an endeavor of watching a contour

when rising acclimates its meaning
beyond sun and the body of becoming

a tiredness must rest across page and plural
of the unmarked lassitude

this rest burgeons beyond fiction of the
unbelieving and

casts width of a moment’s quickened disposition
lasting then when or if favor is in the mood

moderating a glass’ shard mixture of sharpened
shaped light, the devotional fixation of light,

insinuating all interaction oscillates, asking when
motion invents an altered interrogation

*
© Felino A. Soriano
Photo © Stratos Fountoulis, «Polytechneio, 2009» -Athens.Gr. 

Felino A. Soriano is the founding editor and publisher of Counterexample Poetics, an online journal of experimental artistry, and the founder of Differentia Press, an electronic-book press dedicated to publishing experimental poetry. He is also a contributing editor at Sugar Mule.
Over 4,100 of his poems have been accepted for publication in over 500 online and print journals since 2006, including experiential-experimental-literature, BlazeVOX, 3:AM, Humanimalz Literary Journal, indefinite space, Full of Crow, Otoliths, Clockwise Cat, Unlikely 2.0, and others. Also, he has 60 print and electronic collections of poetry accepted for publication since January, 2008, including Extolment in the praising exhalation of jazz (Kind of a Hurricane Press, 2013), the collaborative volume with poet, Heller Levinson and visual artist, Linda Lynch, Hinge Trio (La Alameda Press, 2012) and rhythm:s (Fowlpox Press, 2012).

All English Wednesdays

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χιλιανός παπαγάλος

Ο Πάμπλο μια σπουδαία ρωγμή στα ερείπια της Χιλής. Ο Πάμπλο γερμένος σαν Ιρλανδός έφηβος στους λόφους του Σαντιάγο, μυρίζοντας το χορτάρι και τη δροσιά της τελειωμένης μέρας. Ο Πάμπλο, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου γεννημένος κάτω από λατινικούς ουρανούς. Ο Πάμπλο που γράφει στίχους για τη νεκρή, τη λησμονημένη, τα αμπέλια του στήθους, του εφηβαίου τα ρόδα. Με τη συρτή και λυπημένη φωνή του σπαράζει τη νυχτερινή πόλη, μες στις λεωφόρους το ψυχωμένο, το θερμό σώμα του Πάμπλο που λιώνει τα δέντρα και τους ανέμους. Αναριχώμενοι οικισμοί ως ψηλά στις χιλιανές κορφές, παντού το όνομα σου Πάμπλο. Γραμμένο σε τοίχους, χαραγμένο στα δέντρα, το όνομά σου μες στα νερά των πηγαδιών. Από το Παράλ ως το Σαντιάγο η ευεργετική σου μορφή Πάμπλο, οι ασπρόμαυρες ρωπογραφίες του Παρισιού από τους εξώστες, τα κόκκινα χώματα βαθιά μες στα μάτια, ορίζοντες από σιένα.Τα πέτρινα σπίτια του Σαντιάγο, τα παιδιά που σκοτώνονται μες στα υπόγεια, παλιά σαγματοποιεία και οι ανεμικές που σκορπούν τις στιχογραφίες του σε όλες τις προοπτικές.

      Ο Πάμπλο ραγισμένος από τους δυτικούς ήλιους, ο Πάμπλο που αγαπά τους κόνδορες και τα ευλογημένα πουλιά του λατινικού κόσμου. Εκείνος που ονειρεύεται τις λευκές γυναίκες, τα φιλημένα γόνατα της Παναγιάς, τα ολότελα λησμονημένα ηλιοβασιλέματα. Όταν εκείνη χανόταν μες στις φλαμανδικές, τις βαθιές λίμνες. Ο Πάμπλο που εισβάλλει στην πόλη από όλα της τα σύνορα, κοπάδι πουλιά ο άνδρας εκείνος. Σπάζουν τα παράθυρα, οι τοίχοι και τα γύψινα προσωπεία, ο Πάμπλο πάνω από τα επιτοίχια ρολόγια, πέρα από τις πόλεις και τις κλεισμένες πόρτες. Ο Πάμπλο μια σήραγγα, η μοναξιά των βουνών και η επιβολή τους στην προικισμένη του φωνή. Ένας στερνός Μπολιβάρ κάτω από χρόνια χαρταετούς, μια γερή, σωσμένη γέφυρα ανάμεσα στα χέρια μας, ο άγιος άνθρωπος Πάμπλο, ψυχή βγαλμένη από τους ναούς των Αζτέκων, γνωρίζοντας τις πύλες και τις εξαρθρωμένες κραυγές του Σαντιάγο.
      Είδαν τον Πάμπλο. Ο άνδρας δίχως τιμαλφή, με το χαμόγελο του μόχθου του βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα. Χρισμένος όπως τα ασβεστωμένα σπίτια και οι γυναίκες των πολλών. Βαδίζει ανάμεσα στα άγρια δάση, έπειτα κυνηγημένος, στις σαβάνες της οδού Πατησίων. Κρατεί στα χέρια του τον ελληνικό ερωτιδέα. Ο νεαρός θεός, ο ηνίοχος δίχως τ’ άρμα του που απλώνει τα παιδικά και αδέξια χέρια. Ο Πάμπλο στις κακόφημες συνοικίες της οδού Ιουλιανού, ο Πάμπλο με ένα φωσφορικό φως καλά κρατημένο στα δόντια βλέφαρα.
      Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο, για τον σκοτωμένο ήρωα, για τον στρατηγό που σέρνεται χτυπημένος κοντά στα σύνορα του Μεξικού, για τον Ρεινάλντο που φυλακίζεται μες στη νύχτα από τους στρατιώτες και γράφει επιστολές ως το τέλος του κόσμου. Για τις ερωτικές νοσταλγίες, τις αγαπημένες αμμουδιές. Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο για τους ορθόδοξους ήρωες της νύχτας, τα κόκκινα κορίτσια, τους σκοτωμένους, απόκρημνους βράχους. Εκείνα τα παιδιά που τάφηκαν απελπισμένα στους ομαδικούς τάφους των επαρχιών. Σπασμένες σιαγόνες σκύλων και σκελετοί παιδικοί από τους πιο σκοτεινούς καιρούς. Οι επίδεσμοι που κρέμονται από τα χέρια του Πάμπλο είναι οι σημαίες της ειρήνης και της ελπίδας και οι φανταχτεροί, χιλιανοί παπαγάλοι από τις κοιλάδες. Ο Πάμπλο Νερούδα που προσκυνά την Σάντα Λουσία, ο ποιητής στον αυτοκινητόδρομο Παναμερικάνα ορθώνοντας αντιανεμικά και οδοφράγματα, ύστερα στον ιππικό όμιλο μες στο κουρνιαχτό. Ένας θεός που τραβά κατά την Ελευσίνα μέσα από τα κτήματα των βιομηχανιών και τους ρόδινους προμαχώνες.
      Ο Πάμπλο δεν χάθηκε μες στα παραπλανημένα χρώματα. Ο Πάμπλο είναι ένα φεγγαρένιο πρόσωπο πάνω ακριβώς από τους κόσμους. Ο Πάμπλο, ο στερνός των πανσελήνων ανθρώπων και οι μακρινές αγάπες μας. Ο Πάμπλο με τους κεραυνούς στα χέρια που γράφει στίχους, μηνύματα σωτηρίας, τσεκούρι ακοίμητο με την αιχμή και την πυρόχρωμη σκουριά του.
        Καθεδρικέ Πάμπλο Νερούδα, ακοίμητε φρουρέ, πρόσοψη εσύ των παλατιών, με το σφιγμό των Ίνκας και το τραγούδι του νεαρού Κόνδορα.

© Απόστολου Θηβαίου
Φωτογραφία: Πάμπλο Νερούδα, ειδική επεξεργασία Στάχτες

Πέτρος Κυρίμης, Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα

Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα. Ένας μονότονος ειρηνικός ήχος από κάποια τράτα, ένα χαρούμενο παρατεταμένο σφύριγμα καραβιού που έρχεται ή ένα λυπημένο από καράβι που φεύγει. Οι εργάτες του λιμανιού κι εκείνοι που δουλεύουν βάρδια αμίλητοι κι αγουροξυπνημένοι περιμένουνε στις στάσεις των λεωφορείων.
Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα.
Και πάντα η μέρα τελειώνει έτσι. Με τον ήλιο να βασιλεύει πορτοκαλής και μεγαλόπρεπος σαν βυζαντινός αυτοκράτορας πίσω από τα βουνά της Σαλαμίνας.
Αχ, βράχια της Πειραϊκής. Σκόρπια θα είναι ακόμα και σκουριασμένα πια τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά της. Ίσως κάποια χέρια τα πιάσουν με προσοχή να μην κοπούν κι αδιάφορα τα πετάξουν στη θάλασσα, να καθαρίσουν το χώρο, να τον κάνουν δικό τους…
 
~~~*~~~
Το βιβλίο διατίθεται προς πώληση online στο epubli.
~~~*~~~
*
Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος. Πρώτα τραγούδια και ποίηση κι αργότερα διηγήματα και παιδικό θέατρο. Από το 1986 μέχρι το 2000 έζησε στη Γερμανία όπου εργάστηκε ως διευθυντής προγράμματος στο πανευρωπαϊκό ελληνικό ραδιόφωνο «Το Πρώτο». Τα τελευταία χρόνια ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» που διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 μέχρι το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Ο μυστηριώδης Μ. Καραγάτσης

Σαν σήμερα, το 1960, έφυγε από τη ζωή ο Δημήτριος Ροδόπουλος που έμελλε να γίνει γίνει ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «Γενιάς του ‘30» με το όνομα Μ. Καραγάτσης.

Εραστής της λογοτεχνίας, συνήθιζε να περνάει τα εφηβικά καλοκαίρια του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι (το δέντρο πτελέα) που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού, διαβάζοντας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Κάπως έτσι ο Δημήτρης Ροδόπουλος έγινε ο πασίγνωστος πεζογράφος Μ. Καραγάτσης. Το «Μ.» του ψευδωνύμου του προήλθε πιθανότατα από το ρώσικο όνομα «Μίτια» (ρωσική εκδοχή του Δημήτρης) , με το οποίο τον αποκαλούσαν φίλοι και συμφοιτητές του, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης στη ρωσική λογοτεχνία.
 
Ο Καραγάτσης Αυτοβιογραφείται
Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά». 
 
Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην «γυναίκα των ονείρων μου». Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω…αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά… Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ.Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών…
 
Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ’Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τορριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί…
 
Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πως το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.
 
Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.


ΑΜΗΝ 
Μ. Καραγάτσης

tvxs.gr

Περιηγήσεις Ναυτίλου: «Η γραμμή του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου

«Είναι

ένα πασίγνωστο μέσο των οδηγών και των εξερευνητών. Όταν συνειδητοποιούν πως έχασαν το δρόμο ή πως πλανιούνται άσκοπα στο δάσος, έχουν ως κανόνα να μην προσπαθούν ποτέ να ξαναβρούν τον προσανατολισμό τους με βάση το ένστικτό τους. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ξαναγυρίζουν σιγά σιγά και προσεκτικά προς τα πίσω για να ξαναβρούν το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν ή το σημείο από το οποίο άρχισαν να χάνονται.» (Άλφρεντ Χίτσκοκ)

 

«Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της…»
Η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρονών, μεγαλωμένη τη δεκαετία του ’60, έχοντας διανύσει κατά τη δεκαετία του ’70 και ’80 όλες τις διαδρομές που επέβαλε ο περίγυρός της, η γοητεία του συρμού και η αναγκαιότητα να συμβαδίζει με την εποχή της, αναχωρεί για την Πάτμο σε μια προσπάθεια αυτογνωσίας.
«Είναι η ιστορία μιας φυγής. Στη διάρκεια όλου του βιβλίου περιγράφεται ένα αδιέξοδο που έχει νιώσει η Ρέα κάνοντας έναν απολογισμό, τι έγινε τα τελευταία είκοσι χρόνια…»
Οι εικόνες της τουριστικής Πάτμου του 1988 εναλλάσσονται με αυτές της Κυψέλης των παιδικών κι εφηβικών χρόνων της Φραντζή. Από τη μία η Ελλάδα του ’60 και από την άλλη η Ελλάδα του ’80. Πόσα άλλαξαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια; Η Ρέα είναι μια τυπική εκπρόσωπος αυτής της γενιάς. Μιας γενιάς που «συμμετείχε σε μια καταστροφή χωρίς να ‘χει πάρει την ευθύνη της. Αντίθετα μάλιστα, τη συνεχίζει…»
«Τριανταδύο χρονών, ελαφρά ντυμένη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου. Κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού, ακόμα και η πλατεία Κυψέλης ήταν το κέντρο του κόσμου, γνωστού και αγνώστου, ορατού και αοράτου, φανερού και κρυφού. Ζούσαν εκεί η Βάνα, η Έρση, η Μίνα, οι οικογένειές τους. Πίστευαν ότι πρώτα έγινε η πλατεία Κυψέλης και αργότερα σχηματίσθηκε γύρω της ο υπόλοιπος κόσμος».
Από την Κυψέλη της εφηβείας και της αθωότητας, στα βόρεια προάστια της αποξένωσης και της κατανάλωσης. Η Ρέα ανατρέχει στο παρελθόν για να ανακαλύψει την αρχή αυτής μετάλλαξης, να βρει τι έφταιξε… Στην Πάτμο της Αποκάλυψης, στην Πάτμο των κρουαζιερόπλοιων και των ξανθών τουριστών, θ’ ανέβει σκαλί-σκαλί την κλίμακα προς την αυτεπίγνωση.
Κυψέλη, Αίγινα, ένα χωριό στην Ναυπακτία, Γενεύη, Βενετία και Πάτμος, είναι οι τόποι που σημάδεψαν την πορεία της Ρέας. Το καθετί που είχε αξία γι’ αυτήν σιγά σιγά χανόταν. Έχασε τη συντροφικότητα, έχασε την οικειότητα, έχασε το κέντρο του κόσμου… Το τραγικό είναι ότι χρειάστηκε να χάσει όλα αυτά ανεπιστρεπτί, για να συνειδητοποιήσει την αξία που είχαν. Η αναμόχλευση του παρελθόντος είναι ουσιαστικά η ελεγεία αυτής της απώλειας.
«Πέντε χιλιάδες βόλτες στο κέντρο της πόλης της δίδαξαν τον τρόπο ν’ αποφεύγεις τους άλλους, να γλιστράς σα σκιά, να πεθαίνεις στο πλάι τους, να κάνεις ότι δεν τους ξέρεις, ότι ποτέ δεν τους γνώρισες…»
Η μαντάμ Φραντζή είναι ο Χρήστος Βακαλόπουλος και το αδιέξοδό της είναι το αδιέξοδο της γενιάς του! Μια γενιά που σαν τη Ρέα ηττήθηκε. Ένιωσε τα τείχη να την κλείνουν και μόνον η θάλασσα της απέμεινε. Όσο όμως φωτεινή και απέραντη κι αν είναι, το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι ζοφερό…
Το έργο του Βακαλόπουλου είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα ελληνικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Στόχος του δεν είναι μόνο να δείξει, μέσω της Ρέας, την πορεία της γενιάς του αλλά και την πορεία ολόκληρης της χώρας. Μιας Ελλάδας που αιώνες τώρα παραδέρνει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Από το 1204 έως το 1988 η ιστορία είναι πάντα δυναμικά παρούσα, ακόμα κι όταν το μόνο έχει μείνει απ’ αυτήν είναι μερικά ονόματα και κάποια ερείπια.
Ο ρυθμός της αφήγησης έχει μια ιδιόρρυθμη μουσικότητα καθώς κάποια μοτίβα αλλά και θέματα επανέρχονται δίνοντας νέες διαστάσεις σ’ αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Ο ίδιος ο συγγραφέας ονόμασε τη μέθοδό του ως «βότσαλο στη λίμνη»: «σαν να πετάς ένα βότσαλο και να φτιάχνονται κύκλοι, και σχεδόν σ’ όλο το βιβλίο είναι αυτή το βότσαλο και τα κεφάλαια οι κύκλοι». Υπάρχουν κεφάλαια αριστουργηματικά, όπως ο Κάμπος, το Λεωφορείο, το Απόγευμα, ο Πάγκος και το Παραμύθι και υπάρχουν κι άλλα που χαρακτηρίζονται από μια γραφή δημοσιογραφικού τύπου, σα να γράφτηκαν με άλλη αφορμή και να στριμώχτηκαν εδώ ως εμβόλιμα. Από τη μία η ευφυής οργάνωση του μυθιστορήματος με πρότυπο το ασκητικό κείμενο της Κλίμακος του Ιωάννη και από την άλλη η χαλαρή αλλά πάντοτε πάλλουσα γραφή του. Είναι μάλλον υπερβολικό να αναμένει κανείς να βρει στο βιβλίο, αυτό που αποκαλούμε: «le mot juste». Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993), σκηνοθέτης, σεναριογράφος, πεζογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, κριτικός κινηματογράφου, μουσικής και τηλεόρασης, κατόρθωσε να γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα δίνοντας μέσα σε λίγες σελίδες το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς. «Μιας γενιάς αιχμαλώτων των ιδεών και αιχμαλώτων ενός μοντέλου ζωής που δεν ήρθε ποτέ έτσι όπως το είχαν φανταστεί, αλλά η αιχμαλωσία παρέμεινε ως διαδικασία. Δεν μπορούν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι να ξεφύγουν από κείνο που είχαν σκεφτεί για το μέλλον όταν ήταν μικροί…».
Η Ρέα Φραντζή, νοσούσα, κάμνουσα κι αιχμάλωτος, το καλοκαίρι του ’88 στην Πάτμο, συνειδητοποιεί ότι το μόνο σημείο φυγής είναι η γραμμή του ορίζοντος και κολυμπάει αργά προς αυτήν…
«Δεν είμαστε πια όλοι μαζί: ίσως επειδή, όπως λέει ο Χρήστος, χάσαμε το κέντρο και βυθιστήκαμε ένας-ένας στον υποκειμενικό του χρόνο, περιμένοντας το μέλλον για να μαζέψουμε τα κομμάτια… Δεν είμαστε όμως ολότελα μόνοι: γυρίζοντας πίσω μέσα μας, ανακαλύπτουμε ένας-ένας πως είμαστε όλοι εκεί, πως κουβαλάμε ακόμα ο ένας τον άλλον… Δεν έχουμε ακόμη απάντηση στο ερώτημα «πώς πέρασαν τα χρόνια;» κι ίσως είναι καλύτερα έτσι (δεν ωφελεί να φτάνει κανείς πριν της ώρας του, δεν πρέπει να τρομάζουμε τα φαντάσματα). Μέσα μας ξέρουμε μόνο -με τη χάρη μιας πάντα διφορούμενης γνώσης- πως τα παιδιά το ‘σκασαν, οι γυναίκες στέρεψαν, τα τραγούδια σώθηκαν «κι όλοι μαζί είμαστε πια ένας-ένας».
© Ναυτίλος
Στη φωτογραφία, ο Βακαλόπουλος σε νεαρή ηλικία.

*

Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες προέρχονται από το μυθιστόρημα. Αυτά με μπλε είναι από συνεντεύξεις του Βακαλόπουλου και βρίσκονται στο βιβλίο: «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας» (εκδ. Εστία), όπου έχουν συγκεντρωθεί κείμενα και συνεντεύξεις του με την επιμέλεια του Κώστα Λιβιεράτου. Από το ίδιο βιβλίο και το τελευταίο απόσπασμα με πράσινους χαρακτήρες. Πρόκειται για την τελευταία υποσημείωση στο επίμετρο του Λιβιεράτου. Εκτός από τα λογοτεχνικά του έργα, στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει και η συλλογή άρθρων και δοκιμίων: «Από το χάος στο χαρτί», εκδ. Εστία σε επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο ομώνυμο δοκίμιο υπάρχει, ως μότο, και το απόσπασμα του Χίτσκοκ, που παραθέτω στην αρχή της ανάρτησης. Δυστυχώς, μια άλλη συλλογή με κινηματογραφικές κριτικές του («Δεύτερη προβολή», εκδ. Αλεξάνδρεια 1990), παραμένει εξαντλημένη. Στην αρχή της «Γραμμής του ορίζοντος» υπάρχει η φωτογραφία μιας παρέας του Βακαλόπουλου με τη λεζάντα: «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ’70». Επίσης, το μότο στο μυθιστόρημα είναι του Ιωάννη της Κλίμακος (525-605): «Δεξάμενος φλόγα, τρέχε, ου γαρ γινώσκεις πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει». Η Κλίμακα είναι ένα ασκητικό κείμενο σε τριάντα συν ένα λόγους: βαθμίδες που ανεβάζουν τον πιστό από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, όπως και η Ρέα, στα 31 κεφάλαια, φαίνεται να πηγαίνει «σκαλί-σκαλί προς την αυτεπίγνωση» (Δ. Κοσμόπουλος). Η φράση «le mot juste» («η σωστή λέξη») αποδίδεται στον Φλωμπέρ και χαρακτήριζε το λογοτεχνικό του πιστεύω. (17/20)

[πηγή]

Χρήστος Βακαλόπουλος Η γραμμή του ορίζοντος Εκδόσεις Εστία. To εξώφυλλο του βιβλίου είναι σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο